Να αιφνιδιάσω; Η παράσταση της «Αυτοκρατορίας» μού μοιάζει έργο τριών συντελεστών. Του Γιώργου Βέλτσου, σαν γλώσσα, του Μιχαήλ Μαρμαρινού, σαν περφόρμανς, και του (αρχιτέκτονα του κτιρίου του Μεγάρου) Αράτα Ισοζάκι, σαν διασύνδεση των δύο αυτών με την πόλη και το τοπίο.
Σε αυτό το τρίγωνο τα πράγματα είναι εξαρχής απαιτητικά: από την αρχή κιόλας, όταν στο πρώτο μέρος της παράστασης το κοινό παραμένει όρθιο, ακούγοντας λέξεις να έρχονται από τα παραπετάσματα, και στο δεύτερο μέρος πάλι, όταν κοιτάει κόντρα στον ήλιο του Θερμαϊκού επικρεμάμενο πάνω από τη θάλασσα στην πιο μεταφυσική διάστασή της, και στο τρίτο και τελευταίο μέρος της περφόρμανς, όταν όλοι μεταφερόμαστε πάνω, στον χώρο του εξώστη, για να ακουστεί από εκεί η δύση του ανθρώπινου χρόνου πάνω στα αιώνια. Καθ’ όλη αυτή τη διάρκεια της παράστασης την εντύπωσή μου διαπερνούσε ένα σταθερό συναίσθημα «μεταδόμησης»: καθώς οι όροι του έργου τέχνης έχαναν τα βαρίδια τους, οι συντελεστές αποκτούσαν το ελεύθερο να αναφέρονται στον καθένα μας. Είχα λοιπόν την εντύπωση ότι μπροστά μου ήταν ο Μαρμαρινός που συνέγραφε, ο Ισοζάκι που σκηνοθετούσε και ήταν ο Βέλτσος που διέγραφε το όλο αρχιτεκτόνημα.
Από αυτές τις τρεις τέχνες είναι η αρχιτεκτονική, ως γνωστόν, που διεκδικεί τον χρόνο, η γραφή που τον αντιμάχεται και η παράσταση που αφήνεται να λιώσει στα χέρια του. Η αντιμετάθεση, λοιπόν, και η αλλαγή των ρόλων είναι το πρώτο ζητούμενο στην «Αυτοκρατορία»: ένας συγγραφέας που θέλει να μιλήσει για τον χρόνο, χωρίς γραφή. Ενας σκηνοθέτης που θέλει να δραματουργήσει, σκηνοθετώντας. Και ένας αρχιτέκτονας που, ερήμην του, μεταβάλλει το έργο του σε προσωρινή, φευγαλέα μνήμη, που το βλέπει να εξαφανίζεται στο άπειρο του χρόνου, της θάλασσας και της (νιτσεϊκής) επανάληψης.
Ο πανδαμάτωρ χρόνος
Αυτά μόνο για αρχή: γιατί στη συνέχεια του συλλογισμού εμπλέκονται κι άλλα. Ο κόσμος πρώτα -όχι μόνο το «κοινό»-, που θα εισέρχεται από το τεράστιο παράθυρο προς τη θάλασσα, ο κόσμος καθώς αμέριμνος θα συμμετέχει με την προσωρινότητά του μετουσιωμένη σε αξιοθέατο και σε μουσική (Δημοσθένης Γρίβας).
Οι ηθοποιοί της παράστασης (Σταυρούλα Αραμπατζόγλου, Ελένη Κιλινκαρίδου, Γιώργος Κολοβός, Κατερίνα Λούρα, Ηλέκτρα Νικολούζου, Χρίστος Νταρακτσής, Χρήστος Παπαδημητρίου, Μιχάλης Σιώνας, Φίλιππος Τσαουσέλης, Ανδρομάχη Φουντουλίδου, Ορέστης Χαλκιάς, Μαρίνα Χατζηιωάννου), που θα αποκτούν στο πέρασμά της την κομψότητα ενός σώματος, που δεν ανήκει σε καμιά πνευματική κοινότητα, ελεύθερο να εκτίθεται, να μιλάει, να υπομνηματίζει, να παραθέτει και να ρωτάει ανερμήνευτο, αλλά και να υπάρχει ως μέρος του κτίσματος (κοστούμια της Μαγιού Τρικεριώτη). Αλλά και ο ήλιος, που θα μπαίνει μέσα στην παράσταση, ρυθμιστής της διάρκειάς της, αληθινός κομπέρ. Και βέβαια ο πανδαμάτωρ χρόνος. Που σε αυτή την περίπτωση τον αντιλαμβανόμαστε σηκώνοντας ένα ένα τα φύλλα της πολλαπλής ιστορικής επικάλυψης ώσπου να φτάσουμε στον κεντρικό μύθο, στην κυκλική αλληγορία.
Η «Αυτοκρατορία» γίνεται έτσι ο ιστός κάποιου νοήματος που χτίζει ένα μέγαρο εντυπώσεων. Μέσα σε αυτό το μέγαρο κυκλοφορούν οι άνθρωποι, πάντα κατώτεροι από τα κτίσματά τους. Ο Βαλτάσαρ, μικρότερος του στέμματος που κληρονομεί, μεγαλύτερος από το κόστος της συντήρησής του. Ο Δανιήλ, προφήτης και χάκερ, ο μυστικός παραβάτης, ονειροκρίτης και τελικός κριτής. Και δίπλα τους τα άλλα φαντάσματα. Οι Παρθένες, ο Χορός από υπνοβάτες (με την εγρήγορση που αποτελεί το σήμα κατατεθέν του σκηνοθέτη) και τα σπαράγματα της πληροφορίας. Δύσκολα να τα παρακολουθήσει όλα κανείς. Αλλά μάλλον εύκολο να τα αντιληφθεί.
Συνομιλία με τους «Πέρσες»
Ο ίδιος ο Βέλτσος θεωρεί –το διαβάζω στο σημείωμά του στο πρόγραμμα- ότι στο κέντρο της σύγκρουσης βρίσκονται οι «Βρικόλακες» του Ιψεν, ως ιδεολογικό κέντρο. Από τη δική μου άποψη πάλι, η «Αυτοκρατορία» στο Μέγαρο της Θεσσαλονίκης ακολουθεί τη συλλογιστική των «Περσών». Είναι κι αυτή η αυτοκρατορία μια κληρονομιά που ψάχνει τις λέξεις που τη θεμελιώνουν, κοιτάζοντας προς τα μέσα. Υπάρχει και σε αυτή το φάντασμα ενός ανθρωπόμορφου μεγαλείου, ενός πρώην ηγέτη. Υπάρχει ο Χορός με συμβούλους και παρθένες, που «μεταφράζουν» τα λόγια του φαντάσματος. Υπάρχει η αίσθηση της επανάληψης, σαν διαπίστωση της κίνησης που θα ξανασυμβεί.
Είναι η δεύτερη φορά, και μάλιστα εν συνεχεία, μετά το Φουγάρο στο Ναύπλιο, που βλέπω έργο του Βέλτσου να ανεβαίνει με τόση συνειδητή κατάκτηση του πυρήνα του. Δύο σκηνοθέτες στη σειρά, πρώτα ο Λεοντάρης και τώρα ο Μαρμαρινός, αναζητούν το κείμενο, το συμπληρώνουν με ελευθερία, το ανεβάζουν, τοποθετώντας το στη δική τους συλλογιστική. Και –επιτέλους- απομακρυνόμαστε από εκείνο το τρομακτικό αίτημα «του να καταλαβαίνουμε». Ορισμένα κείμενα είναι αποτέλεσμα αγωνίας και διάλυσης, είναι εκεί για να παιχτούν σαν δραματοποιήσεις του κενού, της απορίας και της ασάφειας. Δεν τα προσεγγίζουμε παρά όπως προσεγγίζουμε τον υπόλοιπο κόσμο: με τις αισθήσεις μας.
Αυτό που μένει επομένως από την «Αυτοκρατορία» είναι η αίσθηση. Η αίσθηση της παρέμβασης στον χρόνο, της μικρο-ιστορίας. Η αίσθηση ενός άλματος προς τη συναίσθηση της επανάληψης, του φαντάσματος και του παρελθόντος. Και μένει ακόμα -σε αυτό διακρίνω την πιο ουσιαστική παρέμβαση του Μαρμαρινού- η αίσθηση μιας μελαγχολικής βύθισης στη σημερινή πραγματικότητα.
Αυτή η παράσταση μένει κόσμημα της πόλης, και το καλύτερο: ένα από τα μυστικά της. Κανείς δεν μπορεί να κατανοήσει σε βάθος το μέρισμά της (και άλλα πολλά που, αλίμονο, μου διέφυγαν), παρά μόνο οι θεατές της. Είναι μια παράσταση-γεγονός που δεν μεταφέρεται, καθώς έχει χτιστεί στην παραλία της Θεσσαλονίκης, με τα σπαρτά υλικά της πόλης και τις επιχωματώσεις της μνήμης και του τοπίου. Με άλλα λόγια, όσοι δεν την έχουν δει, δεν θα τη δουν ποτέ όπως εμείς: με την αίσθηση του παρόντος.
Οπως στο τέλος, για παράδειγμα, όταν μένουμε να κοιτούμε τη θάλασσα ακίνητοι, εκστατικοί και παραδομένοι. Αναγκαία κοινοτοπία: Μικρή η δική μας αιωνιότητα μπροστά στο δικό της παρόν.
