Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Για το δικό μου γούστο κι αντίληψη, η πιο ενδιαφέρουσα μέχρι τώρα ελληνική παράσταση στη φετινή Επίδαυρο έρχεται από το θέατρο των Ιωαννίνων και τη σκηνοθετική πρόταση του Κώστα Φιλίππογλου.

Πρώτον, γιατί είναι μια αληθινά καλοφτιαγμένη δουλειά σημαντικών συντελεστών, με πρωτεργάτη τον ποιητή Γιώργο Μπλάνα.

Κι έπειτα, γιατί είναι μια πρόταση -επιτέλους, μία!- την οποία μπορούμε να συζητήσουμε, να κρίνουμε, να κάνουμε βάση της γενικότερης συζήτησης για το αρχαίο δράμα.

Είναι, τέλος πάντων, μια πρόταση που μένει στον νου και το στόμα μας και μετά την έξοδό της.

Η βάση όμως εδώ είναι αληθινά ο λόγος του Μπλάνα. Θα μου επιτραπεί επομένως να σπάσω κι εγώ μια φορά το πρωτόκολλο και να αναφερθώ πρώτα στους μοχλούς που κίνησαν το αποτέλεσμα, πριν μιλήσω για τη σκηνοθεσία.

Η εργασία του είναι μια ανακάλυψη του κειμένου από τον ποιητή. Κακώς αποκαλείται «μετάφραση». Ο Προμηθέας του Μπλάνα ανήκει περισσότερο στον ποιητή.

Είναι μια ανάπλαση του έργου, μέχρι του σημείου προσαρμογής που αποζητά ο νέος συγγραφέας. Εδώ πρόκειται για παράσταση που εξετάζει τον Προμηθέα όχι μόνο με βάση το παραδομένο κείμενο, αλλά και μεγάλο μέρος της μετέπειτα νοηματοδοσίας του στους καιρούς.

Αυτό που προκύπτει είναι περισσότερο ένα μανιφέστο για την ελευθερία και την αντίσταση στην εξουσία, μια κατά βάση ρομαντική επανεκτίμηση του πρωτομάρτυρα της ελευθερίας, του οσίου αντάρτη και του ανθρώπινου Τιτάνα.

Ο Προμηθέας που είδα εγώ στην Επίδαυρο βρίσκεται στα πέρατα του κόσμου (ο «Καύκασος»), αλλά και του χρόνου, στα απώτατα όρια, στην πρώτη Μεγάλη Πέμπτη της ανθρώπινης ακολουθίας.

Στο τέλος-τέλος αυτή είναι η ύστατη και μεγαλύτερη προσφορά του Προμηθέα στην ανθρωπότητα.

Μετά τα τόσα καλά που έδωσε, τη λογική και τη φωτιά, το σώμα του είναι η τελευταία προσφορά, και μέσω αυτού παραδίδει το παράδειγμά του στο μέλλον.

Με αυτά ως δεδομένα, ας μην περιμένουμε κάποια πιστή μεταφορά της τραγωδίας. Το κείμενο του Μπλάνα πρέπει να εξεταστεί ξεχωριστά, αυτόνομα, αυτοτελώς.

Προσεγγίζει και ρέει μαζί με το αρχαίο σκάφος, ελλιμενίζεται όμως σε ξεχωριστό λιμάνι.

Και για να δώσω ένα μόνο παράδειγμα, ιδού η αντιπαραβολή ανάμεσα στον αρχαίο τύπο, τη σταθερή μεταφραστική αναφορά του Γρυπάρη και το έργο του ποιητή.

Ετσι καταλήγει ο Προμηθέας στις τρεις περιπτώσεις: ὦ µητρὸς ἐµῆς σέβας, ὦ πάντων αἰθὴρ κοινὸν φάος εἱλίσσων, ἐσορᾷς µ᾽ ὡς ἔκδικα πάσχω. / (ο Γρυπάρης μιλά έτσι:) Μα ω µητέρα µου εσύ σεβαστή, κι ω που συ µες στο φως τυλίγεις, αιθέρα, το παν, πόσον άδικα, δείτε µε, πάσχω! / (και ο Μπλάνας έτσι απαντά:) Σκέψη, μητέρα πάνσεπτη, και Πνεύμα φωτεινό του σύμπαντος, φυλάξτε το Λόγο του παιδιού σας: βία και τρόμος κι αδικία η Εξουσία.

Σε αυτήν, λοιπόν, τη βάση οφείλουμε να προσθέσουμε την υπέροχη μουσική επένδυση των Lost Bodies, που δίνουν στην παράσταση την τέταρτη διάσταση του λυρισμού και πένθους.

Παρατήρησα τα θαυμάσια εικαστικά, λιτά και άρτια σκηνικά του Μακ Λέλλαν (για τα κοστούμια έχω μερικές αντιρρήσεις). Και τους σπουδαίους φωτισμούς του Νίκου Βλασσόπουλου, που χαράζουν το σκοτεινό και φωτεινό μέρος του χώρου, τόποι καθήλωσης μαζί και ελευθερίας.

Καταλήγω στη δουλειά του Κώστα Φιλίππογλου, κατά τη γνώμη μου τη σημαντικότερη μέχρι σήμερα εργασία του στο αρχαίο δράμα, επί ελληνικού εδάφους.

Το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται στον τρόπο που έδεσε τον ήρωα, αλλά που τον έλυσε από τα δεσμά του.

Η παράσταση που δίδαξε είναι μια περίεργη, ριψοκίνδυνη σύζευξη του πολιτικού με το ποιητικό θέατρο. Γίνεται κι αυτό.

Από τη μια, το πολιτικό επιχείρημα της διαλεκτικής σχέσης εξουσίας και εξουσιαστή, ο Προμηθέας σαν διαχρονικό παράδειγμα για τους απανταχού καταπιεσμένους: εμβόλιμα πρόσωπα και επεισόδια του Δημήτρη Κουρούμπαλη, δύο εργάτες (του θεάτρου προφανώς) με τις στολές εργασίας λερωμένες ακόμα με φρέσκα χρώματα της σκηνής, ένας παλιός μύθος στα χέρια που «μου εξαντλεί τους αγκώνες», καρέκλες σαν πρώτη ύλη ενός θεάτρου που θέλει να στηθεί, κάποιο σημείο ώστε να «το ακουμπήσω».

Και βέβαια η ίδια η επικαιρότητα που μας καλεί να διακρίνουμε ανάμεσα στις γραμμές τη μεταφορά της: ναι, υπάρχει κι εδώ ο τύπος του πολιτικού δυνάστη, του ηγέτη, του λαού που αναρωτιέται…

Υπάρχει ακόμα και μια Γερμανίδα Ιώ (!), που έρχεται ξεψυχισμένη, θύμα κι αυτή της ίδιας εξουσίας.

Τέτοια πράγματα κανονικά θα με έκαναν να ανατριχιάσω. Εδώ, όμως, όλα αυτά σηκώνονται μαγικά από το επίπεδο της ευκολίας κι ανηφορίζουν. Κυριολεκτικά.

Υπάρχει μια αύρα που κάνει την παράσταση να επιθεωρεί τα μεγάλα ύψη, σαν να πιστεύει πως η κυνική πραγματικότητα δεν εφαρμόζει, αλλά οδηγεί στον τιτάνα. Πού θεωρεί τον Προμηθέα υψηλό και αιώνιο. Και που τον βλέπει σαν πρώτο στρώμα μιας επάλληλης αποκάλυψης του μηχανισμού εξουσίας, αλλά και της υπαρξιακής ακόμα και της μεταφυσικής ανάγκης μας για πνευματική λύτρωση.

Η Γερμανιδα Ιώ

Ετσι, ο Προμηθέας του Τάσου Νούσια βρίσκεται άλλοτε κεκλιμένα σταυρωμένος, κι άλλοτε αποδεσμευμένος στο μέσον της ορχήστρας, πνεύμα και αφήγηση που έχει αφήσει το σύμβολο επί σκηνής και μιλάει τώρα απευθείας, σε πρώτο πρόσωπο. Εχει βαθιά φωνή, μοιάζει με αντάρτη και φοράει μαύρα, όπως το μαύρο πρόβατο ή η μύγα στο γάλα. Οι άλλοι γύρω του δείχνουν αναγκαστικά «λίγοι». Αυτός είναι ο μόνος, ο οπωσδήποτε μόνος.

Ο Χορός τίθεται σαν κινησιολογική (της Φρόσως Κορρού) ομάδα που μεταφέρει την ηχώ των κυμάτων (στον ρόλο των Ωκεανίδων), την εικόνα των λέξεων, αλλά και την παλινωδία μιας άστατης, αλαφροΐσκιωτης φύσης.

Οι υπόλοιποι ρόλοι διπλοί: ο Γεράσιμος Γεννατάς γίνεται Ηφαιστος και Ωκεανός (φορώντας όχι πολύ ευκρινή κοστούμια). Κράτος και Ερμής ο Δημήτρης Κουρούμπαλης.

Την περίεργη Ιώ μεταφέρει η Μαρλένε Καμίνσκι: Γι’ αυτήν δέχομαι κάθε ενδοιασμό πως στην πραγματικότητα εφευρίσκεται από την παράσταση. Εχει ενδιαφέρουσα σιλουέτα, πάνω στις πλατφόρμες της όμως γίνεται αδέξια, αρούκατη.

Η Καμίνσκι ωστόσο είναι καλή ηθοποιός. Και μπορεί να νικά τις όποιες αντιστάσεις μας για να αποδώσει στο τέλος χωρίς υστερίες τη μαρτυρική εικόνα ενός δονούμενου, περαστικού κι αφανούς θηλυκού αντιήρωα.

Μου αρέσει που κι αυτός ο «Προμηθέας», όπως και εκείνος πέρυσι του Λυγίζου, είναι το ίδιο ειλικρινής και αινιγματικός. Τότε είχα παρατηρήσει πως πρόκειται για μύθο που δεν καταλαβαίνουμε και δεν μπορούμε να αποδώσουμε ευθέως σήμερα (εκτός αν κάνουμε κακό θέατρο).

Και εδώ έχουμε μια ομάδα που κατά βάθος ρωτάει τον αρχαίο ήρωα, τον ανασταίνει, δίνει ζωή στην τέλεση ενός μυστηρίου.

Μοιάζει πολύ για σύγχρονη (και μάλιστα πολιτική) πρόταση, δεν είναι όμως. Αν το εξετάσει κανείς, αυτό κάνει κάθε καλό θέατρο στην πράξη.