Η επιτυχία του Θεσσαλικού Θεάτρου βρίσκεται στο ότι η παράσταση για την οποία μιλάει και πάλι η Αθήνα προέρχεται τη φορά αυτή από την Πρωτοποριακή Σκηνή του. Ο Κωνσταντίνος Ντέλλας πέτυχε ένα από τα μεγάλα ζητούμενα του θεσμικού θεάτρου της περιφέρειας: τροφοδότησε τη σκηνή της πρωτεύουσας με μια παράσταση που δύσκολα θα μπορούσε να έχει προέλθει από την ίδια.
Στις «Γριές που μαζεύουν την τσουκνίδα» κρύβονται η έρευνα και ο εντοπισμός ενός πρωτογενούς λόγου, ενός θεάτρου με προέλευση, με καταγωγή αλλά και βαθιές ρίζες. Το ίδιο πράγμα, αν είχε δημιουργηθεί εντός του αθηναϊκού κέντρου, δεν θα μπορούσε να αποπνέει παρά δευτερογενή και ώς έναν βαθμό επεξεργασμένη ευαισθησία, μαζί με μια ηθογραφική νοσταλγία που περίσσεψε κάποτε στη θεατρική παραγωγή άλλων εποχών, μα που τώρα θα έμοιαζε βέβαια κάπως παρακαιρισμένη.
Οι «Γριές που μαζεύουν την τσουκνίδα» όμως δεν είναι απλά η μεταφορά ενός εθνολαογραφικού υλικού, η συγκέντρωση μερικών καταθέσεων από τους επιβιώσαντες μάρτυρες του γυναικείου βασάνου ή η καταγγελία της καταπίεσης των γυναικών εντός των αγροτικών κοινοτήτων του κοντινού παρελθόντος. Παραμένουν ενεργά όλα αυτά βέβαια, μα για να είμαστε ειλικρινείς δεν ακούγονται όπως πρωτακούστηκαν στον «Κοινό Λόγο», ας πούμε, της Παπαδημητρίου ή στον «Γάμο» της Ξανθάκη, για να θυμηθούμε μόνο δύο παραδείγματα από τα πολλά. Εκείνο που διακρίνει αυτή τη δραματουργική μα και σκηνοθετική εργασία του Ντέλλα (άρρηκτα δεμένες μεταξύ τους σαν δυο όψεις του ίδιου νομίσματος) είναι η πραγμάτευση του υλικού του, πρώτα σε σχέση με την ταυτότητα του προσώπου της γυναίκας εντός της θεσσαλικής ιστορίας και κατόπιν της απεικόνισής της επί σκηνής.
Ενα μέρος αυτής της πραγμάτευσης γίνεται εύκολα εμφανές. Οι Γριές της τσουκνίδας ξεκινούν σαν απροσδιόριστες μορφές χαμένες στον θρύλο και στο λαογραφικό υπέδαφος της Θεσσαλίας, σε παραδόσεις προφορικές των Καραγκούνηδων, και θυμίζουν στην εμφάνισή τους το αρχέτυπο των τριών αντίστοιχων μορφών που διακόνησαν κάποτε τον Μακμπέθ. Καθώς όμως το έργο προχωρεί η μαγγανεία και η ανθρωπολογία του θανάτου που εκπροσωπούν μετατοπίζονται προς τις «Μεταμορφώσεις» του Οβίδιου και τα «Φαρσάλια» του Λουκανού, σε συνταγές μαγειρικής, ιατροσοφικούς κώδικες του 19ου αιώνα, για να καταλήξουν τελικά στη γραφή του Ψύρρα και στην ευωχία μιας λαϊκής πληθωρικότητας που αναβλύζει στις ζωντανές συνεντεύξεις. Τελικά όλα αυτά εκβάλλουν στο σώμα των γυναικών. Που εργάζονται κάτω από τον ήλιο του κάμπου, που γίνονται τα ίδια κάμπος για να καρπίζουν παιδιά, που πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης από το κάθε σύστημα υποβάθμισης, και που όμως συνεχίζουν να στέκονται όρθιες σαν οδοδείκτες μιας πορείας αυταπάρνησης αλλά και σιωπηρού ηρωισμού.
Από τις πρώτες, έμμετρες βασκανίες, από τις συμβολικές απηχήσεις του έμβιου θανάτου, μέχρι την ιστορικότητα της πρόσφατης πλημμύρας που έπληξε και πάλι τον τόπο με τη μορφή εκπληρωμένης προφητείας, ο άξονας της αφήγησης του Ντέλλα κινείται ολοένα από το μεταφυσικό προς το πραγματικό και πάλι πίσω, κυκλώνοντας τη Θεσσαλία του μύθου και της γυναικείας ψυχοτροπίας με τη Θεσσαλία της αγροτιάς, της εργατιάς και της έμφυλης παρουσίας. Τον ίδιο όμως κυκλικό δρόμο ακολουθεί και η σκηνική εκ μέρους του μορφή της παράστασης. Αυτή τη φορά οι Γριές αντιπροσωπεύονται από τρεις νέους άνδρες ηθοποιούς (ερμηνεύουν με μεταμορφωτική χάρη οι Μανούσος Γεωργόπουλος, Γιώργος-Πλάτωνας Περλέρος και Γιάννης Σανιδάς), που μεταφέρουν τις επιτήδειες μάσκες της Μάρθας Φωκά.
Η σύμβαση που αυτοί προτείνουν δεν είναι τυχαία. Κρύβει -ή μάλλον αποκαλύπτει- την ειλικρινή δήλωση πως όλα αυτά δεν φτάνουν πια σε εμάς άμεσα, παρά μέσα από μια διαδικασία με την οποία οι ίδιοι αποπειρώνται να συλλάβουν τη μαρτυρία των μακρινών προγιαγιάδων τους. Είναι αληθινά ανακουφιστικό να διακρίνει κανείς τη σχέση της νέας γενιάς με αυτό το βάρος: σε αντίθεση με προηγούμενες απόπειρες, οι «Γριές που μαζεύουν την τσουκνίδα» δεν επιζητούν και δεν στηρίζονται στο εύκολο συναίσθημα της «δικής μας εμπειρίας». Δεν εκβιάζουν τη συγκίνηση και δεν υποβάλλουν το κλίμα τους. Μας καλούν αντίθετα να αισθανθούμε τη θέση τους. Είναι η μετάθεση μιας ευθύνης από τον δημιουργό στον θεατή, ευθύνη που καθιστά τον δεύτερο συν-δημιουργό της τελικής συγκίνησης.
Γιατί και με αυτόν τον τρόπο συγκίνηση υπάρχει και μάλιστα γνήσια. Οταν στο τέλος η παράσταση κατακτά τη συμμετοχή μας, αυτή δεν προέρχεται από το ίδιο το υλικό (που όπως είπαμε δύσκολα θα διήγειρε σήμερα και από μόνο του το νεανικό ακροατήριο) αλλά από τη διάθεση των ερμηνευτών να ανοιχτούν στο παιχνίδι της έρευνας, της κατανόησης και της ενσυναίσθησης μιας άλλης εποχής, μιας άλλης κοινωνίας και ίσως μιας άλλης Θεσσαλίας. Το ότι η «Θεσσαλία» εκείνη αφορά όλους ακόμη ξεπερνά το ζήτημα της καθαρής νοσταλγίας. Είναι κάτι το γενικότερο που κρύβεται στην ιστορική μνήμη και μάλιστα στους πλέον αόρατους εκπροσώπους της. Πρόκειται για τις γυναίκες-μάρτυρες και τις γυναίκες-κιβωτούς ενός κοιτάσματος πολιτισμού στο οποίο ζωή και θάνατος εναλλάσσονται και συμπληρώνονται με τον χώρο μιας μνήμης ζώσας.
Λέμε πως αυτό δίνεται από την Πειραματική Σκηνή του Θεσσαλικού με σύγχρονα εργαλεία αφηγηματικότητας και σαν κάποια πειραματική σκηνική διαδικασία «εν εξελίξει»… Να με συγχωρείτε, αλλά δεν θα μπορούσε να δοθεί πλέον κι αλλιώς… Κάθε άλλη προσέγγιση του θέματος θα έμοιαζε το ίδιο μακρινή με εμάς, όσο και εμείς από τις αληθινές γριές που μαζεύαν κάποτε την τσουκνίδα. Η μόνη παρατήρησή μου βρίσκεται στο εξής: Ας προσεχθούν στο μέλλον ορισμένα θέματα που αφορούν τη δραματουργία της παράστασης. Η πολύπλευρη πραγμάτευση που αναλυτικά περιγράψαμε παραπάνω οφείλει να αποκτήσει διαύγεια. Υπάρχουν μεταβάσεις από το ένα θέμα στο άλλο που δεν περνούν στο κοινό και του δημιουργούν σύγχυση.
Για παράδειγμα, ενώ στο δελτίο Τύπου και στον τίτλο δηλώνεται πως η παράσταση συνδέεται με την τελετουργία της μαγειρικής, στην ίδια την παράσταση αυτή καταλαμβάνει σχετικά μικρό μέρος. Και στο τέλος τέλος, για να φτάσουμε από τον Λουκάνο και τον Οβίδιο στον «Ιανό» και τον «Δανιήλ», για να περάσουμε από τα ξόρκια και τις γητειές σε μια καταγγελία για τα αντιπλημμυρικά έργα που λείπουν από τον κάμπο, χρειάζεται διαδρομή προσεκτική και μελετημένη. Ας θεωρηθεί λοιπόν η επιτυχία της παράστασης αφορμή για να εγκύψουν οι συντελεστές της σε αυτά τα προβλήματα, ώστε η επόμενη κιόλας απόπειρά τους να περιλαμβάνει τη λύση τους.
Το θέατρό μας θα βγει πολλαπλά κερδισμένο από το νέο κοίτασμα του Θεσσαλικού Κάμπου.
