Μια πρωτότυπη παράσταση ξεκινά αύριο στο Λύκειον του Αριστοτέλους σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου. Συνδυάζει τον «Ρήσο» του Ευριπίδη με κείμενα του Αριστοτέλη. Οι θεατές, αντί να είναι μόνο στατικοί, κάνουν κι έναν περίπατο μέσα στον αρχαιολογικό χώρο.
Το πρώτο, περιπατητικό μέρος της παράστασης -αρχίζει με το φως της ημέρας- βασίζεται στην «Πραγματεία περί Ενυπνίων» του Αριστοτέλη. Οι θεατές εισέρχονται από την οδό Ρηγίλλης και τα πρώτα 20 λεπτά, ως νέοι Περιπατητές (Περιπατητικοί), βαδίζουν καθοδηγούμενοι στην καρδιά του χώρου, όπου παρακολουθούν διαφορετικές δράσεις από τους ηθοποιούς, με οδηγό την πραγματεία του Αριστοτέλη για τα όνειρα. Σιγά σιγά αρχίζει να ξετυλίγεται και ο «Ρήσος» σε όλο τον αρχαιολογικό χώρο, οι θεατές παρακολουθούν οδηγούμενοι σε 230 καθίσματα.
Η Κατερίνα Ευαγγελάτου πέρσι τον χειμώνα περπατώντας προς το Ωδείο Αθηνών, όπου διδάσκει, είδε το Λύκειον Αριστοτέλους, μπήκε και περιπλανήθηκε στον αρχαιολογικό χώρο. Επισκέφτηκε ξανά την περιοχή, μέχρι που ρίζωσε στο μυαλό της η ιδέα της παράστασης. Εφυγε για να σκηνοθετήσει στη Ρωσία, ακολούθησε και «Ιδομενέας» στο περσινό Φεστιβάλ.
Επέστρεψε στο Λύκειον, αναζητώντας μια παράσταση που θα εμπεριείχε τον Αριστοτέλη, αλλά θα είχε ραχοκοκαλιά ένα έργο. Κατέληξε στον αμφιλεγόμενο «Ρήσο» του Ευριπίδη, έργο που είχε διδαχτεί στη Σχολή και είχε ανεβάσει το 1981 στο Αμφιθέατρο και ο πατέρας της, Σπύρος Ευαγγελάτος.
Τα γεγονότα που εκτυλίσσονται περιέχονται στη ραψωδία Κ της Ιλιάδας. Είναι η περίοδος που ο Αχιλλέας, τσατισμένος, απέχει από τον πόλεμο. Η νύχτα που παρακολουθούμε είναι η κατάληξη μιας μέρας νικηφόρας για τους Τρώες, που ίσως θα έκρινε τον πόλεμο αν ο Δίας -στο πλευρό των Ελλήνων- δεν την τελείωνε πρόωρα. Εφερε κατά μία ώρα νωρίτερα τη νύχτα, ώστε να πάψουν οι εχθροπραξίες –οι μάχες σταματούσαν με τη δύση του ήλιου και ξανάρχιζαν με το πρώτο φως- και να μη νικήσουν ολοκληρωτικά οι Τρώες…
Το έργο ξεκινά με τον Εκτορα (Αργύρης Πανταζάρας) κοιμισμένο και οργισμένο με τον Δία που του στέρησε μια βέβαιη νίκη. Υποχρεώθηκε να αποχωρήσει παρ’ όλο που ήθελε να συνεχίσει τη μάχη και τη νύχτα. Τώρα οι φρουροί τον ξυπνούν γιατί παρατηρούν μια παράξενη κινητικότητα, φωτιές και φωνές στο στρατόπεδο των Ελλήνων, όλοι οι αρχηγοί έχουν μαζευτεί στη σκηνή του Αγαμέμνονα. Στέλνει τον Δόλωνα να κατασκοπεύσει τι γίνεται στα αγκυροβόλια των Ελλήνων, αλλά οι Διομήδης και Οδυσσέας τον σκοτώνουν. Ερχεται και ο Θρακιώτης βασιλιάς Ρήσος (Ορφέας Αυγουστίδης) να πολεμήσει με τους Τρώες, όπως είχε υποσχεθεί στον Πρίαμο, καθυστερημένος όμως δέκα χρόνια. Την ίδια νύχτα όμως σκοτώνεται από τον Διομήδη και τον Οδυσσέα που εισβάλλουν στη σκηνή του.
Πρόκειται για ένα ιδιότυπο έργο, σχεδόν μυστηριώδες ως προς το είδος, το ύφος της γραφής του και μ’ ένα έντονο παρασκήνιο. Η πατρότητά του αμφισβητείται – δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι είναι του Ευριπίδη. Ο ποιητής είχε γράψει πράγματι έναν «Ρήσο», αλλά δεν ξέρουμε ότι είναι το συγκεκριμένο έργο που σώθηκε, παρ’ όλο που εντάχτηκε στους καταλόγους του – οι νεότεροι μελετητές το αποδίδουν σε λάθος.
«Αγνωστος ο συγγραφέας, στη χρονολόγηση υπάρχει μια απόκλιση 150 χρόνων», λέει η Κατερίνα Ευαγγελάτου. «Το σημαντικό για τη θεατρική πράξη είναι η αδυναμία κατάταξής του ειδολογικά. Δεν πρόκειται για τραγωδία – ο φόνος εχθρού στον πόλεμο δεν συνιστά τραγωδία. Φέρει στοιχεία σατυρικού δράματος, δράματος, κωμωδίας, σάτιρας, συνθέτοντας ένα παράξενο έργο, το μοναδικό στα σωζόμενα της αρχαίας ελληνικής θεατρικής παραγωγής που διαδραματίζεται αποκλειστικά στη διάρκεια της νύχτας. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι το έγραψε ηθοποιός, θαυμαστής του Ευριπίδη -γι’ αυτό περιέχει τόσες κλεμμένες ευριπίδειες εκφράσεις- που δεν του βγήκε. Συμβαίνουν διάφορα ανορθόδοξα: στη μέση του έργου η θεά Αθηνά, που παραδοσιακά βρίσκεται στο πλευρό των Αχαιών, εμφανίζεται νυχτιάτικα, όχι σε θεολογείο, πράγμα πρωτάκουστο για τα δεδομένα, αλλά εμπλεκόμενη στη δράση.
Βρίσκει τους Οδυσσέα και Διομήδη παροτρύνοντάς τους να σκοτώσουν τον Ρήσο γιατί αν ξημερώσει εκείνος θα τους κατατροπώσει. Στη συνέχεια μεταμορφώνεται στη θεά Αφροδίτη και κοροϊδεύει τον Πάρι μέχρι οι δύο να σκοτώσουν τον Ρήσο. Ε, αυτή η σκηνή είναι απόλυτα κωμωδία, Αριστοφάνης. Ολα δε συντελούνται κάτω από τη μύτη των φρουρών, οι οποίοι δεν καταλαβαίνουν τίποτα… Ο ήρωάς μας Ρήσος, ο μεγάλος πολεμιστής, καταφτάνει στην Τροία για να συνδράμει αργοπορημένος κατά σχεδόν 10 χρόνια -υπονοείται ότι γλεντούσε και οργίαζε στη Θράκη- με τρομερή οίηση και αλαζονεία. Λέει στον Εκτορα: «Είσαι τελειωμένος, σε χαλάει ο πόλεμος. Δέκα χρόνια τώρα και δεν τελειώνεις. Ασ’ το πάνω μου, σε μια μέρα θα καθαρίσω και μετά θα φύγω. Μόνος μου, δεν θέλω καμιά βοήθεια». Ο στρατός ενθουσιάζεται: «Τι ωραία τα λέει…». Και συνεχίζει ο Ρήσος: «Εγώ θα κοιμηθώ λιγάκι και το πρωί θα πάω να πολεμήσω». Και τον σκοτώνουν μέσα στη σκηνή του». Απίθανοι διάλογοι. Και δεν έχω πειράξει τίποτα στο κείμενο».
Η σκηνοθετική σύλληψη βλέπει το έργο σαν ένα όνειρο του Εκτορα κι έτσι συνδέεται με την «Πραγματεία περί Ενυπνίων» του Αριστοτέλη.
«Ο «Ρήσος» συμβαίνει μέσα στο κεφάλι του Εκτορα. Ετσι εξηγούνται όλες αυτές οι παράξενες μεταβολές – κάθε επεισόδιο ανήκει σε διαφορετικό δραματουργικό είδος. Βλέποντάς τον υπό αυτό το πρίσμα, λύνονται για εμάς πολλά από τα τεράστια ερωτήματα που ταλανίζουν τους φιλολόγους, που ασχολούνται χρόνια με το έργο προσπαθώντας να καταλάβουν ποιος και πώς το έγραψε.
Ο Εκτορας εμφανίζεται με νεανική άγουρη ορμή, που τον κάνει να δρα παρορμητικά. Σ’ όλο το έργο είναι έρμαιο όλων. Κι επειδή η παράσταση συντελείται στο όνειρό του, φαντάζεται όλους τους ήρωες σαν παιδιά που παίζουν πόλεμο με ξύλινα σπαθιά και τσίγκινα καπέλα μέσα σ’ έναν χώρο μνήμης. Το στοιχείο της νύχτας δημιουργεί κωμικές και δραματικές καταστάσεις, αφού κυριαρχεί η αμφιβολία αν ακούς, αν βλέπεις καλά. Επίσης, φέρει έναν συμβολισμό σε μια κοινωνία καταρρακωμένη από 10ετή πόλεμο με χαμένη τη δυνατότητα «όρασης», ορθής κρίσης. Οι άνθρωποι πλέουν μέσα σ’ ένα σκοτάδι πλάνης – οι πράξεις τους εκπορεύονται από αυτή την απέραντη, πηχτή νύχτα», λέει η Κατερίνα Ευαγγελάτου.
Ενα άλλο στοιχείο που η σκηνοθέτις συνδέει με τον «Ρήσο», την παράσταση και τον χώρο, είναι οι αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις των αρχαιολόγων γύρω από το πού ήταν τι στο Λύκειο Αριστοτέλους – εκτός από τη θέση της παλαίστρας, που συνεχίζεται κάτω από το Ωδείο Αθηνών.
• Στο μακρινό Περμ της Ρωσίας σκηνοθετήσατε όπερα, «Τα Παραμύθια του Οφενμπαχ» του Χόφμαν. Πώς ήταν η εμπειρία;
Λατρεύω τη συγκεκριμένη όπερα – περίεργο, που μου την πρότεινε ο Θοδωρής Κουρεντζής. Στη Ρωσία ξαναθυμήθηκα τις σπουδές μου, την ασκητική ατμόσφαιρα που σου επιβάλλει αυτή η χώρα. Οι χρόνοι είναι αποκλειστικά δοσμένοι στη δουλειά, βρίσκεσαι εκεί γι’ αυτόν τον λόγο, αφοσιώνεσαι 24 ώρες το 24ωρο. Η κούραση δεν έλειψε, όπως και αγαπημένοι άνθρωποι. Αλλά η ικανοποίηση ήταν μεγάλη. Εκπληκτικοί οι καλλιτέχνες, οι σολίστ, η ορχήστρα, η Χορωδία. Ολοι από διαφορετικά μέρη του κόσμου ταγμένοι, με κοινή τη γλώσσα της μουσικής. Θέλω να ξανακάνω όπερα, στην Ελλάδα δεν υπάρχουν πολλές δυνατότητες. Μετά τον «Ρήσο» θα ξεκουραστώ. Και τον Σεπτέμβριο ξεκινάω πρόβες για τον «Φάουστ» στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά με τον Νίκο Κουρή και τον Χάρη Φραγκούλη.
• Θα θέλατε έναν δικό σας χώρο;
Αυτή η κουβέντα με ακολουθεί καιρό. Την αφήνω, την ξαναπιάνω, την παρατάω. Αναρωτιόμουν από τότε που έκανα την «Είσοδο κινδύνου» στο Αμφιθέατρο, μέχρι που μπήκε το θέμα για το κλείσιμο του θεάτρου. Θα είχε νόημα, θα μπορούσα να το κρατήσω; Οταν άρχισα να δουλεύω στο ελεύθερο θέατρο πέρασα στην περίοδο όπου το θέατρο δεν έχει πια καμιά στήριξη, ούτε από το κράτος ούτε από ιδιώτη. Χωρίς προνόμια, ελαφρύνσεις, οι χορηγοί γιατί να ενδιαφερθούν; Δεν θα είχε νόημα να φτιάξω δικό μου χώρο, αν έμενε ο κόσμος απλήρωτος ή αντί για σκηνικό είχα ένα τραπέζι και δυο καρέκλες ή δεν μπορούσα να κάνω τέσσερις μήνες πρόβα. Στην Ευρώπη οι φορείς στηρίζουν σχήματα, δράσεις, επενδύουν σ’ έναν καλλιτέχνη. Στη χώρα μας κάτι τέτοιο δεν θεωρείται γοητευτικό…
• Φοβάστε την επόμενη μέρα;
Τρομάζω μέχρι να περάσω την πόρτα της πρόβας. Μετά τα ξεχνάω όλα. Ολοι έχουν μια άποψη, ποιος νοιάζεται για τη δική μου; Τα της οικονομίας τα εξηγούν οι ειδικοί. Εγώ νοιάζομαι για την ανύπαρκτη επένδυση στην Παιδεία, στον πολιτισμό. Αυτός ο υπέροχος αρχαιολογικός χώρος κλείνει στις 3 μ.μ. γιατί δεν υπάρχουν χρήματα να πληρωθούν αρχαιοφύλακες. Δεν δικαιούμαι να είμαι απογοητευμένη, θα ήταν ύβρις. Θα έπεφτε αυτός ο πεύκος στο κεφάλι μου. Εργάζομαι συνεχώς με τις καλύτερες συνθήκες σε χώρους και με τρόπους που επιλέγω. Μέσα στον ζόφο, όμως, δεν δηλώνεις αισιόδοξος. Και σε μένα και στους συνεργάτες μου κοστίζει που πρέπει να δουλεύουν σε τρεις δουλειές πριν έρθουν στην πρόβα. Είτε αυτό λέγεται μαθήματα είτε μπαρ είτε σίριαλ. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να εργαστούμε με την όρεξη, το ρίσκο, την αφοσίωση που θα θέλαμε όταν αυτή η εργασία προσφέρει τα απολύτως απαραίτητα. Κι αυτό δημιουργεί πληγές, συμβιβασμούς, μεσοβέζικα πράγματα στην αισθητική, στην επιλογή συνεργατών, στον χρόνο προβών, στο πόσες καρέκλες θα βάλεις.
• Μοιάζετε αυτάρκης, δυνατή έως σκληρή.
Ετσι μου λένε. Είναι μια αυξημένη ικανότητα επιβίωσης και προσαρμογής, χαρακτηριστικό μου από παιδί. Η μητέρα μου ήταν άνθρωπος προσγειωμένος, οργανωτικός, στοχοπροσηλωμένος. Οι γονείς μου, ειδικά ο πατέρας μου, επιβίωσαν σε δυσκολίες.
Ημουν βεβαρημένη από δύο ισχυρούς γονείς
• Σκέφτεστε τη Λήδα Τασοπούλου, τη μητέρα σας;
Πάρα πολύ. Οι άνθρωποι κατοικούν μέσα σου. Αλλοτε εμφανίζονται αιφνιδιαστικά ως σκέψη, εικόνα, μυρωδιά. Κι άλλοτε είναι για μέρες παρόντες. Τη σκέφτομαι συχνά κι όταν διδάσκω. Στο Εργαστήρι Υποκριτικής του Αμφιθεάτρου για μια τετραετία ήταν εξαιρετική δασκάλα. Της έδινε μεγάλη χαρά η επικοινωνία με τα παιδιά. Ναι, μου λείπει. Εχω τη μαμά της ευτυχώς, σημαντικό στήριγμα, της έχω τεράστια αδυναμία, λατρεία.
• Πώς θα έκρινε άραγε αυτά τα δέκα χρόνια της καριέρας σας;
Οταν μπήκα στον χώρο ανησυχούσε μήπως βιώσω τον πόλεμο που έζησε εκείνη ως γυναίκα του πατέρα μου. Ημουν βεβαρημένη από την ισχυρή παρουσία δύο γονιών, ήθελε να με προστατεύσει. Δεν πρόλαβε να μάθει ότι σκηνοθετώ, δεν είδε τίποτα δικό μου. Εφυγε το καλοκαίρι του 2005, μόλις είχα τελειώσει σπουδές σκηνοθεσίας στο Λονδίνο και μετά στη Μόσχα. Νομίζω ότι θα ήταν πολύ χαρούμενη, περήφανη και ξαλαφρωμένη από φόβους. Αν ζούσε… Θα είχαμε πολλά να συζητήσουμε οι τρεις μας…
Info:
Λύκειον Αριστοτέλους, «Ρήσος» του Ευριπίδη. Μετάφραση: Κώστας Τοπούζης. Σκηνοθεσία-Δραματουργία: Κατερίνα Ευαγγελάτου. Χορογραφία: Πατρίσια Απέργη. Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα. Μουσική σύνθεση: Λευτέρης Βενιάδης. Φωτισμοί: Γιώργος Τέλλος. Σχεδιασμός ήχου-Ηχοληψία: Κώστας Μιχόπουλος. Συνεργάτις αρχιτέκτων: Ιλυα Τασούλα. Φωτογραφίες: Χριστίνα Γεωργιάδου. Παίζουν: Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Ορφέας Αυγουστίδης, Αντριάν Κολαρίτζ, Γιώργος Κουτλής, Ερρίκος Μηλιάρης, Αργύρης Πανταζάρας, Λευτέρης Πολυχρόνης, Δημόκριτος Σηφάκης, Ουσίκ Χανικιάν, Ηλίας Χατζηγεωργίου. Συμμετέχει η τάξη κρουστών του Δημήτρη Δεσύλλα από το Ωδείο Αθηνών. 8 Ιουλίου – 9 Αυγούστου, 20.30.
Οδηγίες προς τους θεατές
■ Οι θεατές θα προσέρχονται στο εκδοτήριο εισιτηρίων, που βρίσκεται εντός του Ωδείου Αθηνών με είσοδο επί της οδού Ρηγίλλης (πρώην είσοδος του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης).
■ Θεατές με ειδικές ανάγκες (ΑμεΑ) μπορούν να παρακολουθήσουν την παράσταση από συγκεκριμένες θέσεις στον χώρο, χωρίς να χρειαστεί να ακολουθήσουν τον περίπατο του πρώτου εικοσάλεπτου.
■ Οι θεατές πρέπει να εισέρχονται στον χώρο με άνετα υποδήματα και να ακολουθούν τις οδηγίες των «ηθοποιών-οδηγών».
■ Ο αριθμός των θεατών για κάθε παράσταση είναι περιορισμένος λόγω της ιδιαιτερότητας του χώρου.
■ Σε περίπτωση βροχής οι παραστάσεις δεν πραγματοποιούνται.
■ Το κάπνισμα απαγορεύεται αυστηρά.
■ Η παράσταση παρουσιάζεται με αγγλικούς υπέρτιτλους.
