Με τη «Συμφωνία αρ. 8, των Χιλίων» (1910) του Μάλερ ολοκληρώθηκε εφέτος η παρουσίαση κλασικής μουσικής από το Φεστιβάλ Αθηνών στο Ηρώδειο, λίγο πριν το χιλιοταλαιπωρημένο ερείπιο του βραχύβιου Ρωμαϊκού Ωδείου κλείσει προσωρινά ώστε να ξεκινήσουν οι απαραίτητες εργασίες εκτεταμένης συντήρησής του. Μετά την «Αμερική του Μάνου (Χατζιδάκι)», ενθυμούμενη την πραγματική αποστολή της, η ΚΟΑ υπό τον Πολωνό αρχιμουσικό Μιχάλ Νεστερόβιτς παρουσίασε τη μεγαλειώδη Συμφωνία του Μάλερ σε σύμπραξη με τη Χορωδία της ΕΡΤ (δ/νση Μιχάλης Παπαπέτρου), τη Χορωδία του Δήμου Αθηναίων (δ/νση Σταύρος Μπερής), τη Ρουμάνικη Ακαδημαϊκή Χορωδία Ολτένια (δ/νση Σβίλεν Σιμεόνοφ) και την Παιδική Χορωδία Rosarte (δ/νση Ρόζη Μαστροσάββα), καθώς επίσης με ένα οκτέτο Ελλήνων και ξένων μετακλημένων μονωδών.
Η Συμφωνία γράφτηκε το 1906 σε φάση ακραίου δημιουργικού οίστρου και πρωτοπαρουσιάστηκε στο Μόναχο το 1910 με τεράστια επιτυχία· ήταν το τελευταίο έργο του που ο Μάλερ άκουσε να εκτελείται όσο ζούσε. Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερης κλίμακας έργα του κλασικού ρεπερτορίου. Συνήθως παρουσιάζεται με σαφώς λιγότερους εκτελεστές –στη συγκεκριμένη περίπτωση του Φεστιβάλ Αθηνών γύρω στους 500 (;)– ενώ ο ίδιος ο συνθέτης καθόλου δεν ενέκρινε τον πιασάρικο τίτλο «Συμφωνία των Χιλίων». Οι Αθηναίοι είχαν την ευκαιρία να ακούσουν πρώτη φορά τη Συμφωνία αυτή το μακρινό 1993, στο τότε πρόσφατα εγκαινιασμένο Μέγαρο Μουσικής από την ΚΟΑ υπό τον Γιάτσεκ Κάσπσικ, και, πολύ αργότερα, υπό τον Στέφανο Τσιαλή (2019). Στο Ηρώδειο, είχε παρουσιαστεί μέχρι τώρα μόνον μία φορά, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, στις 15/9/2001, από την Ορχήστρα νέων «Γκούσταβ Μάλερ», τέσσερις χορωδίες και οκτέτο μονωδών υπό τον 41χρονο Αυστριακό Φραντς Βέλζερ-Μεστ, έναν από τους τότε πολλά υποσχόμενους νέους αρχιμουσικούς του γερμανικού χώρου.
Η «Συμφωνία των Χιλίων» είναι αρθρωμένη ξεκάθαρα σε δύο μέρη τελείως διαφορετικού χαρακτήρα. Το πρώτο, όπου ο Μάλερ μελοποιεί τον μεσαιωνικό ύμνο της Πεντηκοστής για το Άγιο Πνεύμα «Veni Creator Spiritus» («Ελθέ Πνεύμα Δημιουργέ» ή «Έλα πνοή της Εμπνευσης»), είναι ένα κολοσσιαίων διαστάσεων χορωδιακό με πάρα πολύ πυκνή γραφή, στο οποίο συμμετέχουν οκτώ μονωδοί, ορχήστρα και εκκλησιαστικό όργανο. Το δεύτερο, στο οποίο ο συνθέτης μελοποιεί την τελευταία σκηνή από το β΄ μέρος του «Φάουστ» του Γκέτε, λειτουργεί ως τεράστια καντάτα με εκτεταμένη ορχηστρική εισαγωγή και διακριτά μέρη για μεμονωμένους σολίστες και χορωδία. Θέμα του έργου είναι η λύτρωση/εξιλέωση μέσω της αγάπης.
Έχοντας στη διάθεσή του τους μουσικούς της ΚΟΑ άρτια προετοιμασμένους και σε πλήρη εγρήγορση, καθώς επίσης επαγγελματικές χορωδίες υψηλής απόδοσης, ο Νεστέροβιτς διέπλασε μια ερμηνεία που χαρακτηρίστηκε από καλοζυγιασμένες ισορροπίες στη διαμόρφωση του συνολικού ήχου, δοσμένη με πάθος, δυναμισμό και φροντίδα στη λεπτομέρεια. Απλωμένες κλιμακωτά εμπρός στη βάση του τοίχου της σκηνής του Ρωμαϊκού Ωδείου, οι χορωδίες παρήγαγαν ήχο που αναπτυσσόταν με καθαρότητα στον χώρο, ενώ, ταυτόχρονα, διατηρούσε σαφή, ισορροπημένη σχέση προς το συμπαγές σώμα της ορχήστρας, τοποθετημένο εμπρός. Εξασφαλίζοντας αδιάλειπτα, με ποικίλους τρόπους, την καθαρότητα των περιγραμμάτων του ήχου των διαφόρων φωνητικών ή/και ορχηστρικών ομάδων, ο Νεστέροβιτς οργάνωσε τον ειρμό της εκτέλεσης επιλέγοντας ταχύτητες που υποστήριζαν την ευκρινή ανάδειξη του μουσικού συντακτικού.
Το αποτέλεσμα ήταν ένα άρτιο συμφωνικό/χορωδιακό ακρόαμα στο οποίο ο τεράστιος όγκος των ηχητικών μεγεθών –κυρίως των πολλαπλών χορωδιών– ουδέποτε επιβράδυνε ή αλλοίωνε τη «δράση». Το δοξαστικό πρώτο μέρος της συμφωνίας, με την εκρηκτική εκκίνηση και την εμβατηριακή ωστική δύναμη, υπήρξε μια αποθέωση συμφωνικού και χορωδιακού ήχου, ακτινοβολώντας με εξωστρεφή θετική ενέργεια και αισιοδοξία. Αντίθετα, στο σαφώς θεατρικό δεύτερο μέρος, ο αρχιμουσικός έδωσε άπλετο χώρο να αναπτυχθεί η υποδόρια οπερατική διάσταση του τραγουδιού των μονωδών. Επίσης, εδώ ο Νεστέροβιτς φρόντισε με ιδιαίτερη ευαισθησία στην απόδοση της μυστηριακής επουράνιας τοπογραφίας (Γκέτε: «Φάουστ», β΄ μέρος), επενδύοντας με θεατρικό ένστικτο σε αντιθέσεις και εναλλαγές έντασης, σε αιχμές και ατμόσφαιρες. Ο Πολωνός αρχιμουσικός οδήγησε την κολοσσιαία συμφωνία με ασφάλεια και ακρίβεια προς την τελική αποθέωση με τα «επουράνια», χάλκινα πνευστά να σαλπίζουν από το διάδρομο του άνω διαζώματος.
Τα πολλαπλώς έως και απάνθρωπα απαιτητικά φωνητικά μέρη απέδωσαν –όχι ομοιογενώς είν’ η αλήθεια– η Πολωνή υψίφωνος Ιβόνα Σομπότκα, η Ελληνογερμανίδα υψίφωνος Κατερίνα Σαντμάγιερ, η υψίφωνος Βάσια Αλάτη, η μεσόφωνος Μαίρη-Ελεν Νέζη, η άλτο Αννα Αγάθωνος, ο Έλληνας τενόρος Μάριο Τζεφίρι, ο βαρύτονος Δημήτρης Τηλιακός και ο Κορεάτης βαθύφωνος Τζονγκ-μιν Παρκ. Οι επιμέρους ερμηνείες τους εντάχθηκαν φροντισμένα στη μεγαλειώδη ηχητική αρχιτεκτονική του ακροάματος. Στο τέλος της Συμφωνίας το ακροατήριο ξέσπασε σε επίμονο θυελλώδες χειροκρότημα, καλώντας επανειλημμένα τους συντελεστές και τον αρχιμουσικό στη σκηνή! Ποιος θα φανταζόταν ότι, κάποτε, το Ηρώδειο θα γέμιζε από εγχώριο ακροατήριο για να ακούσει από εγχώρια σύνολα τη «Συμφωνία των Χιλίων»!
