Μπορεί ένα σαλόνι μεσοαστικού σπιτιού να μετατραπεί σε «άρμα του ήλιου»; Ενας πατροκτόνος με κακοποιημένη παιδική ηλικία να αναληφθεί «εις τους ουρανούς»; Και μια υπόθεση οικογενειακής κακοποίησης να μεταβληθεί σε παραβολή για το Καλό, το Κακό, τoν Παράδεισο και την Κόλαση;
Το ζήτημα δεν είναι δικό μας, είναι τόσο παλιό όσο η αποκάλυψη ότι ο ρεαλισμός μπορεί να ανοιχτεί σε πλάτος και βάθος όσο το επιτρέπουν οι αισθήσεις και η έκταση του ανθρώπινου νου, δεν προσφέρεται όμως ιδιαίτερα για πτήσεις στο επέκεινα. Το πρόβλημα είναι πως εφόσον θέλεις να παίξεις με τους όρους του, οφείλεις να σεβαστείς και τα όριά του: κάποιο οικογενειακό δράμα, με κοινωνικές προεκτάσεις, με φροϊδικά βάθη, έστω, με ποιητικές διαφυγές… Πώς όμως σπας το τείχος και προβαίνεις στη δήλωση της «άλλης πραγματικότητας», πώς υποδεικνύεις τη μία, ενιαία κι αδιάλειπτη αλήθεια που ισχύει στην κλίμακα του μικρού όσο και του μεγάλου; Μη ρωτάτε εμένα γι’ αυτό. Ρωτήστε τον Στρίντμπεργκ.
Κι όμως αυτό επιχειρεί ο Δημητριάδης στον «Φαέθοντα». Μια υπόθεση οικογενειακής κόλασης ζητά να εγκλωβίσει, να φωτίσει και να «προτάξει» τη μυστική σύσταση του κόσμου. Ενας πατέρας με τη φύση του τέρατος κρυμμένη πίσω από τη νόρμα του καλού και τίμιου οικογενειάρχη προβαίνει σε κάθε είδους κακοποίηση των παιδιών του. Και μάλιστα ηδονιζόμενος στην ιδέα πως υπάρχει νόημα στην πράξη του, ένα είδος ευλογίας που δίνεται μέσω της θρησκείας σε όποιον γενάρχη εξουσιάζει πνευματικά και σωματικά τα τέκνα και τη γυναίκα του.
Η τυραννία όμως φτάνει κάποτε στο τέρμα της. Ο τριαντάχρονος γιος, αφύσικα μεγαλωμένος (αυτό μας έλειπε δα…), προσκολλημένος στη βρεφική εξάρτηση, ζητά κάποτε τη θέση του πατέρα, θέλει να διεκδικήσει κι αυτός ένα όνομα. Κι έτσι, κάποια στιγμή, τα πράγματα οδηγούνται στη ρήξη (μάλλον εύκολη, αν κρίνω από το έργο), αλλά και στον φόνο… Λησμόνησα όμως να πω ότι την ιστορία τη διηγούνται σε εμάς οι δύο κόρες της οικογένειας… Και όπως λένε οι ίδιες, το τέλος θέλει τον αδελφό τους να διαφεύγει προς τα μεριά του ήλιου, λυτρωμένος από το βάρος της ενοχής.
Λογοτεχνικό πάτσγουορκ
Αυτή είναι σε γενικές γραμμές η «υπόθεση» της παραβολής. Ξεπερνάω το γεγονός ότι φτάνει να μοιάζει κάποιες στιγμές με λογοτεχνικό κρυπτόλεξο, στο οποίο ενεδρεύουν άλλοτε ο Κάφκα, άλλοτε ο Σέξπιρ, κι άλλοτε ότι ανακαλύπτει το κυνήγι της διακειμενότητας. Το ζήτημα όμως είναι αν τελικά πείθει για αυτό που έχει γραφεί: αν μπορεί να σηκώσει τον βαρύγδουπο τίτλο, παρμένο από ουσιαστικά χαμένη τραγωδία του Ευριπίδη και από τον μύθο του Φαέθοντα, που ζήτησε να οδηγήσει το άρμα του Ηλιου με πολύ κακές συνέπειες. Κι αν μπορεί να είναι κάτι άλλο πέρα από ένα καλογραμμένο λογοτεχνικό πάτσγουορκ, βυθισμένο στη χλιαρή αναποφασιστικότητα της αποδόμησης.
Αντί απάντησης, ας μου επιτραπεί να τοποθετήσω την πρόταση ανάμεσα όχι σε δύο, αλλά σε τρεις άλλες, παρόμοιες. Η πρώτη σχετίζεται άμεσα με τον Δημητριάδη και πλαγίως με το Θέατρο της Κυκλάδων: είναι ο «Τόκος» του ίδιου συγγραφέα, που είχε ανεβεί παλιότερα στο Φεστιβάλ από τον Βογιατζή. Τα δύο έργα μοιάζουν πολύ ως προς αυτό: ξεκινούν να αφηγούνται μια ιστορία τεράτων μέσα σε ένα φυσιολογικό, αναμενόμενο, «πολιτισμένο» περιβάλλον. Αλλά στον «Τόκο» ο τόπος ήταν η αυλή, χώρος η νεότερη Ελλάδα, και περιβάλλον (αληθινό) η εφιαλτική διαστροφή της μικροαστικής τάξης. Και εκεί είχαμε τα ίδια προβλήματα στο τέλος, όταν τα πράγματα θελήσανε να απογειωθούν σε ασύμβατους ουρανούς. Εντούτοις το κέρδος ήταν χειροπιαστό: η νέα οπτική της μέσα χώρας, του μέσα ανθρώπου και του μέσα Νεοέλληνα. Και βέβαια στον «Τόκο» είχε από κάτι να πιαστεί ο σκηνοθέτης για να κάνει τα πράγματα να είναι μαζί βαριά κι αιθέρια, γνωστά και τρομακτικά.
Τώρα ο «Φαέθων» τοποθετείται μυστηριωδώς στην αγγλική οικογένεια. Τουλάχιστον επιγραφικά, γιατί δεν υπάρχει αμφιβολία πως από εκεί και πέρα τα πράγματα είναι ακραιφνώς ελληνικά. Μα τι σόι κομψευάμενη επιλογή είναι πάλι αυτή; Η μεν φωνή, φωνή Ιακώβ, αι δε χείρες, χείρες Ησαύ;
Η δεύτερη πρόταση έχει συμπτωματικά σχολιαστεί από τη στήλη: Πρόκειται για τις «Πέντε σιωπές» της Σίλα Στίβενσον, στο Θέατρο κάτω από τη Γέφυρα. Σε ένα επίπεδο τα θέματα των δύο έργων δεν είναι απλώς κοντινά -είναι σχεδόν παρόμοια. Με μόνο απόντα τον γιο, οι δύο κόρες και η έρμη η μητέρα είναι και στα δύο θύματα ενός παρανοϊκού πατέρα, που θεωρεί καθήκον και δικαίωμά του να πράττει πάνω τους τις πιο ακατονόμαστες πράξεις με τον πιο «ευλογημένο» τρόπο. Και γιατί το θυμήθηκα τώρα πάλι; Για να δείξω πως κι εκεί, χωρίς βαρύγδουπες εξαγγελίες, στο ίδιο ζητούμενο φτάναμε. Ο πατέρας περιγράφεται σαν ένας «εκτός πραγματικότητας» τέρας που ακουμπά παραφυσικές νοοτροπίες. Μόνο που στις «Πέντε σιωπές», ακριβώς επειδή τα πράγματα κολλάνε στην πραγματικότητα, γίνονται τόσο μεταφυσικά όσο επιτρέπει το στομάχι μας.
Τρίτη και τελευταία παραπομπή, το «Καθαρτήριο» του Καστελούτσι, που είδαμε πριν από χρόνια, πάλι στο Φεστιβάλ. Το φέρνετε στο μυαλό σας; Το άκαμπτο σκηνικό, το περιβάλλον της ψυχρής εντέλειας, η ανατριχίλα της εν οίκω σιωπής; Και στο τέλος, εκτός σκηνής, η πιο αδυσώπητη πραγματικότητα. Το τίναγμα σε ένα επίπεδο όπου τίποτα πια δεν μπορεί να γίνει κατανοητό, σαφές, κρινόμενο. Απλώς επαναθέτω τη μνήμη για να δείξω τον τρόπο με τον οποίο μπορεί το θέατρο να λειτουργήσει σαν ανελκυστήρας μεταξύ ανθρώπινου αποτροπιασμού και ένθεης φρίκης.
Σκηνοθεσία και ερμηνείες
Είπα όμως πολλά. Για τον σκηνοθέτη Δημήτρη Καραντζά, θεωρώ για ακόμη μια φορά πως αποδεικνύεται ικανός να διαβάσει με προσοχή ένα έργο. Ακόμη κι αν εδώ πρέπει να στραμπουλίξει τη φαντασία του σε ένα προβληματικό θέατρο (φαντάζεστε να ήταν ο Βογιατζής; Θα το είχε ξεθεμελιώσει πάλι…), σε ένα ιδιαίτερο έργο, και σε μια χαμηλού κόστους παραγωγή. Είναι ωστόσο πολύ όμορφο το εύρημα του ενός λοξού κοιτάγματος και μιας δράσης που περικυκλώνει τους θεατές γύρω-γύρω, δίνοντας φανερά τα ανθρώπινα και κρατώντας στα κρυφά τα κτηνώδη και θεϊκά.
Ο Περικλής Μουστάκης έδωσε έναν αληθινά γλοιώδη πατέρα, με αυτοπεποίθηση και «ηθική» κάλυψη. Η Ανέζα Παπαδοπούλου είναι πειστική, καθώς σωπαίνει στο έγκλημα και καθώς συνεργεί σε αυτό. Ο γιος Αρης Μπαλής είναι νευρωτικός, δεν μοιάζει όμως και τόσο «επικίνδυνος», η δε φυγή του στο τέλος είναι μάλλον αμήχανη. Οι κόρες Εύη Σαουλίδου και Σταυρούλα Σιάμου καλές η καθεμία χωριστά στον ρόλο της, στο μεταξύ τους όμως δίδυμο μοιάζουν ασύντακτες. Τα σκηνικά και τα κοστούμια παραμένουν χωρίς ταυτότητα.
