Κατάλαβα επιτέλους τι είναι αυτό που με ελκύει στα «Radio Plays» -κυρίως του Φεστιβάλ. Το ότι, όπως το αντιλαμβάνομαι, είναι από τα λίγα θεατρικά πράγματα που αυτό το διάστημα γίνονται με αληθινό κέφι. Ολα τα άλλα, ανεξάρτητα από την καλλιτεχνική διαβάθμιση του αποτελέσματος, αποπνέουν την κατάσταση της έκτακτης ανάγκης, την εκβιαστική συνθήκη, μια διάχυτη όσο και ευνόητη μελαγχολία.
Ακόμα και να σταματήσει κανείς να μπαίνει στη θέση του ηθοποιού που αναγκάζεται να παίζει μπροστά σε άδεια καθίσματα, αρκεί να τον δει να υποκλίνεται στο φινάλε της ψηφιακής αναμετάδοσης χαμογελώντας προς το κενό, για να πιαστεί η ψυχή του.
Εδώ όμως όλα είναι διαφορετικά. Αυτό που ξεκίνησε σαν «καλή ιδέα», πάντα σε σχέση με τις γνωστές συνθήκες, έλαβε μυστηριωδώς στην πορεία -ειδικά στην περίπτωση του Φεστιβάλ, όπου καθώς φαίνεται τηρήθηκαν κατά γράμμα οι επαγγελματικές συνεργασίες- τη διάθεση του παιχνιδιού, ενός ευχάριστου και ανανεωτικού «διαλείμματος». Ελαβε μαζί και τη μορφή της συνάντησης κάθε καλλιτέχνη με ένα νέο μέσον, ένα νέο είδος, ίσως και με μια νέα παρέα συναδέλφων.
Δεν ξέρω τι γίνεται από μέσα, μα είναι φανερό εκ του αποτελέσματος πως οι άνθρωποι εδώ το γλεντάνε… Κι αν αξίζει να ακούσει κανείς τα πέντε-έξι podcast του Φεστιβάλ είναι για να αντιληφθεί αυτήν τη διάθεση. Με όλη την επιτηδευμένα σκοτεινή και ναρκισσευόμενα εξπρεσιονιστική ατμόσφαιρα του εγκληματολογικού δράματος των «Radio Plays», ό,τι τελικά προσλαμβάνουμε είναι το θετικό, διασκεδαστικό, μα και αφάνταστα υγιές παιχνίδι των καλλιτεχνών με την ίδια τη δημιουργικότητά τους.
Μετά τους «Κορυδαλλούς» λοιπόν, που περιγράψαμε σε προηγούμενο σημείωμα, το επόμενο σχόλιο της στήλης αφορά το πολύ πιο σκοτεινό -και πολύ πιο τρομακτικό- «Καλωσόρισες στην κόλαση, γλυκιά μου», που σκηνοθέτησε ο Γιάννης Χουβαρδάς σαν ραδιοφωνική διασκευή του διηγήματος του Βασίλη Δανέλλη «Εις το επανιδείν, γλυκιά μου», που με τη σειρά του δημοσιεύτηκε πριν από μερικά χρόνια στη σειρά «Ελληνικά εγκλήματα» από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
Πρόκειται για διήγημα που ανήκει στη σφαίρα της αμερικανικής αστυνομικής-εγκληματολογικής λογοτεχνίας, με έμφαση στην ατμόσφαιρα και τον αφηγητή, στην ψυχολογική και συχνά σωματική βία, τέλος, στις περιγραφές των ημιφωτισμένων εκείνων, αντιστικτικών και συγκρουόμενων μεταξύ τους κόσμων του αρσενικού και θηλυκού «κυνηγού».
Είναι μια κάπως αυστηρή φορμαλιστική λογοτεχνία με λίγα -μα και γι’ αυτό άκρως ενδιαφέροντα- περιθώρια ευελιξίας εκ των έσω. Οπως γίνεται για παράδειγμα εδώ, στο «Καλωσόρισες», όπου ο τυπικός αφηγητής μετατρέπεται σταδιακά από ντετέκτιβ στον θύτη και το θύμα της ίδιας πλοκής, πάντα εντός του δεδομένου πλαισίου του είδους, που επιβάλλει αισθησιασμό, άφθονο κυνισμό και την περιρρέουσα μέθη της παρακμής.
Το ρίγος του αναγνώστη (και στην περίπτωσή μας, του ακροατή) της ιστορίας προκαλείται μεν από την ατμόσφαιρα. Στο τέλος όμως -και εκεί κρίνεται η μαεστρία του συγγραφέα- εντείνεται με την ανατροπή μοτίβων στα οποία μέχρι εκείνη τη στιγμή επένδυε η προσληπτική μας αφέλεια.
Αυτό κάνει ο Δανέλλης στο διήγημά του, κι αυτό υπηρετεί ο Χουβαρδάς με την ομάδα του. Η γραφή του Δανέλλη είναι γεμάτη παρομοιώσεις και μεταφορές, ως οφείλει, καθώς το νουάρ δεν είναι παρά η παρομοίωση ενός κόσμου λάμψης, λάγνας και επικίνδυνης γοητείας, χτισμένου στον φόβο και το κενό της κυνικής πραγματικότητας.
Στο «Καλωσόρισες», μια άκρως σαγηνευτική γυναίκα-δηλητήριο, η Αλεξάνδρα, δουλεύει σερβιτόρα στο τζαζ κλαμπ «Blue Hell», πουλώντας και αγοράζοντας ποτά μαζί με αρσενικά βλέμματα, για τον πάνω κόσμο, μετατρέποντας την υπερχειλίζουσα θηλυκότητά της σε όπλο για τον κάτω. Μοιάζει με έξυπνο πουλί της νύχτας που στο τέλος θα μπλεχτεί σε επικίνδυνο δίχτυ -με φρικτά αποτελέσματα…
Γίνεται όμως -φαντάζομαι- διακριτή η αγωνία μου μην τυχόν και πω κάτι που θα χαλάσει το σασπένς πριν σερβιριστεί ενώπιον των ακροατών του. Μπορώ ωστόσο να εγγυηθώ δύο πράγματα ως αυτήκοος μάρτυρας.
Πρώτον, ότι η ακρόαση εγγυάται μεγάλες και χορταστικές ταλαντώσεις. Μετά, ότι η ατμόσφαιρα του νουάρ που μας αρέσει όχι μόνο τηρείται μέχρι τέλους, μα κατορθώνει να ψηλώσει στο επίπεδο της ανατριχίλας. Αστεία αστεία η ιστοριούλα αυτή, που ξεκινάει σαν ελληνική απομίμηση του παλιού κλασικού νουάρ, κάνει στο τέλος τον ακροατή να γυρεύει την ανάσα του -αν όχι και την αυτοκυριαρχία του.
Είναι φανερό, όπως είπα, ότι οι επαγγελματίες της παραγωγής διασκέδασαν πρώτοι με την καρδιά τους με την ιστορία πριν μας αφήσουν να διασκεδάσουμε. Ο Χουβαρδάς μπήκε στο παιχνίδι σαν παιδί που βρήκε τραμπολίνο. Και μόνο τον παλπ τίτλο να σκεφτεί κανείς που επέλεξε για τη διασκευή, και μόνο να ακούσει την ερμηνεία των ηθοποιών στα όρια του καλτ, συναντά την έμπνευση που χαίρεται εν ώρα εργασίας.
Κι αυτό εννοείται με απόλυτη επαγγελματική συνείδηση του στόχου, ανανεωμένη μάλιστα και ενισχυμένη από τις συνθήκες. Η Αλκηστις Πουλοπούλου βρίσκεται βέβαια στο κέντρο, καθώς υποδύεται με αιλουροειδή φωνή και ευλυγισία την Αλεξάνδρα του διηγήματος… Οι άλλοι ηθοποιοί, η Στέλλα Βογιατζάκη και η Αντα Πουράνη, ο Πολύδωρος Βογιατζής, ο Aκύλλας Καραζήσης, ο Δημήτρης Μπίτος και ο Χάρης Φραγκούλης αποκτούν για λογαριασμό μας τον ρόλο πλοηγών στο σκοτεινό σύμπαν της κόλασης, όχι μόνο ενός κλαμπ ή του υπόκοσμου, αλλά και του κάθε ανθρώπου.
Και, βέβαια, είναι πάλι αυτή η τζαζ… με ρόλο πρωταγωνιστικό και καθοριστικό στην ακουστική δραματουργία κάθε παραγωγής, σε βαθμό που να αναρωτιέται κανείς αν θα έπρεπε να συμπεριλάβουμε τις αναμεταδόσεις του Φεστιβάλ στο μουσικό θέατρό μας. Για τη συγκεκριμένη παραγωγή την προγραμματική μουσική συνέθεσε ο Θοδωρής Οικονόμου και ερμήνευσε ο ίδιος με τους μουσικούς Κίμωνα Καρούντζο, Θοδωρή Κότσιφα, Aλέξανδρο-Δράκο Κτιστάκη και Ανδρέα Πολυζωγόπουλο. Τα φωνητικά ανέλαβε η Αλεξάνδρα Λέρτα.
ΥΓ.: Πολύ ευγενικά ο Ανδρέας Φλουράκης μού υπέδειξε πως στο προηγούμενο σημείωμά μου μια παρατήρησή μου για τις «Πυραμίδες» μπορεί λαθεμένα να εκληφθεί από ορισμένους ως «επιμερισμός» της συγγραφής τους. Η αλήθεια είναι πως νόμιζα ότι η σήμανση της στενής συνεργασίας του συγγραφέα με τον σκηνοθέτη και τους ηθοποιούς του Θεάτρου Τέχνης στην εν λόγω παράσταση διόλου δεν θα έθετε εν αμφιβόλω την αντίληψή μας γι’ αυτόν ως συγγραφέα του κειμένου της. Επανέρχομαι λοιπόν σε αυτό, απολογητικά. Αν και στο σύγχρονο θέατρο είναι ολοένα και δυσκολότερο να διακρίνει κανείς μεταξύ «συγγραφής» και «δραματουργίας», είναι ωστόσο πάντα δίκαιο να αποδίδουμε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι.
