Αυτό είναι πράγματι μια καλοδεχούμενη επιτυχία. Γεμάτο το θέατρο στον Κεραμεικό, Πέμπτη βράδυ με βροχή, και μάλιστα γεμάτο με ό,τι συνήθως θεωρούμε (και επιζητούμε…) ως «ενδιαφέρον κοινό»: νέοι ανήσυχοι, καλά ενημερωμένοι και φανερά διψασμένοι για καλό, απαιτητικό, άγριο θέατρο.
Πώς να μη νιώσω ικανοποίηση, ακόμα κι αν κάτι με υποψιάζει εδώ πως ο βασικός λόγος για την προσέλευση δεν είναι ο «Σωσίας» του Ντοστογιέφσκι, αλλά ο Αρης Σερβετάλης, που παραμένει στη λίστα των πλέον δημοφιλών αντιστάρ (μοιάζει αντιφατικό, δεν είναι όμως) της νεανικής σκηνής μας.
Ωστόσο η παράσταση έχει και πολλά ακόμα για να ελκύσει το κοινό της: είναι πριν απ’ όλα η προσπάθεια της εικαστικού Εφης Μπίρμπα σε ένα κείμενο που ακόμα κι αν εδρεύει στη σκιά των άλλων μεγάλων συνθέσεων του συγγραφέα του, παραμένει θεμελιώδες για το μετέπειτα έργο του Ντοστογιέφσκι, ριζικό στον τρόπο με τον οποίο αποδίδεται η ατομικότητα στη νεότερη λογοτεχνία. Ο ίδιος ο Ντοστογιέφσκι, λέει, θεωρούσε τον «Σωσία» του το πιο αντιπροσωπευτικό, ακριβό και αδικημένο δημιούργημά του, κι η αλήθεια είναι πως όποιος καταφέρει να διαβάσει αυτό το σπάνιο κείμενο (αληθινό κατόρθωμα, λόγω της δύσβατης δομής, αλλά και του τρόπου με τον οποίο η γλώσσα ανακλάται συνεχώς στα τοιχώματα του εγώ), θα έχει στα χέρια του συνεπτυγμένη τη σκέψη του Ρώσου δημιουργού, τη θέση του για τον σύγχρονο άνθρωπο, την αίσθηση, τη συνείδηση και τραγικότητα της μοναξιάς του.
Πάνω σε αυτό το υλικό λοιπόν, και πάνω στην έννοια της διάσπασης που νιώθει ο νεότερος νους ανάμεσα στο τι αληθινά νιώθει και στο τι θέλει ο ίδιος να είναι (με κανένα από τα δύο να μην είναι περισσότερο αληθινό από το άλλο), η Μπίρμπα επιχειρεί να δημιουργήσει μια σπουδή στο θέατρο της ύπαρξης. Θέλω να πω, προτείνει ένα θέατρο που εμπεριέχει και μεταδίδει την αίσθηση, το βίωμα, τη μαρτυρία τού «υπάρχω ως». Αυτό τη φέρνει κοντά ασφαλώς στις ρίζες του σύγχρονου θεάτρου της σκληρότητας και του βιώματος, κοντά στον πολωνικό νεωτερισμό, στο χοροθέατρο της Μπάους, στις εικαστικές περιπέτειες του αμερικανικού πειραματισμού.
Οι αναφορές της, κρυφές και υποσημειωμένες, δεν έχουν και τόση σημασία. Εκείνο που έχει σημασία είναι πως η παράστασή της καταφέρνει αληθινά να μεταδώσει την αίσθηση του ανθρώπου που βρίσκεται στην άκρη της αβύσσου, που χάνει την ισορροπία, που συναντά τον εαυτό του στην άλλη όχθη του ποταμού ως γνώριμο και ξένο «άλλον».
Για όλα αυτά αξίζουν στην προσπάθεια τα ειλικρινή μας συγχαρητήρια. Οχι όμως πως δεν έχω και παράπονα από αυτήν. Το πρώτο έχει να κάνει με τη δραματουργία της (που την επικαλούνται, παρακαλώ, τρεις: Εφη Μπίρμπα, Αρης Σερβετάλης και Μιχαήλα Πλιαπλιά). Κρατούσα στη μνήμη το κείμενο του Ντοστογιέφσκι –ευτυχώς είμαι από εκείνους που το γνωρίζουν– και ωστόσο ομολογώ πως δυσκολεύτηκα να παρακολουθήσω τι συνέβαινε. Για κάποιους που δεν το γνωρίζουν –απολύτως δικαιολογημένα– το πράγμα μοιάζει χαοτικό, «βαρύ» και γενικόλογο. Είναι βέβαια, είπαμε, μια «σπουδή». Δεν μπορεί όμως να είναι και μόνον αυτό: Σε κάποια σημεία η υπόθεση επιζητά μια κάποια εξήγηση για τι ακριβώς γίνεται, για το ποια πρόσωπα μιλούν, για το τι τέλος πάντων συμβαίνει. Στον «Σωσία» υπάρχει κάποιος ιστός αφήγησης, κάποιος ειρμός σκέψης, που στη συγκεκριμένη παράσταση είναι αδύνατον να γίνει αντιληπτός.
Γι’ αυτό δεν έχουμε στην ουσία τίποτε άλλο από ευρήματα. Πολλές καρέκλες και χώμα για ζωντανό σκηνικό, τελετουργία και πολλαπλασιασμός της κίνησης σαν χοροθέατρο, σύμπαν γεμάτο με ηχητικά και φωτιστικά σήματα (του Vangelino Currentzis και του Θύμιου Μπακατάκη αντίστοιχα) σαν εγκατάσταση, σωματική βάσανος σαν ομάζ στον Τερζόπουλο. Ολα αυτά είναι ίσως πρόσφορα για το τελικό ζητούμενο ενός κόσμου ανισορροπίας, μα κακά τα ψέματα: φορτώνουν πολύ την παράσταση, έστω κι αν χρησιμοποιούνται με έναν χορογραφημένο (αν και όχι εντελώς επεξεργασμένο) τρόπο. Εχω και κάποια αμφιβολία κατά πόσο δένουν μεταξύ τους όλα αυτά: τα μικρόφωνα και η ηχογραφημένη φωνή, με τις καρέκλες και το χώμα…
Καταλαβαίνω πως πείστηκαν πολλοί από τον Αρη Σερβετάλη στο δράμα του «Σωσία». Εχω πει και παλιότερα ότι αυτός ο ηθοποιός έχει το πιο χαρισματικό σώμα στο ελληνικό θέατρο. Κυκλοφορεί σαν σώμα και σαν σκιά. Η σκοτεινή γοητεία του τον κάνει ιδανικό να μεταδώσει το καταραμένο, το ανολοκλήρωτο, το άρρωστο. Και μπορεί –αυτό είναι το κύριο χάρισμά του– να βγάλει από το σκοτάδι το φως της ποίησης.
Εχω ωστόσο την εντύπωση ότι από όλα αυτά τα χαρίσματα του Σερβετάλη, αυτό που τονίζεται στην παράσταση είναι η ικανότητά του να παίζει τον ψυχωτικό, τον νευρωτικό που χάνεται στις λέξεις και τις προθέσεις του. Αβανταδόρικα πράγματα, που χαρίζουν βραβεία του κοινού, κάπως επικίνδυνα όμως για την εξέλιξή του…
Οι Δρόσος Σκώτης, Γιώργος Συμεωνίδης, Συμεών Τσακίρης και Κωνσταντίνος Καρβουνιάρης υπάρχουν σαν σώματα και εργαλεία. Είναι εξαιρετικά λειτουργικοί, είναι ζήτημα όμως αν μπορεί να συζητηθεί κάτι άλλο γι’ αυτούς πέρα από την παρουσία τους. Συμμετέχουν από κοινού στη σύνθεση μιας ατμόσφαιρας, όπου σημασία για τον κάθε ερμηνευτή δεν έχει το ποιος είναι αλλά το τι επιτελεί.
Ενδιαφέρουσα πρόταση, πυκνή και περίεργη. Καλό είναι όμως να διαβάσετε τον «Σωσία» πριν τη δείτε.
