ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Κώστας Γρηγοριάδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι αδυναμίες δεν κρύβονται εύκολα, πώς να το κάνουμε. Ομολογώ πως από όλες τις μετακλήσεις του φετινού φεστιβάλ στην Πειραιώς, εκείνη που περίμενα με τη μεγαλύτερη αδημονία δεν προερχόταν από τα γνωστά κέντρα της διεθνούς πρωτοπορίας, από τις εστίες των μεταμοντέρνων κρίσεων ή τις μητροπόλεις της διαχέουσας καλλιτεχνικής ανησυχίας. Οχι. Η δική μου ανυπομονησία αφορούσε μια μικρή, σεμνή πρόταση από το Ιράν, με θέμα δύο ανθρώπους, ένα ζευγάρι, να τρέχει ο ένας δίπλα στον άλλο προς την ελευθερία.

Ο ίδιος ο σκηνοθέτης, ο πλατιά αναγνωρισμένος σκηνοθέτης Αμίρ Ρεζά Κουεστανί, θα μπορούσε από μόνος του να είναι ο βασικός λόγος για την εκλογή μου. Οι διεθνείς κριτικές τον χαρακτηρίζουν ήδη ως τον «Ιρανό Μπέργκμαν», κυρίως λόγω της ικανότητάς του να φτάνει με τον διάλογο των παραστάσεών του -που συνήθως αφορούν ζευγάρια σε κατάσταση κρίσης- μέχρι εκεί όπου η σιωπή γίνεται πιο εύγλωττη από τον λόγο και να εγχέει σε ένα καθόλα ρεαλιστικό πλαίσιο τις νότες μιας ποιητικής πνοής ώς τις βαθύτερες χορδές της μυστικής επικοινωνίας του έξω με τον μέσα κόσμο.

Αλλά εκείνο που πρωτίστως με ενδιαφέρει δεν είναι ο σκηνοθέτης του «Τυφλού δρομέα», είναι το ίδιο το ιρανικό θέατρο ή, καλύτερα, ο τρόπος του να μας θυμίζει την ουσία των πραγμάτων. Ακόμα και το ρήμα «ενδιαφέρει» εδώ είναι κάπως παραπειστικό -αυτό που στην κυριολεξία θέλω να πω είναι ότι παραστάσεις όπως ο «Τυφλός δρομέας» λειτουργούν μέσα μας σχεδόν ανακουφιστικά. Μας πείθουν πως το θέατρο ως τέχνη αλλά και δημόσιος λόγος είναι ακόμη κρίσιμο στο να μεταφέρει το βίωμα ανθρώπων που θέλουν να ζήσουν χωρίς δεσμά, χωρίς τυραννία και χωρίς φόβο. Αν το αντιληφθούμε αυτό –και βέβαια δεν συμβαίνει αυτό μόνο με το ιρανικό θέατρο-, τα υπόλοιπα μοιάζουν συμπληρωματικά. Σε ό,τι έχει τύχει να δω από εκείνο το σημείο της Γης υπάρχει η αίσθηση της αναγκαιότητας για την τέχνη που υπηρετούμε, -ο καθένας από το μετερίζι του-, μαζί με την υπενθύμιση της νοητής πατρίδας της κοινής μας συνύπαρξης.

Γι’ αυτό ο «Τυφλός δρομέας» εκπέμπει πέρα από τις όποιες καλλιτεχνικές αρετές του και πολλές άλλες ποιότητες: γενναιότητα και αξιοπρέπεια, μπλεγμένες με χαρακτηριστική ευγένεια και παροιμιώδη σεμνότητα. Είναι οι ποιότητες που διαρκώς αναζητούμε -με την ανησυχία να μεγαλώνει ολοένα- ανάμεσα στις αντίστοιχες εκ δυσμών προτάσεις, που εδώ που τα λέμε δεν επαναλαμβάνουν πολλά περισσότερα από την παλιά εκείνη διαπίστωση πως έχουμε φτάσει περίπου στο σημείο όπου δεν ξέρουμε πια τίποτα ο ένας για τον άλλον.

Σεμνή υπενθύμιση της νοητής πατρίδας της κοινής μας συνύπαρξης

Ενα ζευγάρι Ιρανών είχε αρχίσει να προπονείται στον Μαραθώνιο, όχι για την επίδοση ή για την καλή φυσική κατάσταση αλλά για μια πολύ διαφορετική αιτία: ο σκοπός είναι να καταφέρουν να διασχίσουν το τούνελ της Μάγχης σε ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα, στις λίγες ώρες που τα τρένα δεν βρίσκονται στους συρμούς τους, ώστε να «περάσουν απέναντι»… Ωστόσο, η υπόθεση λέει, η γυναίκα συλλαμβάνεται από την ιρανική αστυνομία εξαιτίας της ανάρτησής της στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης και έτσι το σχέδιο ανακόπτεται.

Το θεατρικό του Κουεστανί ασχολείται κυρίως με το ζευγάρι να συναντιέται στη φυλακή, στα επισκεπτήριά της, και να ζει εκεί την πορεία της σταδιακής αποξένωσής του. Η φυλακισμένη έχει στερηθεί την ελευθερία της, την κινητικότητά της, και νιώθει πως η επιβεβλημένη ακινησία της αρχίζει να επιδρά στην εσωτερική της υπόσταση. Μία απελπισμένη λύση που προτείνει ο άνδρας είναι να τρέχουν ο ένας παράλληλα στον άλλο εντός και εκτός προαυλίου της φυλακής ώστε να διατηρήσουν έτσι κάπως τη φόρμα τους, -κυρίως όμως για να σώσουν την ψυχική επαφή τους.

Εις μάτην, ωστόσο… Η απόσταση μεταξύ τους διαρκώς μεγαλώνει με τον καιρό, ώσπου η κοπέλα θα προτείνει στον σύντροφό της μια άλλη διέξοδο. Να γίνει αυτός ο δρομέας οδηγός για μια τυφλή συμπατριώτισσα και συναγωνίστρια -πρώην πρωταθλήτρια που τυφλώθηκε από τα σκάγια της αστυνομίας σε μια διαδήλωση- στους επόμενους Παραολυμπιακούς Αγώνες του Παρισιού. Θα ξεκινήσει έτσι η διπλή υπόσταση της «γυναίκας-δρομέα», που κάποτε θα μιλάει με το στόμα της φυλακισμένης στο Ιράν και άλλοτε με το στόμα της τυφλής «ελεύθερης» φίλης της στο Παρίσι.

Το γυναικείο δίδυμο θα διεκδικεί μία θέση δίπλα στον σύντροφό της, υποκαθιστώντας ή λαμβάνοντας η μία τη θέση της άλλης, μέχρι τον τελικό δρόμο προς την ελευθερία. Κι όταν το ζευγάρι επιχειρήσει τελικά να διασχίζει τη Μάγχη, ο δρόμος του θα αποκτήσει ένα συμβολικό νόημα: θα γίνει μέσα από τη δήλωση της τυφλής δρομέα ο δρόμος της θυσίας και η δήλωση ενός αδιεξόδου για όλους τους μετανάστες. Η παράσταση που ξεκίνησε με τους δύο δρομείς να τρέχουν ο ένας αντίθετα από τον άλλο και να γράφουν πάνω σε έναν πίνακα φράσεις ότι η ιστορία τους είναι το ίδιο φανταστική όσο και αληθινή, -ανάλογα το πόσο ο καθένας μας θέλει να δει το σημαίνον ή το σημαινόμενο σε αυτήν, ολοκληρώνεται τώρα με τα φώτα ενός τρένου να έρχεται με ταχύτητα προς το μέρος μας, προμηνύοντας έτσι το τέλος των δύο μαρτύρων.

Είναι αλήθεια πως χωρίς να είχε κάποιος ενημερωθεί, έστω και ακροθιγώς για την παράσταση, θα δυσκολευόταν πιθανόν να ακολουθήσει την πλοκή της. Ετσι όπως το κείμενο χύνεται από τον έναν ρόλο στον άλλο και από τη μια κατάσταση στην άλλη (δραματουργία του σκηνοθέτη και της Samaneh Ahmadian), από τη φυλακή στο Παρίσι και πάλι πίσω, ο θεατής θα πρέπει να σπάσει το φράγμα της ρεαλιστικής περιγραφής για να αναχθεί σε ένα επίπεδο όπου το ένα συνδέεται με το άλλο και όλα ενώνονται σε μια κοινή υπόσταση. Πράγματι, οι δύο γυναίκες συνδέονται με τον δεσμό των αθλητών στον κοινό δρόμο όπου ο ένας δίνει στον άλλο αυτό που στερείται: η φυλακισμένη δίνει στην τυφλή σύντροφό της τα μάτια της και εκείνη της αντιχαρίζει τη σωματική ελευθερία, τη νοητή μετάβαση στο Παρίσι, την ολοκλήρωση του σχεδίου που η ίδια πια δεν μπορεί να πραγματοποιήσει. Ο αγώνας αποκτά νόημα όταν ο ένας διαισθανθεί ότι υπάρχει μέσα από τον άλλον, εξαιτίας του άλλου και σαν προέκτασή του.

Σεμνή υπενθύμιση της νοητής πατρίδας της κοινής μας συνύπαρξης

Κι όλα αυτά σε λιγότερο από μια ώρα, με δύο μόνο άξιους ηθοποιούς (την Ainaz Azarhoush και τον Mohammad Reza Hosseinzadeh), και με λόγια σκορπισμένα στην τριβή της καθημερινής επικοινωνίας. Παραλείπω να αναφέρω την εξαιρετική σύμπτωση να μιλούμε για δύο Πέρσες που επιχειρούν τον Μαραθώνιο, αντιστρέφοντας με κάποιον τρόπο την πορεία του, αλλά και εκπληρώνοντας από άκρη σε άκρη το αληθινό του νόημα. Και βέβαια παρατηρούμε σταθερά στο ιρανικό θέατρο την απλόχερη ευγένεια, τον βαθύ λυρισμό και την ανεπιτήδευτη σεμνότητα σε ό,τι λέγεται, σε ό,τι δείχνεται, σε ό,τι φανερώνεται.

Το να πω ότι έχω δει καλύτερες προτάσεις από τον «Τυφλό δρομέα» θα είχε εν μέρει σημασία -δεν αποδεικνύει κάτι άλλο παρά μόνο ότι επιμένω να βλέπω τη συγκεκριμένη παράσταση σαν μέρος ενός φεστιβάλ. Ομως νομίζω ότι θα ήταν πολύ στενόκαρδο. Το σημαντικό είναι πως η παράσταση διατηρεί και μεταφέρει το μήνυμα μιας τέχνης που παραμένει ακόμη ουσιαστική, πολιτική και αναγκαία.