Υπήρξε ένα από τα γεγονότα του φετινού καλοκαιριού, και ένα από τα λίγα ανανεωτικά ραντεβού του φετινού φεστιβάλ.
Στο καλοκαιρινό πρόγραμμα προστέθηκε η επίσκεψή μας σε ένα από το πιο κεντρικά μυστικά αυτής της πόλης, ένα από τα σημαντικότερα και αφανέστερα μνημεία της.
Το ότι ο «Ρήσος» της Κατερίνας Ευαγγελάτου μπόρεσε να «ενεργοποιήσει» το Λύκειον του Αριστοτέλη, να ξεναγήσει και να διδάξει τους θεατές του στον συγκεκριμένο αρχαιολογικό χώρο, αποκτά ιστορική σημασία.
Αν πρόκειται να επαναληφθεί στο μέλλον, δεν το ξέρω. Μπορώ όμως να μαρτυρήσω πως υπήρξε στην ατμόσφαιρα της παράστασης, και όχι μόνο από τη μεριά των καλλιτεχνών, αυτή η διάχυτη συγκίνηση, η πολύτιμη αίσθηση επιστροφής και εμβάθυνσης σε μια άλλη, αόρατη πόλη, μέσα στην πόλη.
Η Ευαγγελάτου δεν είχε να αντιμετωπίσει όμως αυτό μόνο.
Το πολιτιστικής βαρύτητας εγχείρημα τής προτάθηκε με ένα έργο στο χέρι, με τον σπάνια παιζόμενο «Ρήσο», που στην πράξη ζητά όχι ένα (καθώς λέει ο τίτλος της παράστασης), αλλά δύο ερωτήματα.
Το πρώτο έχει να κάνει με τον ίδιο τον συγγραφέα του. Αποδίδεται, λοιπόν, στον Ευριπίδη; Και αν ναι, πώς εξηγούνται τα τόσα και τόσης έντασης φιλολογικά προβλήματα, οι γλωσσικές και μετρικές ατασθαλίες, η έλλειψη πάθους, άποψης και γνήσιας τραγικότητας;
Η αλήθεια είναι πως για κάθε άλλον, εκτός του Ευριπίδη, η λύση θα ήταν πιο εύκολη. Με τον Ευριπίδη, όμως, ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις…
Κάποιοι θεωρούν ότι πρόκειται για νεανικό του πόνημα (εξηγώντας έτσι την όποια παραξενιά), ενώ άλλοι αποδίδουν τον «Ρήσο» σε μεταγενέστερο μιμητή του τραγικού, όχι ακριβώς «κατώτερου» όσο ενταγμένου σε μια επόμενη, «κατώτερη» από την άποψη της πνευματικότητας, εποχή.
Το δεύτερο ερώτημα του «Ρήσου» αφορά αν θέλετε την ειδολογική ιδιομορφία του: «τραγωδία» ασφαλώς, με την κλασική έννοια, δεν είναι… υπάρχει όμως μια μόνο «έννοια» τραγωδίας; Το έργο μεταφέρει αληθινά μια περίεργη ατμόσφαιρα μετάπτωσης, κάτι σαν το παλιό εκείνο μπαρόκ και τα έργα της γρήγορης (αρρενωπής) απόφασης που προλόγισαν κάποτε τον 17ο αιώνα και τον Σέξπιρ.
Εμπνευση και χιούμορ
Συνοψίζω λοιπόν την πολλαπλή βάσανο με την οποία ήλθε αντιμέτωπη η σκηνοθέτρια: μια αρχαιολογική, στην ουσία «τουριστική», αναβίωση του χώρου, που οφείλει να γίνει (και έτσι πράγματι έγινε) με τρόπο λεπτό και σχετική καλαισθησία.
Ενα σωρό τεχνητά ζητήματα. Και σαν επιστέγασμα, ένα κατεξοχήν προβληματικό έργο, εκτός τραγικού κανόνα και παράδοσης.
Κατά τη γνώμη μου, λοιπόν, είμαστε πολύ τυχεροί. Βρισκόμαστε ακριβώς σε εκείνο το σημείο πάλι, όπου τέτοια ακριβώς «προβλήματα» για τους παλιούς κι ώριμους γίνονται στα χέρια των νέων κινήματα ενθουσιασμού.
Για έναν σκηνοθέτη, όπως η Κατερίνα Ευαγγελάτου, το ό,τι άλλο πέραν του «Ρήσου» θα έδινε μικρότερο κίνητρο. Και το οπουδήποτε αλλού, μακράν του Λυκείου, θα έκανε τα πράγματα λιγότερο ενδιαφέροντα.
Η Ευαγγελάτου έθεσε σε εφαρμογή μερικά τρομερά όπλα της γενιάς της: το ανεπιτήδευτο ύφος, την ανανεωτική εκρηκτικότητα και -κυρίως- τη διάθεσή της για παιχνίδι.
Νομίζω ότι είδε εξαρχής τα πράγματα με χιούμορ και καλή διάθεση. Χρειάζεται βέβαια κι αυτή, όπως και μπόλικη έμπνευση προκειμένου να οργανώσεις μια ολόκληρη πρόταση κατά την οποία αρχάριοι περιπατητικοί (εμείς…) θα επισκέπτονται κατ’ ομάδες τον χώρο, για να δουν βιαστικές εικόνες από γυμνάσματα του παρελθόντος.
Την ίδια στιγμή θα ακούγονται, λέει, αποσπάσματα από φυσικά και ηθικά διδάγματα του Αριστοτέλη.
Θα υποσημειώνεται η αναλυτική μέθοδός του στην εξέταση των Ονείρων, όπως και θα σημειώνεται στο αρχαιολογικό πλατό η ρώμη, η ξεγνοιασιά και το πείραγμα των ξύπνιων μαθητών.
Κυρίως, όμως, η παράσταση θα παραμένει αυτό που εξαρχής θέλει να είναι: μια επίσκεψη σε έναν κατά βάθος χώρο σχολείου, εκεί όπου αιωνίως παίζουν και ασκούνται «παιδιά».
Εκεί όλα είναι ελαφρά, καλοκαιρινά και χαριτωμένα. Μέσα σε αυτά ο «Ρήσος» γίνεται ένα όνειρο του μπαρόκ που βλέπει ο Εκτορας αποκαμωμένος, όταν από τον τελευταίο θρίαμβο ξαποσταίνει για λίγο.
Κι ο ύπνος τού φέρνει ό,τι φοβάται: την εντύπωση πως είναι στα αλήθεια όλα φευγαλέα και αλλιώτικα.
Πως οι πολεμιστές του έχουν τάχα γίνει ένας θίασος διασκεδαστών που γυρνά το βράδυ, μικρά παιδιά που παίζουν το ίδιο με εκείνον παιχνίδι, με μόνο νικητή τον θεό και τον πόλεμο.
Προβλήματα και ερωτήματα
Οχι πως δεν υπήρξαν προβλήματα ή δυσκολίες στο εγχείρημα. Ας μη γελιόμαστε, παρά τις αληθινά γενναίες προσπάθειες της χορογράφου Πατρίσιας Απέργη και τους όμορφους φωτισμούς του Γιώργου Τέλλου και της Στέλλας Κάλτσου, μιας τέτοιας έκτασης παρέμβαση θέλει ακόμα μεγαλύτερη παραγωγή και άλλες, άφθονες τεχνητές λύσεις.
Η παράσταση στηριζόταν στη μέσω ηχείων μετάδοση που δεν ήταν πάντα σαφής ή ακέραια.
Και υπήρχαν στιγμές που οι θιασώτες του Διόνυσου έμοιαζαν κάπως λίγοι, αφήνοντας κενά στον χώρο. Ευτυχώς που τα κρουστά στο βάθος του Δημήτρη Δεσύλλα και η μουσική σύνθεση του Λευτέρη Βενιάδη έκαναν τον χώρο να γεμίσει με δονήσεις μιας «διονυσιακής» εμπειρίας.
Δεν έλειψαν και μερικά ακόμη ερωτήματα. Το όνειρο, εντός του οποίου εγκιβωτίζεται το μισό έργο, είναι πράγματι μια ασφαλής λύση.
Και το παιχνίδι των ηθοποιών αποδεικνύεται εξίσου λειτουργικό. Μένει ωστόσο απέξω ένα κομμάτι του έργου που αδικείται.
Είναι, ας πούμε, ο επίλογος της Μούσας, της μητέρας του Ρήσου, που δίνει την αίσθηση της μητρικής, γυναικείας παρέμβασης σε έναν κόσμο ανδρών.
Και είναι η κρυμμένη εικονολογία της βίας, η οποία –όσο και να θέλουμε να το κρύψουμε- ασκεί στον «Ρήσο» μια μυστική γοητεία, όπως σήμερα ασκούν παρόμοια έλξη ο κυνισμός και η ωμότητα στον κινηματογράφο, στα ηλεκτρονικά παιχνίδια και την προπαγάνδα.
Ξεπερνώ όμως τα όποια επιμέρους σημεία προβληματισμού, για να κλείσω πάλι με θετικά: όπως με αυτούς τους δέκα ηθοποιούς που συγκρότησαν τον δυναμικό, νεανικό θίασο της παράστασης.
Ο Αργύρης Πανταζάρας ήταν ο Εκτορας που αιωρείται μεταξύ ενύπνιας πραγματικότητας και απαιτητικής πραγματικότητας του πολέμου.
Ο Ορφέας Αυγουστίδης ήταν ο υπερφίαλος όσο κι «άβρεχτος» πολεμιστής Ρήσος (που όμως διατηρεί την υπόστασή του, σαν οιονεί τραγικό πρόσωπο).
Πολύ καλός ο Προμηθέας Αλειφερόπουλος σαν Ηνίοχος του Ρήσου.
Ο Ερρίκος Μηλιάρης υπήρξε Δόλωνας και Οδυσσέας: εδώ η διπλή ανάθεση κρύβει πιθανόν κάποιον γρίφο…
Οι υπόλοιποι, δύσκολο να τους διακρίνει κανείς στο ημίφως και από απόσταση, έδωσαν έναν Χορό γυμνασιοπαίδων, να μιμούνται παιχνίδια πολέμου με όλο το θράσος της νιότης: Αντριάν Κολαρίτζ, Γιώργος Κουτλής, Λευτέρης Πολυχρόνης, Δημόκριτος Σηφάκης, Ουσίκ Χανικιάν και Ηλίας Χατζηγεωργίου.
