Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Με παράδειγμα τον δάσκαλο Κουν
Tasos Thomoglou
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Με παράδειγμα τον δάσκαλο Κουν

  • A-
  • A+
Πλούσια και πολυπληθής η διανομή, δεμένη και καλά συντονισμένη η ομάδα αποδίδει το έργο αβίαστα και με χάρη.

Τρίτοι στη σειρά των παραγωγών που παρακολουθήσαμε στην Επίδαυρο ήταν οι «Ορνιθες» της Θεσσαλονίκης, αποχαιρετώντας με αυτούς για φέτος το Φεστιβάλ και ευχόμενοι πλουσιότερη συγκομιδή του χρόνου. Από πολλές απόψεις η παράσταση του ΚΘΒΕ βρέθηκε στην αντίπερα όχθη από την αμέσως προηγούμενη, τη «Λυσιστράτη» του Εθνικού. Εκεί είχαμε μια σκηνοθετική πρόταση που ήθελε να δώσει στον Αριστοφάνη μια ανοικτή σε αναγνώσεις μεταμοντέρνα οπτική, ξεσηκώνοντας κύματα γέλιου με τα καμώματα του θιάσου της. Εδώ, αντίθετα, μένουμε από την αρχή μέχρι τέλους σταθεροί σε μια ανάγνωση «νόμιμη» και διπλά «σεβαστική»: πρώτα προς τον ίδιο τον ποιητή και το έργο του. Και έπειτα προς τις καταβολές του σκηνοθέτη της παράστασης, Γιάννη Ρήγα. Γιατί ως προς το ύφος και ήθος, αυτοί οι «Ορνιθες» του ΚΘΒΕ ήταν σαφώς στραμμένοι προς τον δάσκαλο του σκηνοθέτη και εν τέλει όλων μας – τον Κάρολο Κουν.

Είναι όμως φανερό πως το θέατρό μας έχει χωριστεί πια –μην πω έχει διασπαστεί– σε «ηλικίες». Ανάμεσα στην «Λυσιστράτη» του Παπασπηλιόπουλου της προηγούμενης εβδομάδας και στους «Ορνιθες» του ΚΘΒΕ έχει μεσολαβήσει για το θέατρό μας ένα ολόκληρο παράδειγμα τέχνης και βίου, που κάνει τα πράγματα να κινούνται σε διαφορετικές όχθες αντί να ρέουν σε κοινό ποταμό. Κανείς βέβαια δεν μπορεί να αρνηθεί σε ένα καλλιτέχνη να παίρνει έμπνευση και φόρα από τον δάσκαλό του – ειδικά όταν ο δάσκαλος αυτός ήταν ο Κουν και κάθε δικός μας Αριστοφάνης οφείλει από το 1959 και μετά να συναγωνιστεί εν πτήσει τους μυθικούς «Ορνιθες» του Θεάτρου Τέχνης. Ομως δεν είμαι σίγουρος πως μια τέτοια επίδειξη νοσταλγίας από μια παλιά γενιά γίνεται από όλους αποδεκτή.

Για πολλούς ο εμμονικός σεβασμός στο παρελθόν δεν προδίδει τίποτα άλλο παρά την ηλικία μας. Αν μη τι άλλο και μόνο από το γεγονός πως εδώ «ανακαλύπτουμε» μια πρόταση εξήντα λίγο πολύ χρόνων (σαν να λέμε όσο απείχε η παράσταση εκείνη από τις «Νεφέλες» του Σουρή του 1900!) και υποκλινόμαστε σε αυτή, χωρίς να υπάρχει αληθινή ανάγκη για κάτι τέτοιο. Δείτε για παράδειγμα πως επέλεξε ο Παπασπηλιόπουλος να μεταφέρει «κάτι» από την εξίσου μυθική μουσική του Χατζιδάκι στη δική του «Λυσιστράτη». Εκεί δεν υπήρξε «οδηγία», νοσταλγία ή σύγκριση. Εκεί βλέπεις νέους να διασκευάζουν και να τραγουδούν Χατζιδάκι, επειδή και μόνο το γουστάρουν.

Αν υπάρχει κάτι θετικό στην επιθυμία του Ρήγα να μεταφέρει με τους δικούς «Ορνιθες» το παράδειγμα του δασκάλου του, αυτό βρίσκεται πιστεύω αλλού. Γιατί καταλαβαίνω πως υπάρχει φανερός κίνδυνος για όσους νέους ανακαλύπτουν τον Αριστοφάνη να πιστέψουν πως με μια δόση αυτοσχεδιασμού και δύο δόσεις μεταμοντέρνου τα πράγματα γίνονται πιο εύκολα. Το κέρδος από την παράσταση του Ρήγα είναι ότι υπενθυμίζει πως όχι, τα πράγματα παραμένουν ακόμα «δύσκολα». Θέλει τον ίδιο κόπο και ιδέες, γνώση και δόσιμο.

Η μετάφραση του Κ. Χ. Μύρη πρώτα αυτό δείχνει. Τη δουλειά κι επιμονή, το άχθος να διασωθεί η ουσία του πρωτότυπου, μα και να περάσει στο μεγάλο κοινό η πρώτη έμπνευση. Η διδασκαλία του Ρήγα, έπειτα, τι άλλο φανερώνει παρά τον σεβασμό στο κείμενο και την προσοχή στη μεταφορά του, την εμμονή στο πνεύμα και τον ρυθμό του; Και επειδή στους «Ορνιθες» περισσότερο από αλλού προβάλλεται το έργο των υπόλοιπων «συντελεστών», μπορώ να πω με σιγουριά πως αυτή η παραγωγή του ΚΘΒΕ υπήρξε αληθινά μια ευτυχής συνάντηση της ενδυματολογίας (Δέσποινα Ντάνη) και της σκηνογραφίας (Κέννυ ΜακΛέλλαν), της χορογραφίας (Δημήτρης Σωτηρίου) και της μουσικής (Γιώργος Χριστιανάκης), του φωτισμού (Στέλιος Τζολόπουλος) και της μάσκας (Μάρθα Φωκά). Διακρίνω ακόμα ανάμεσα στους συντελεστές τη μουσική διδασκαλία της Χρύσας Τουμανίδου και την κίνηση της μάσκας από τον Σίμο Κακάλα. Μα έτσι οφείλει να δουλεύει ένα «κρατικό» θέατρο. Με παρόμοιες ακριβές και πολύτιμες σκηνικές «ειδικότητες».

Είχα προτείνει παλιότερα πως στον Αριστοφάνη (και όχι μόνο) πρέπει να σκεφτούμε κάποτε να βάλουμε στα κριτικά σημειώματά μας εκτός από «αστεράκια» και βαθμούς δυσκολίας. Στο τέλος τέλος, άλλο πράγμα είναι να επιχειρείς να ανεβάσεις «Λυσιστράτη» ή «Βατράχους» και άλλο «Σφήκες» ή «Ιππής»… Και άλλο βέβαια να παρουσιάζεις μια δική σου αεράτη και ελευθεριάζουσα ανάγνωση κι εντελώς άλλο να παραμένεις όσο το δυνατόν εγγύτερα στο πρωτότυπο και να προσπαθείς να μεταδώσεις τον κόσμο του. Χωρίς τέτοιους «δείκτες δυσκολίας» στο μυαλό οδηγούμαστε σε άδικες συγκρίσεις… Ολοι γνωρίζουν πως ο δεύτερος Αριστοφάνης θα χάσει κάτι από το αυθόρμητο γέλιο, την ανταπόκριση και την «επικαιρότητά» του. Εστω κι αν ανταμειφθεί στο τέλος με την ευωχία, την ποίηση και ακόμη τη διαχρονία του κλασικού.

Δεν έχει τέλος η διανομή αυτής της παραγωγής… Μόνο ο Χορός των Πουλιών αριθμεί ούτε λίγο ούτε πολύ 25 μέλη, κάποια εκ των οποίων βέβαια αναλαμβάνουν στη συνέχεια προσωποποιημένους ρόλους της κωμωδίας. Σκοπός ήταν προφανώς σε πείσμα των λοιμωξιολόγων αλλά και του παρόντα επί της ορχήστρας… «κορονοϊού» να αποδοθεί ένα πλούσιο και φαντασμαγορικό θέαμα, να γεμίσει η ορχήστρα με τα χρώματα της ποίησης και του θεάτρου.

Παρόμοια πλούσια είναι και η διανομή, δίνοντας προφανώς εργασία σε πολύ κόσμο, σε δύσκολους καιρούς. Στην κορυφή βρίσκονται ο Ταξιάρχης Χάνος που αποδίδει τον Πεισθέταιρο σε μια σαφώς κουνική διδασκαλία, και ο Γιάννης Σαμψαλάκης που κινεί παρόμοια τον Ευελπίδη του στους τόνους της έντεχνα λαϊκότροπης υποκριτικής. Ο Χρήστος Στέργιογλου δίνει κι αυτός έναν διασκεδαστικότατο Εποπα. Και στη συνέχεια, τα άλλα μέλη του θιάσου καλούνται να διαχειριστούν το πλήθος των ρόλων με έμπνευση. Υπάρχουν πάρα πολλές και καλές ιδέες, μερικές κορυφαίες, όπως η παρουσίαση του Τρίβαλλου σαν…«Ιτ» (Ελευθερία Αγγελίτσα), το κυλινδρικό σουλούπι των Επιθεωρητών (στο πρόγραμμα αναφέρεται μόνο ο Αριστοτέλης Ζαχαράκης) οι γεωμέτρες Μέτωνες (Βασίλης Παπαδόπουλος και Θανάσης Ραφτόπουλος), ο κωμικός Ιερέας (Βασίλης Σπυρόπουλος), η αλλοπαρμένη Ιριδα (Κλειώ-Δανάη Οθωναίου), ο Προμηθέας με ομπρέλα (Γιώργος Κολοβός), ο Ηρακλής με ρόπαλο (Γρηγόρης Παπαδόπουλος), ο Ποσειδώνας με την υπέροχη μάσκα του (Θανάσης Ρέστας). Στους υπόλοιπους ξεχωριστούς ρόλους οι Κατερίνα Σισίννι (Αγγελιοφόρος), Γιάννης Τσεμπερλίδης (Ποιητής), Ιώβη Φραγκάτου (Χρησμολόγος), Δημήτρης Διακοσάββας (Κινησίας). Και ακολουθούν στον κόσμο των Πουλιών, οι Λίλα Βλαχοπούλου (Υπηρέτης του Εποπα), Χριστίνα Ζαχάρωφ (Ψευδομάρτυρας, Δούλος), Στεφανία Ζώρα (Β΄ Αγγελιοφόρος), Ηριννα Κεραμίδα (Ψευδομάρτυρας, Δούλος), Μαριάννα Κιμούλη (Κήρυκας), Αναστασία-Ραφαέλα Κονίδη (Κήρυκας), Μάρα Μαλγαρινού (Κήρυκας, Πουλί Δερβίσης), Τατιάνα Μελίδου (Ψευδομάρτυρας, Βασιλεία), Χρυσή Μπαχτσεβάνη (Κήρυκας), Περικλής Σιούντας (Συνταγματολόγος, Ψευδομάρτυρας). Ολοι δεμένοι σε μια συνεκτική και καλά συντονισμένη ομάδα.

Είναι μια παράσταση που ρέει αβίαστα και με χάρη, με κάνα δυο σκηνές «σόκιν», με λίγες, κομψές αναφορές στην επικαιρότητα, μα στο σύνολό της τελικά δοσμένη στον Αριστοφάνη και στο πέταγμά του.

Είμαι σίγουρος πως οι θεατές κάποιας ηλικίας θα φύγουν ευχαριστημένοι και γεμάτοι από το θέατρο. Δεν είμαι το ίδιο σίγουρος, αν θα την εκτιμήσουν οι νεότεροι. Η παράσταση ανοίγει και κλείνει με την παρέμβαση ενός «Πουλιού από το παρελθόν» (Ιωάννα Δεμερτζίδου), σαν προφανές ομάζ στους πρώτους εκείνους «Ορνιθες» του σκηνοθέτη με τον Κάρολο Κουν. Στην πραγματικότητα δεν χρειαζόταν αυτή η εικόνα – έτσι και αλλιώς η παράσταση ακολουθεί τα χνάρια του δασκάλου του θεάτρου μας. Το πόσο κομψό όμως είναι να προβάλλεις το δικό σου παρελθόν στο παρόν μιας επόμενης γενιάς, και να υπονοείς μάλιστα τη μεταξύ τους σύγκριση, αυτό είναι θέμα μιας μεγάλης συζήτησης.

ΘΕΑΤΡΟ
Παράσταση τίμια αλλά χωρίς έμπνευση
Ο Γ. Αναστασάκης ανέβασε τον «Ορέστη» του Ευριπίδη, που τινάζει στον αέρα κάθε κανόνα τραγικής «κανονικότητας», χωρίς να έχει να προβάλει κάποια δική του ισχυρή ερμηνεία, αφήνοντας τους θεατές να βγάλουν τα...
Παράσταση τίμια αλλά χωρίς έμπνευση
ΘΕΑΤΡΟ
Οι απλοί πολίτες φύλακες της πόλης
Ο Τσέζαρις Γκραουζίνις υπογράφει μια πολύ «γλυκιά» παράσταση, ποιητική, απλή σε μέσα, πυκνή σε νόημα. Δεν διατηρεί καθ’ όλη τη διάρκειά της το ίδιο επίπεδο έμπνευσης, η εκτέλεσή της όμως είναι άψογη και κρατά...
Οι απλοί πολίτες φύλακες της πόλης
ΘΕΑΤΡΟ
Μπέκετ χωρίς πλήξη και κλισέ
Το κλασικό έργο του Σάμουελ Μπέκετ «Περιμένοντας τον Γκοντό» στο Ηρώδειο σε μια παράσταση από τον Γιάννη Κακλέα.
Μπέκετ χωρίς πλήξη και κλισέ
ΘΕΑΤΡΟ
Η Λυσιστράτη πλατσούρισε στα ρηχά
Μετά τους «Πέρσες», η δεύτερη παραγωγή του Εθνικού στην Επίδαυρο ήταν ως όφειλε αφιερωμένη στον Αριστοφάνη, με την «Λυσιστράτη».
Η Λυσιστράτη πλατσούρισε στα ρηχά
ΘΕΑΤΡΟ
«Ο δρόμος για το κάθε αύριο ήταν και παραμένει πάντα οδυνηρός»
Πολύ νέος, το 1975 ο Γιάννης Ρήγας συμμετείχε στην αναβίωση της ιστορικής παράστασης των «Ορνίθων» του Κουν. Τώρα σκηνοθετεί το αριστοφανικό έργο για το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος στην Επίδαυρο.
«Ο δρόμος για το κάθε αύριο ήταν και παραμένει πάντα οδυνηρός»
ΘΕΑΤΡΟ
«Πέρσες» με εξαιρετικό επιτελείο ηθοποιών
Εστω και καθυστερημένα, με όλες τις δέουσες προφυλάξεις και αναστολές, αξιωθήκαμε και φέτος να επισκεφτούμε την Επίδαυρο. Οι «Πέρσες» του Εθνικού ήταν η πρώτη από τις δύο παραγωγές της κρατικής σκηνής, μία από...
«Πέρσες» με εξαιρετικό επιτελείο ηθοποιών

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας