«Εχει μεγάλη πλάκα, γιατί η προηγούμενη δουλειά μου στην Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής ήταν το 2017, με το σκοτεινό “Λαστιχένιο φέρετρο” των Κουνάδη-Ζιώγα. Εκεί που κάνουμε πρόβες συναντάω συχνά τον τότε μαέστρο μου, Νίκο Βασιλείου, “α, βρε Βίκτωρα, πώς κατάντησες, από την αβανγκάρντ του 20ού αιώνα σε ρίξανε στις οπερέτες”, μου λέει. Φυσικά, δεν το εννοεί κι εγώ απολαμβάνω την παράσταση, με ερεθίζει δημιουργικά πολύ».
Ο Βίκτωρ Αρδίττης, ένας από τους πιο διανοούμενους και θεωρητικούς του θεάτρου μας, καθηγητής σκηνοθεσίας στο Τμήμα Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ, είναι χωμένος εδώ και καιρό σε βαλσάκια, ωραίες μελωδίες, ερωτικές ίντριγκες και γκροτέσκο κωμικές καταστάσεις.
Σε λίγες μέρες (9 Ιουνίου) παρουσιάζει στην Εναλλακτική της Λυρικής, στο Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος, τη σχεδόν άγνωστη οπερέτα «Η πριγκίπισσα της Σάσσωνος» -εξήντα δύο χρόνια έχει να ανέβει στην ΕΛΣ- που όχι μόνο μας αποκαλύπτει ένα νέο πρόσωπο του σπουδαίου Επτανήσιου συνθέτη Σπυρίδωνος-Φιλίσκου Σαμάρα, πέρα από τον διάσημο Υμνο των Ολυμπιακών Αγώνων και τη σοβαρή του όπερα «Ρέα», αλλά εμπλουτίζει και τις γεωγραφικές μας γνώσεις.
Διότι η νήσος Σάσων υπάρχει και παραϋπάρχει. Βρίσκεται στα στενά του Οτράντο, που χωρίζουν την Ιταλία από την Αλβανία, ανήκε στην Ελλάδα και παραχωρήθηκε στην Αλβανία στα τέλη του 19ου αιώνα. «Εχει μεγάλη στρατηγική σημασία», εξηγεί ο Βίκτωρ Αρδίττης, «αν και είναι ξερονήσι με λίγους κατοίκους.
Ο Σαμάρας έγραψε την “Πριγκίπισσα” το 1915, εγκλωβισμένος στην Ελλάδα στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, κι αφού, μετά τη μεγάλη του καριέρα στην Ιταλία, προσπαθούσε να βγάλει το ψωμί του γράφοντας λαϊκά έργα – γιατί η οπερέτα λαϊκό είδος είναι».
Η εποχή, όσο σκοτεινή και δύσκολη κι αν ήταν, έψαχνε για διαφυγές. Κι αυτό ακριβώς έκανε ο Σαμάρας με την οπερέτα του, βασισμένη σε κείμενο που έγραψε μαζί με τον Νικόλαο Λάσκαρη.
«Εκλεισε μέσα στην “Πριγκίπισσα της Σάσσωνος” το χάος της βαλκανικής σαλάτας, αυτό που ήταν (και εξακολουθούν να είναι σε ένα βαθμό) τα Βαλκάνια. Που τα σύνορα ποτέ δεν είναι σίγουρα, που το κάθε τι μπορεί να είναι από δω και από ένα τυχαίο γεγονός να βρεθεί ξαφνικά στην άλλη μεριά. Εστησε μια φοβερή πολιτικο-ερωτική ίντριγκα, μια απολαυστική παρωδία, που όλα είναι στην κόψη, όλα είναι ειρωνικά. Το απαιτεί και η οπερέτα, αυτό το πολύ συμβατικό είδος, που δεν θέλει να περάσει μηνύματα, δεν διεκδικεί ψυχολογία και αληθοφάνεια, ένα κλίμα διασκεδαστικό θέλει να φτιάξει».
Μια πάμπλουτη, λοιπόν, Αμερικάνα, η Ντόλλυ, έχει αγοράσει τη νήσο Σασσών, έχει αυτοαναγορευτεί Πριγκίπισσα και σκορπώντας τα ωραία της λεφτά ακόμα και προς τον «φτωχό λαό» σκοπεύει να τη μετατρέψει σε παράδεισο επί της Γης, ενώ η διεφθαρμένη αυλή της περνάει τον καιρό της με βαλς και τραγούδια. Να, όμως, που καταφτάνουν από την Ηπειρο απέναντι, δύο ηρωικοί Ελληνες οπλαρχηγοί, ο ένας από αυτούς ερωτευμένος με την Ντόλλυ, και την προειδοποιούν πως ετοιμάζεται αλβανική επίθεση! Οπως πάντα οι Ελληνες νικάνε και ο έρως θριαμβεύει.
Να το και το εθνικοπατριωτικό χάπι εντ, ο Βίκτωρ Αρδίττης δεν το αρνείται, αλλά το διασκεδάζει. «Να βρω τις ισορροπίες σε ένα έργο τόσο εξωφρενικό, με τρελαίνει», λέει. «Χρειάστηκε να επιστρατεύσω την μπρεχτική μου παιδεία για να πετύχουμε ένα αποτέλεσμα απροσδόκητο, παράξενο και ταυτόχρονα κριτικό και ειρωνικό μαζί. Οχι προς το ίδιο το έργο, καθόλου, αυτό ίσα ίσα που έχει ανά πάσα στιγμή συνείδηση της ιδιαιτερότητάς του».
Ο Βίκτωρ Αρδίττης δεν έκανε διασκευή, έκοψε απλώς κάποιες πρόζες («πολυλογάδικες») ανάμεσα στα μουσικά μέρη και πρόσθεσε έναν μικρό πρόλογο, φτιάχνοντας με αυτόν μια σύμβαση.
«Οτι βρισκόμαστε σε μια σάλα ενός παλατιού, που μπορεί να είναι της πριγκίπισσας της Σάσωνος, μπορεί και της πριγκίπισσας Σίσι στο Αχίλλειο, γιορτάζουμε την επέτειο της σωτηρίας της νήσου, διηγούμαστε την ιστορία με έναν πολύ ελεύθερο τρόπο και χορεύουμε βαλς κάτω από πολυελαίους. Χορεύουμε πολύ βαλς στην παράσταση, αυτό θέλει η μουσική».
Αυτή κι αν τον ενθουσίασε. «Στην αρχή η πρόταση του Αλέξανδρου Ευκλείδη, καλλιτεχνικού διευθυντή της Εναλλακτικής Σκηνής της Λυρικής, με εξέπληξε. Αλλά δουλεύοντας το έργο δεν ένιωσα μόνο το ταλέντο του Σαμάρα (οι μελωδίες του είναι έξοχες), αλλά και τη μεγάλη μαστοριά του – στην ενορχήστρωση και σε πολύ κρυφές λεπτομέρειες, που ακούω να αναδεικνύει ο μαέστρος μας, ο Μιχάλης Παπαπέτρου. Είναι στιγμές που νιώθω πως η “Πριγκίπισσα της Σάσσωνος” είναι σαν ένα αμερικανικό μιούζικαλ του ’30 ή ακόμα και πιο σύγχρονο, σαν τις “Ομπρέλες του Χερβούργου”».
Με άλλα λόγια, ο Βίκτωρ Αρδίττης πιστεύει ότι αυτό το «παλιό μουσικό, θεατρικό, θεατρολογικό αλλά και πολιτικό σχέδιο του Αλέξανδρου Ευκλείδη να αναβιώσει, αναγνωρίσει και αξιοποιήσει τη χαμένη και παραγνωρισμένη παράδοση του ελληνικού μουσικού θεάτρου, πέτυχε απόλυτα. Μας εμφάνισε εντελώς ξαφνικά κάτι εντελώς παράξενα, χαμένα διαμαντάκια. Μας έβαλε στο τριπάκι της οπερέτας».
? Info: Σκηνικό Αντώνη Δαγκλίδη, κοστούμια Αλεξίας Θεοδωράκη, κίνηση Ιριδας Νικολάου, φωτισμοί Μελίνας Μάσχα. Συμμετέχουν οι πρωταγωνιστές της ΕΛΣ Αννα Στυλιανάκη (Ντόλλυ), Χρύσα Μαλιαμάνη, Χρήστος Κεχρής, Νίκος Κοτενίδης, Γιάννης Φίλιας, Ελένη Μπαρκαγιάννη, Δημήτρης Σιγαλός, Βαγγέλης Μανιάτης, Νίκος Καραγκιαούρης. Παραστάσεις στις 9, 12 και 14 Ιουνίου (8.30 μ.μ.).
