Εδώ που τα λέμε ο θεός στον οποίο ομνύει στην πραγματικότητα το πασίγνωστο έργο της Γιασμίνα Ρεζά (2011) είναι ο παλιός θεός του βουλεβάρτου, του γαλλικού μάλιστα, αρκετά εκσυγχρονισμένου όμως και σοφά καμουφλαρισμένου ώστε τώρα, αντί να γαργαλάει τις συμβάσεις με εξωσυζυγικά μπερδέματα, να τις διεγείρει με σύγχρονα ενδοσυζυγικά ή αλληλοσυζυγικά φαγώματα.
Προσωπικά δεν έχω κανένα πρόβλημα με αυτό, αληθινά κανένα… Αφήνομαι στην καρέκλα μου, συνήθως αναπαυτική σε τέτοια θέατρα, και νιώθω απολύτως σίγουρος πως θα διασκεδάσω.
Μπροστά μου και για χάρη μου στήνεται μια μηχανή θεάτρου δόλια, αξιολάτρευτη και παντοδύναμη – και για να μην παρασυρθείς από αυτήν πρέπει να είσαι είτε άρρωστος από τη φοβερή νόσο του κυνισμού είτε δεμένος στην επάρατη βασκανία της σοβαρότητας.
Εδώ όλα είναι θέατρο και ταχυδακτυλουργία. Το κόλπο είναι να κατορθώσει ο συγγραφέας να πλασάρει το παλιό τρικ την ώρα που εμείς, ως συνήθως, κοιτάμε αλλού.
Εμείς είμαστε απορροφημένοι στον έξυπνο διάλογο, τη σατιρική απογύμνωση, κυρίως στη γνώριμη μυρωδιά μιας καταιγίδας που θα ξεσπάσει όπου να ’ναι, ακόμα και σε ένα τόσο μικρό δωμάτιο όπως αυτό του ζεύγους Ουλιέ…
Το παιδί τους, λέει, έμπλεξε σε κάποιον καβγά με τον γιο τού εξίσου αξιοσέβαστου ζεύγους Ρέιγ, με ατυχή κατάληξη τα δύο του σπασμένα δόντια. Δεν είναι και λίγο!
Τα πράγματα όμως φαίνεται πως θα εξελιχθούν αυτή τη φορά ομαλά: μια πολιτισμένη συζήτηση, κάποιες συγκαταβατικές εκατέρωθεν εξηγήσεις, η απαραίτητη δόση της σαλονάτης ανίας…
Αστραφτερό χιούμορ
Ελάτε όμως τώρα… Αληθινά υπάρχει κάποιος εδώ που δεν υποψιάζεται τι πρόκειται να ακολουθήσει; Η λέξη «σφαγή» είναι ασφαλώς υπερβολική, οπωσδήποτε όμως θα γίνει το γνωστό «σώσαι»…
Υπάρχουν βέβαια ερωτήματα που τα χώνουμε κάτω από το χαλί (όπως η ανεξήγητη επιμονή των Ρέιγ να τραβούν χρονικά την αναγκαστική επίσκεψή τους).
Σε τέτοια έργα, όμως, αν φτάσεις να ρωτάς, το παιχνίδι έχει ήδη χαθεί. Σημασία έχει να παρασυρθείς στον ρυθμό και τη γοητεία, να μαγευτείς και βέβαια να διασκεδάσεις.
Αυτό στο τέλος τέλος πληρώνεις κι αυτό παίρνεις: τίμια πράγματα. Εδώ θέλεις τσακωμό, διάλυση, απορρύθμιση κι εκτόνωση των αστών. Κατά βάθος θέλεις να τους δεις με τα σώβρακα… Βάλτε σε αυτό και μερικές όμορφες ερμηνείες, άφθονο γέλιο, πυκνό και αστραφτερό χιούμορ, και έχετε ήδη στα χέρια σας μια κερδισμένη θεατρική βραδιά.
Κανένα πρόβλημα επομένως. Η μεγάλη πλάκα, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται στη δική μας την εκ των υστέρων γνωμάτευση…
Στο αληθινά πλουσιότατο πρόγραμμα της παράστασης (από τον θεατρολόγο Μανώλη Δούνια) διαβάζω τα μύρια όσα από τους αξιοσέβαστους ξένους διανοούμενους: τι για την αστική τάξη και την υποκρισία της, τι για τα απωθημένα της… Μέχρι κάποια στιγμή καλείται κι ο «Αρχοντας των μυγών», λόγω προφανώς του δαρσίματος των παιδιών, για να δώσει την απαραίτητη παραπομπή στην άγρια παιδική φύση…
Μα, αληθινά τώρα, είναι δυνατόν να ισχυριστεί κανείς ότι υπάρχει κάτι βαρύ στο έργο που βλέπουμε;
Αν κάποιος θέλει να δει αληθινή σφαγή, ας στραφεί στον Στρίντμπεργκ κι ας καταλήξει στον Αλμπι.
Δεν είναι η πρώτη ούτε η τελευταία φορά, που ένα κοινό θα χαριεντίζεται με τον εαυτό του, μπρος στην ανεστραμμένη εικόνα του, με πρόσχημα τη σάτιρα και την κωμωδία.
Η κωμωδία, που παίζεται στα μετόπισθεν με τον «Θεό της σφαγής», μου μοιάζει το ίδιο διασκεδαστική με εκείνο το άλλο έργο της Ρεζά, το «Art» (το είχαμε δει πριν από χρόνια στο «Κάππα» από τον Σταμάτη Φασουλή). Είναι φαίνεται πλέον δύσκολο να διασκεδάσουμε αυθόρμητα στο θέατρο χωρίς τύψεις. Ο «Θεός της σφαγής» οφείλει λοιπόν προκειμένου να μας διασκεδάσει να ανεβεί στα ύψη όπου η διάνοιά μας τριγυρνά.
Τα μάτια καρφωμένα στη Γουλιώτη
Οπως είπα, σε τέτοιες περιπτώσεις προσωπικά προτιμώ να χωθώ στην καρέκλα μου και να διασκεδάσω. Μπροστά μου βρίσκονται τέσσερις πολύ καλοί ηθοποιοί που ακονίζουν στο αμόνι της Ρεζά τη λεπίδα τους.
Για να σταθεί ηθοποιός σε αυτά τα έργα δεν πρέπει μόνο να είναι λαμπερός – οφείλει να είναι επίσης και κοφτερός.
Κι αληθινά ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης δίνει μια θαυμάσια παρουσία του Αλέν: δεν είναι ρεαλιστική ακριβώς, τα έργα αυτά δεν είναι ρεαλιστικά, είναι αληθοφανή. Η επιτυχία του είναι πως μπορεί να κρατήσει το κοινό στον ρυθμό, μπορεί να περάσει ατάκες, μπορεί να στηρίξει μια συνεπή γραμμή ερμηνείας.
Εξίσου επιτυχημένος και ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος – παρατηρήστε πώς στηρίζει το πρόσωπο του Μισέλ σε φαρσοκωμικούς κώδικες.
Φυσικά τα μάτια μου ήταν στραμμένα στη Στεφανία Γουλιώτη. Μετά το προσωπικό της στοίχημα το καλοκαίρι στο Φεστιβάλ, μια τέτοια συνεργασία έχει γούστο και μοιάζει θαυμάσια ως επιλογή.
Αν θέλετε την άποψή μου, τα καταφέρνει, αλλά δεν παίζει στο γήπεδό της. Η Ανέτ της παραμένει κάπως βαρύθυμη γι’ αυτό το θέατρο…
Περίεργη επίσης βρήκα τη Βερονίκη της Λουκίας Μιχαλοπούλου: είναι βέβαια διασκεδαστικότατη, μα υπερβάλλει φανερά στην υστερία της, κάνει το υπονοούμενο του ρόλου πολύ προφανές.
Αυτά δεν μειώνουν ούτε στο ελάχιστο τη γενική εικόνα της παράστασης, που είναι δροσερή, ελαφριά και διόλου «ευτελής».
Ολοκληρώνεται βέβαια μπροστά στο κοινό, που είναι μάλλον σίγουρο ότι θα συρρεύσει κι αυτή τη φορά αθρόα στη Βουκουρεστίου.
Με πόσα λίγα, λοιπόν, μπορεί να γίνει ακόμα ένα καλό, σοβαρό και ψυχαγωγικό, θέατρο για τους τίμιους αστούς! Ή μήπως αυτά δεν είναι διόλου «λίγα»;…
