Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πήγαινα να ξαναδώ μετά από χρόνια τον «Γάμο» της Βάσας Σολωμού Ξανθάκη στο θέατρο Μεταξουργείο. Είναι καιρός τώρα που η πλατεία Λέοντος Αυδή είναι καθαρή, φιλόξενη και ζωηρή, όπως και ο πεζόδρομος της Ακαδήμου όπου βρίσκεται το θέατρο Μεταξουργείο. Μπαρ, καλόγουστα καφενεία, εστιατόρια, θέατρα, νεαρόκοσμος πάει κι έρχεται. Οι χρήστες πρέπει να έχουν βρει άλλα στέκια-καβάτζες.

Θυμάμαι πριν από χρόνια την Αννα Βαγενά να παλεύει για την απομάκρυνσή τους από την περιοχή -κάποιοι μάλιστα τότε είχαν βρει τον ζήλο της υπερβάλλοντα, «ξενοφοβικό». Πλησιάζοντας στο θέατρο είδα έναν άστεγο να στρώνει το αυτοσχέδιο «κρεβάτι» του σ’ ένα από τα δύο παγκάκια δεξιά και αριστερά της εισόδου -ακόμα μια εικαστική ιδέα τού και αρχιτέκτονα Λουκιανού Κηλαηδόνη όταν φτιάχτηκε το θέατρο- με την οικειότητα του σπιτονοικοκύρη.

Οταν αργότερα ρώτησα την Αννα Βαγενά για τον μουσαφίρη της, μου είπε ότι τον έχει αποδεχτεί. «Δεν μου πάει η ψυχή να τον διώξω. Πού να πάει με τόσο κρύο; Ας κοιμάται στην πόρτα μας. Τον έχω παρακαλέσει μόνο να μην κάνει χρήση εδώ. “Ναι, κυρία Αννα, μείνε ήσυχη” μου λέει. Αλλά πού… Συχνά μαζεύω σύριγγες και καθαρίζω αίματα. Τι να κάνουμε;».

Λένε ότι η Αννα Βαγενά κλαίει με την ψυχή της στο θέατρο. Κι ότι αυτό είναι παίξιμο βέκιο, παλιακό, πληθωρικό σε μια εποχή όπου το σύγχρονο θέατρο αναζητά άλλες μορφές έκφρασης -εσωτερικότητα, λιτότητα, οικονομία των μέσων. Εκείνη παραδέχεται ότι κάποιοι ρόλοι την αγγίζουν τόσο πολύ που τη συνεπαίρνουν στη σκηνή και αφήνεται στο συναίσθημα. Ακούει μόνο το ένστικτό της. Σαν να μην μπορεί να κάνει αλλιώς. Και καλά κάνει. Είναι αυτή που είναι, αυθεντική, δοσμένη ολοκληρωτικά σε κείνο που μιλάει βαθιά μέσα της, πότε παίζοντας την Αγγέλα Παπάζογλου και πότε τη Λενάκη του «Γάμου».

Πόσο μάλλον τη Λενάκη. Μια γυναίκα από τον γενέθλιο τόπο της άρρηκτα δεμένο με αρχέγονες ρίζες, πρόσωπα, μνήμες που έχουν καταγραφεί μέσα της από παιδί. Η Αννα Βαγενά γνωρίζει καλά τη Λενάκη. Την έχει αναγνωρίσει σε δεκάδες μάνες, είναι δική της, γυναίκα που έχει συναντήσει.

Μόνη στη σκηνή διηγείται την ιστορία μιας απλής μάνας της υπαίθρου σαν αυτές που ξέρουμε ή έχουμε ακουστά. Μια γυναίκα από τα Αμπελάκια της Θεσσαλίας, που ορφάνεψε μικρή κι έμεινε στα χέρια ενός βάναυσου αλκοολικού πατέρα. Κι όταν την πάντρεψαν, είδε την αγάπη του άντρα της να μεταμορφώνεται σε απόρριψη και περιφρόνηση, επειδή άρχισε να γεννάει κωφάλαλα παιδιά εξαιτίας της βαριάς κληρονομικότητας του αλκοολικού πατέρα της. Η Λενάκη, αμόρφωτη, χωρίς κανέναν σύμμαχο αλλά αποφασισμένη να αγωνιστεί, έδωσε μάχη με νύχια και δόντια σε μια κοινωνία που δεν δέχεται εύκολα την αναπηρία. Για τα παιδιά της.

Είκοσι χρόνια μετά την πρώτη παράσταση του «Γάμου», η Αννα Βαγενά συνεχίζει να συγκινείται και να συγκινεί με τη Λενάκη. «Προσπαθώντας να την παραστήσω, δεν αισθάνομαι ότι κάνω κάτι σπουδαίο για εκείνη ή ότι τη δικαιώνω. Γιατί η Λενάκη δεν περιμένει τίποτα από μας. Οπως όλες οι γενναίες γυναίκες δικαιώθηκε μέσα από την ίδια τη ζωή της. Εγώ την ευχαριστώ όπως ευχαριστώ τη μάνα μου, την κυρά-Μαρία», λέει.

Το νυφικό που είχε φτιάξει η Ιωάννα Παπαντωνίου στην πρώτη παράσταση του έργου, μια καρέκλα, μια λεκάνη, ένα σακάκι συνθέτουν το σκηνικό περιβάλλον, ενώ γυναίκες από τα Αμπελάκια ακούγονται να τραγουδούν παραδοσιακά τραγούδια του γάμου.

Το μεγάλο ταξίδι

Ο «Γάμος» είχε την περιπέτειά του μέσα στον χρόνο αλλά και στον τόπο, όπως όλοι οι γάμοι άλλωστε. Παίχτηκε και ξαναπαίχτηκε, ξεκινώντας από την πατρίδα του, τη Θεσσαλία. Μεταφέρθηκε στην Αθήνα, περιόδευσε στην επαρχία, πόλεις, χωριά και όχι μόνο. Είχαμε ακολουθήσει την Αννα Βαγενά στην περιοδεία της παράστασης στα Βαλκάνια, ένα χρόνο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Βουλγαρία, Ρουμανία, Σερβία, Μαυροβούνι.

Παρ’ όλο που έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε, θυμάμαι την Αννα Βαγενά να παίζει τη Λενάκη σε κάθε πόλη με την ίδια συγκίνηση, σαν να βρισκόταν στα χωριά της πατρίδας της. Τη θυμάμαι να αλωνίζει την ημέρα τα παζάρια, να ψωνίζει με κέφι και με την ίδια χαρά ν’ ανοίγει αργότερα τα πακέτα για να χαρίσει πράγματα πότε σε παιδιά που την πλησίαζαν, πότε σε Ρομά που συναντούσαμε καταμεσής του δρόμου να γλεντούν τους γάμους τους μέσα στα χωράφια. Το λεωφορείο σταματούσε, ο θίασος κατέβαινε και συμμετείχε στην παράσταση ενός άλλου γάμου, υπαίθριου, αληθινού. Θυμάμαι ακόμα τα τρόφιμα και τα μπαξίσια που έδινε στα τελωνεία στη διάρκεια πολύωρων αναμονών, με αποτέλεσμα να διανύουμε χιλιόμετρα ολόκληρα έχοντας μείνει νηστικοί, αφού δεν συναντούσαμε κανένα μαγαζί ανοιχτό για να φάμε.