Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αναρωτιέμαι καμιά φορά τι θα καταλαβαίνουν άραγε οι άνθρωποι του μέλλοντος από τα σημερινά μας κείμενα. Θα αναζητούν, φαντάζομαι, να εντοπίσουν σ’ αυτά τις ελπίδες και τους φόβους, να ξεδιπλώσουν τις μύχιες σκέψεις μας. Για εμάς όμως τώρα όλα είναι τόσο διάπλατα, διαφανή, σχεδόν αυτονόητα…

Το «Θέλω μια χώρα» του Ανδρέα Φλουράκη είναι η δική μας «Αυλή των θαυμάτων», μεταφερμένη σε μια παραλία, στον νέο τόπο της μεταμοντέρνας ιθαγένειας, με την ίδια όμως προβληματική, την ίδια εθελούσια φυγή προς μιαν «άλλη γη», το ίδιο όνειρο που αναβάλλεται μέχρις ότου κατεδαφιστεί και η τελευταία γωνιά των θαυμάτων.

Το ότι αυτό το έργο ανέβηκε και διδάχτηκε (διδάχτηκε, όχι απλώς παρουσιάστηκε) από το Θέατρο Τέχνης κάνει βέβαια τα πράγματα συγκινητικά. Δεν έχω καμιά αμφιβολία πως ο ίδιος ο Κουν θα βουτούσε το έργο από τον συγγραφέα του και, όπως συνήθιζε, θα βουτούσε στη συνέχεια μέσα του.

Είναι έργο ρεπερτορίου, κρίκος μιας αλυσίδας που φανερώνει τα ζητήματα του «σύγχρονου Ελληνα» και αναζητά το στίγμα του όχι σε μια σταθερή πατρίδα, αλλά σε μια πατρίδα που ταξιδεύει, που πλέει και διαμορφώνεται καθώς της μιλάς. Με αυτά όλα, εξάλλου, το Θέατρο Τέχνης κέρδισε πρώτα τη δική του πατρίδα και έπειτα τη χάρισε σε όλους εμάς.

Δεν είναι όμως η πρώτη φορά που παίζεται το «Θέλω μια χώρα». Παρουσιάστηκε πριν από κάποιους μήνες στο Φεστιβάλ –όχι με 24 αλλά με 60 (!) μαθητές τού Τέχνης σαν ένα κινούμενο ανθρώπινο ψηφιδωτό- και δύο χρόνια πιο πριν στο Λονδίνο, σε μια υψηλού κύρους πατερναλιστική εκδήλωση του Royal Court για το πώς σκέφτονται οι κάτοικοι των χωρών της κρίσης: Πορτογαλία, δίπλα σε Ιρλανδία, σε Ιταλία και Ισπανία και κάπου εκεί και η Ελλάδα. Δεν θα κατάλαβαν ασφαλώς τίποτα οι Αγγλοι….

Το έργο του Φλουράκη είναι ένα θρηνητικό άσμα για μια νέα γενιά που έχει χάσει, εκτός από την «ασφάλεια», τη χώρα της. Εννοώ τον ζωτικό της χώρο. Το μέλλον της. Τα όνειρά της. Και –πρώτα απ’ όλα- τις λέξεις της. Για κάποιον που βρίσκεται μακριά, πολύ μακριά, σε μερικά χρόνια από τώρα, όταν όλα θα έχουν με κάποιο τρόπο τελειώσει, ή σε κάποια άλλη χώρα, τίποτα από όλα αυτά δεν θα φτάνει στο βάθος των πραγμάτων, που εμείς σήμερα θεωρούμε δεδομένο.

Είναι το βάθος της βιωματικής πραγματικότητας. Για κάποιον «εκεί πέρα» η σημερινή αγωνία είναι μια κοινωνική διαπίστωση. Για εμάς είναι ένα αληθινό δράμα, κάτι που συμβαίνει όχι στο θέατρο, αλλά γύρω από αυτό. Για εμάς τα νέα παιδιά του Θεάτρου Τέχνης δεν υποδύονται κάτι. Ο,τι λένε αφορά τα ίδια και τους συνομηλίκους τους. Τα παιδιά αυτά ξεκινούν τη δράση τους στη σκηνή παρουσιάζοντας απλά τον «εαυτό τους». Αυτό που δεν μεταφέρεται είναι το πώς σφίγγεται η δική μας καρδιά βλέποντάς τα.

SMS και αποξένωση

Μίλησα όμως για μια χώρα και για έναν χώρο. Σ’ αυτόν τον χώρο τώρα, τον στενόχωρο, ο ένας πάνω στον άλλον σε μια ουδέτερη παραλία οι νέοι αναζητούν, ξαπλωμένοι κυρίως, μια χώρα. Αλλά πώς, με ποιο τρόπο; Η καινοτομία του Φλουράκη δεν βρίσκεται μόνο στη δραματουργία της χορικότητας, όπως λέγεται, στη συλλογική ας πούμε έκφραση μιας κοινής κατάστασης.

Προχωρά βαθύτερα στην ανάκλαση μιας γενιάς χαρισματικής σε προσόντα, αλλά φτωχής σε έκφραση. Είναι μια δραματουργία που αντανακλά την επικοινωνία των 140 χαρακτήρων, των sms και των κοινωνικών δικτύων της αποξένωσης. Παρουσιάζει μια γενιά που έχει γαλουχηθεί στις λούπες και τα τηλεοπτικά μπιτ, στα αρχοντοσκυλάδικα, στις «βιομηχανικές» κινήσεις κεφιού, στα ψευτοσυνθήματα. Οσο όμορφη κι αν είναι, καλοζωισμένη και καλοαναθρεμμένη, τόσο απροσανατόλιστη αποδεικνύεται στα δύσκολα.

Αυτή είναι μια αληθινά πρωτότυπη δραματουργία. Που τοποθετεί τον σύγχρονο Ελληνα στο κενό και την απουσία. Χάρηκα τη σκηνική γλώσσα που φέρνει στο Τέχνης: ο φραπέ που χτυπιέται, κάποιο κινητό που κουδουνίζει, ο ορυμαγδός από διαφορετικές απόψεις-τσιτάτα, σε ένα άκεντρο και κατά βάση απολιτίκ χάος. Το μόνο που δεν χάρηκα είναι η διαπίστωσή μου στο τέλος: Αυτοί, λοιπόν, είμαστε;

Για να ανακουφιστώ διακρίνω προσωπικά τρεις εξόδους: η πρώτη είναι η αντιφώνηση της Ρένης Πιττακή. Είναι η μόνη που έχει αληθινά ζωτικό χώρο, μοιάζει εκεί ψηλά με προφήτη του Μαγιακόφσκι και μιλά με στίχους ποιητών, με Αναγνωστάκη, κυρίως, και με λίγο Ελύτη: η παρουσία της φέρνει ένα χαμόγελο, διόλου ειρωνικό, κουρασμένο κάπως, καθησυχαστικό ωστόσο. Ιδού λοιπόν οι λέξεις, υπάρχουν, και έχουν διασωθεί. Υπάρχει, εκτός από τη χώρα της γεωγραφίας, η δική τους χώρα. Και ακούγεται ακόμα στα θέατρά μας, σαν αντιφώνηση και ανάπαιστος.

Η άλλη έξοδος είναι η στιγμή που η κοπέλα σηκώνεται από τη συλλογική νάρκη και κόβει πρώτη τις απαγορευτικές κορδέλες της εθνότητας. Και τι αναγγέλλει; Πως η παλιά χώρα πάει, πέθανε. «Ας πάει λοιπόν στα τσακίδια!».

Είναι πιστεύω μια στιγμή-ορόσημο για το θέατρό μας. Οχι τόσο γιατί θα την πιστέψουν όλοι, ούτε γιατί προφητεύει κάτι που έχει ήδη συμβεί. Αλλά γιατί είναι μια στιγμή που στο θέατρό μας ακούγεται κάτι αληθινά τελεσίδικο. Θυμάστε τον ταξιτζή Θανάση Βέγγο να θρηνεί στο «Βλέμμα του Οδυσσέα» κάποιο θάνατο που βγάζει αγωνία και κάνει θόρυβο; Την κραυγή της κοπέλας ίσως να μην την πιστέψουν όλοι: δείχνει όμως πως έρχεται μια γενιά πιο αποφασιστική από τη δική μας.

Τα σωσίβια

Υπάρχει ακόμη μία έξοδος, που οφείλεται νομίζω όχι στον συγγραφέα αλλά στη Μαριάννα Κάλμπαρη. Η σκηνοθέτρια έδωσε στο έργο τη βαθιά του μουσικότητα, δούλεψε τη χορικότητά του και θα ήταν ασφαλώς καλύτερα αν το έκοβε εκεί που αληθινά ολοκληρώνεται. Είχε να αντιμετωπίσει και την κλειστή σκηνή της Φρυνίχου, που οπωσδήποτε μπουκώνει το αποτέλεσμα.

Στη Φρυνίχου όμως είχε μια τρομερή έμπνευση. Προς το τέλος, όταν οι ταξιδιώτες των δύο τετραγωνικών πέφτουν αποκαμωμένοι, κάποιοι από αυτούς φορούν πλέον σωσίβια -κάτι που, αν θυμάμαι καλά, δεν υπήρχε στην Πειραιώς…

Τι συνέβη λοιπόν; Παρασυρθήκαμε για ακόμη μια φορά στο να πιστέψουμε ότι το «Θέλω μια χώρα» αφορά μόνον εμάς, την Ελλάδα, τη μία και μοναδική χώρα; Ημασταν για ακόμη μια φορά τόσο αλαζόνες ώστε να πιστέψουμε ότι η αγωνία δίνει τα εύσημα της μοναδικότητας; Στη χώρα που θέλουμε υπάρχει μια άλλη, μέσα χώρα, που ανήκει σε όλους.

Είναι νομίζω μια παράσταση που πρέπει όλοι να δουν. Τα παιδιά του Θεάτρου Τέχνης είναι μια σπουδαία ομάδα, με τη θέρμη μέσα τους και το θάμπος μιας τέχνης, που υπάρχει όχι για να κρύβει αλλά να αποκαλύπτει. Εύχομαι στον καθένα και καθεμιά τους καλή συνέχεια στη χώρα που τους αξίζει.