Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Καιρό είχαμε να περιμένουμε από το Φεστιβάλ κάτι με τόση αδημονία. Συνθήκη που συνήθως αυξάνει ακόμα περισσότερο τις ούτως ή άλλως διογκωμένες απαιτήσεις μας. Αν δεν κάνω λάθος, αυτή θα πρέπει να υπήρξε η τρίτη κατά σειρά «Τζούλια» που είδαμε μόνο στην Πειραιώς, και μόνο τα τελευταία χρόνια. Πράγμα που σημαίνει πως εκτός από το ανέβασμα του κλασικού μονόπρακτου χρειάζεται και κάτι άλλο ακόμη: έχουμε φτάσει σε εκείνο το σημείο ωριμότητας (ή κορεσμού) ώστε να θεωρούμε (ή να απαιτούμε) από κάθε νέα «Τζούλια» του θεάτρου μας να λειτουργεί σαν νέο αποθετήριο σε μια κοινή κατάθεση.

Και πράγματι, δεν υπήρξε τίποτα σ’ αυτήν τη νοτιοαφρικανική «Δεσποινίδα Τζούλια» της (γνωστής μας κι από μια παλιότερη «Ορέστεια») συγγραφέα και σκηνοθέτριας Γιαέλ Φάρμπερ που να διέψευσε τις προσδοκίες. Ηταν αληθινά ιδιαίτερη, τόσο ώστε να ξεφεύγει από την τυπική «διασκευή» και να προβαίνει στον χώρο της «νέας» εκδοχής του Στρίντμπεργκ.

Η «Τζούλια» της Φάρμπερ εκλαμβάνει τον Στρίντμπεργκ σαν αφετηρία, αναφορά, μοχλό έμπνευσης και κοινό τόπο μια δημιουργία που επιστρέφει στον Σουηδό την επιτυχία που του οφείλει με τη μορφή αντίχαρης: ποιος θα μπορούσε να φανταστεί ποτέ τον μοντερνιστή να βγαίνει από τον νατουραλισμό του δωματίου του για να ανοιχτεί στις άνυδρες πεδιάδες της Αφρικής; Και ποιος θα περίμενε από τον μισογυνισμό και τον εθνοκεντρισμό του να έδινε κάποτε τη μαγιά για μια σύγχρονη γυναικεία γραφή τέτοιας ευρωπαϊκής ευαισθησίας και τέτοιας αφρικανικής ταυτότητας;

Αυτό που κάνει η Φάρμπερ είναι να διατηρήσει από την «Τζούλια» την κεντρική δομή και σύγκρουση, διαμορφώνοντας όμως τις επιμέρους σχέσεις, τη δυναμική και τους στόχους των προσώπων σύμφωνα με ένα νέο σχέδιο. Αλλάζει και τον προσανατολισμό: Η «Τζούλια» υπήρξε ένα νατουραλιστικό δράμα που διεξάγεται στα πεδία της σεξουαλικότητας, εκεί που στα 1888 έμοιαζε με πρόσφορο ρινγκ ταξικής αντιπαλότητας: το ανδρικό και γυναικείο στοιχείο, το πάνω και το κάτω τού τότε κόσμου πάλευαν δεμένα με τα σχοινιά της επιθυμίας και του πόθου.

Χρέη στους πεθαμένους

Εδώ όμως, στον κόσμο της Φάρμπερ η γενετήσια ορμή και η κοινωνική διαφορά βουτάνε στη σημερινή αφρικανική κατάσταση. Εδώ η Τζούλια (Hilda Cronjé) διεκδικεί εξαρχής το σεξουαλικό έπαθλο, έχοντας για αντίμαχό της όχι μόνο έναν ελκυστικό άνδρα, ούτε μόνο έναν κοινωνικά κατώτερο. Ο Ζαν, που λέγεται στην περίπτωσή μας Τζον (Bongile Mantsai), είναι κυρίως κάποιος που ανήκει στην «άλλη» φυλή.

Και το δραματουργικό έρεισμά του δεν βρίσκεται πια στη νωθρή προτεστάντισσα Κριστίν, αλλά στη ριζική μητέρα, μια αυθεντική παρουσία της ανθρώπινης εκμετάλλευσης του παρελθόντος και της ζώσας αφρικανικής ψυχοτροπίας.

Είναι επομένως ένας Στρίντμπεργκ που εφαρμόζεται στο πεδίο της εθνικής αυτογνωσίας. Υπάρχει εδώ ένα αληθινό ζήτημα, ένα ουσιαστικό και επίκαιρο θέμα, μια φλέγουσα προβληματική που κι αν δεν επιδιώκει να βρει λύση σε όσα συμβαίνουν στη Νότια Αφρική μετά το απαρτχάιντ, διατηρεί ωστόσο τη δυνατότητα να κρίνει, να διακρίνει και κυρίως να προλέγει τα μελλούμενα. Να γιατί η παράσταση μοιάζει κάποιες στιγμές να πλησιάζει φόρμα κοντινή στο πολιτικό θέατρο.

Ισως όμως το πιο σημαντικό στην περίπτωση της Φάρμπερ δεν βρίσκεται στο τι λέει αλλά στο τι θεωρεί σαν δεδομένο. Το έργο διαθέτει εκείνο το πολύτιμο χάρισμα που ονομάζεται «ιθαγένεια». Δεν μιλώ για κάποια εξωτική «αφρικανικότητα» ή για την έρευνα της παλιάς «negritude». Εδώ υπάρχει μια σπουδαία εμβάθυνση στην εντοπιότητα που αντί να στενεύει τα πράγματα, αντί να τα κάνει εξωτικά κι απόμακρα (ποιος αλήθεια γνωρίζει σε βάθος τι τρέχει σήμερα στη Νότια Αφρική;), με τρόπο μαγικό τα κάνει να μοιάζουν αληθινά, αυθεντικά και παγκόσμια.

Οι ιστορίες του ανθρώπου φαίνεται πως μοιάζουν στις ρίζες όσο διαφέρουν στα φυλλώματα. Ποιος δεν αισθάνθηκε να βουίζει κάτι μέσα του στην εικόνα της νεκρής που σεργιανά αλύτρωτη στο σπίτι; Ή στη μητέρα του Τζον (Zoleka Helesi), που από τη μια διδάσκει υπομονή και από την άλλη ζητά δικαίωση για «τ’ αποθαμένα» της; Ποιος δεν αισθάνθηκε δίπλα στον Ζαν καθώς αυτός γονατίζει από το βάρος του Χρέους; Και ποιος δεν βρήκε στην Τζούλια την αγωνία μιας ζωντανής που θέλει να ζήσει πέρα από τις οφειλές και τα χρέη των πεθαμένων;

Η αυτοκτονία της Τζούλια

Από την ιθαγένεια λοιπόν οδηγούμαστε στα πρόσωπα. Η πρώτη παρατήρηση έχει να κάνει βέβαια με την ίδια την Τζούλια και τη διαφοροποίησή της από άλλες εκδοχές. Εδώ έχουμε μια Τζούλια που απαλλάσσεται από την ευθύνη και τη μοίρα και αναζητά την αγάπη στο σώμα, στο πάθος, στην ελευθερία και τη μοιρασμένη ευτυχία.

Είναι μια Τζούλια που αγωνίζεται να σπάσει την τραγική μοναξιά της φυλής της. Κι είναι ίσως ακριβώς γι’ αυτό που στο τέλος διασώζεται, σαν θύμα μιας διαστρέβλωσης των πραγμάτων και σαν μοιραία που θα αυτοκτονήσει αφού σκοτώσει τον γόνο της ουτοπίας της.

Επειτα είναι ασφαλώς ο Τζον. Συγκριτικά με τον Τζον, ο παλιός Ζαν έμοιαζε με ελεύθερο πουλί: αυτόν τον βαραίνουν και πολλά άλλα ακόμη, πέρα από τη μοίρα της τάξης του. Σαν μαύρος οφείλει να υπηρετεί σ’ αυτόν τον κόσμο τους κυρίους του και στο επέκεινα τον Κύριό του. Η θρησκευτική επιβολή γίνεται όργανο πειθούς και, μέσω της μητρικής μορφής, όπλο εξουδετέρωσης κάθε αντίστασης.

Ο Τζον δεν μπορεί να κατακτήσει το μέλλον παρά μόνο με την επανάσταση, τη βία και το αίμα. Καταδικάζει έτσι τον εαυτό του να είναι «εχθρός», όχι μόνο απέναντι στους καταπατητές της γης των προγόνων του, αλλά και του δικαιώματος να συνυπάρξουν ειρηνικά. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως είναι ο αδικημένος και ταπεινωμένος της Ιστορίας.

Κι ωστόσο, όπως τον βλέπουμε στο τέλος, με το δρεπάνι και το τουφέκι να πατά το αίμα της εξ ανατροφής αδελφής, απ’ έρωτα αγαπημένης, εκ σαρκός δεμένης μαζί του, Τζούλια, δεν τον νιώθουμε θριαμβευτή. Τα τελευταία λόγια του («θα πρέπει να εξετάσω πώς το κάνει») για τον αφέντη του μοιάζουν με κακό οιωνό: ο τραγικός κύκλος βίας και αίματος θα συνεχιστεί.

Η παράσταση του Baxter Theatre Company είχε επιτυχία γιατί μπόρεσε να μιλήσει με θάρρος και ειλικρίνεια, αγάπη και έγνοια για όσα βαραίνουν το παρελθόν και το μέλλον της πατρίδας του. Είναι αυτό που κατά βάθος εκτιμούμε και εμείς. Το περίφημο εκείνο «play Strindberg» στην εκδοχή της Φάρμπερ αποκτά μια διαφορετική σημασία. Εδώ βρίσκεται ένας Στρίντμπεργκ φεμινιστής, συνειδητοποιημένος, πολιτικός. Ενας Στρίντμπεργκ διαχρονικά και παγκόσμια ουμανιστής.