Τουλάχιστον σε αυτό ο Γιάννης Χουβαρδάς πρέπει να είναι ικανοποιημένος: ο δικός του «Αμλετ» -παραδόξως ο πρώτος στη σταδιοδρομία του- θέτει σε εμάς περισσότερα ζητήματα απ’ όσα ζητούμε να λύσει. Είναι στην κυριολεξία μια κατάδυση στην περιοχή τού πουθενά. Η στιγμή όπου ο σύγχρονος άνθρωπος στο βλέμμα του νεαρού διανοούμενου από τη Δανία -και μαζί με αυτόν η περιβόητη ατομικότητα των νέων χρόνων- ανακαλύπτει έναν νέο κόσμο ή τον βλέπει για πρώτη φορά. Χωρίς να γνωρίζω κατά πόσο έγινε συνειδητά ή μέσα από τους άδηλους δρόμους της καλλιτεχνικής διαίσθησης, ο «Αμλετ» της Στέγης και του Χουβαρδά φαίνεται πως έρχεται να συνεχίσει τον προηγούμενο διάλογο του «Φάουστ» από τον Μαρμαρινό στον ίδιο χώρο. Είναι η απεικόνιση μιας λογοτεχνίας από την οποία απουσιάζουν τα όρια του εγώ, του προσώπου και του υποκειμένου.
Είναι ακόμα αυτός ο Αμλετ «σύγχρονός μας»; Ασφαλώς και είναι. Αν και η εικόνα του να διολισθαίνει στην ονειροφαντασία και να εκφωνεί το βασικό ερώτημά του («να είσαι και να μην είσαι»), καθισμένος στον καναπέ με παρόντα τα φαντάσματα του νου, δεν είναι διόλου καθησυχαστική. Μια ερμηνεία διάλυσης και ματαιότητας. Γιατί όχι; Ετσι κι αλλιώς βρισκόμαστε κοντά στην κοσμοθεωρία του Σέξπιρ: αν για εκείνος ο κόσμος έμοιαζε με θέατρο, σήμερα για εμάς τα πάντα μοιάζουν με μάτριξ. Τα πάντα μοιάζουν πλέον με όνειρο.
Από τη μια μεριά της σκηνής ένα μικρό σπίτι, το άλλοτε φημισμένο κάστρο της Δανίας φιλτραρισμένο και αποδομημένο από τον νου του Αμλετ. Εκεί μέσα εδρεύουν οι φόβοι, οι εμμονές του, εκεί ο θυμός και εκεί τα μυστικά του.
Για να μπεις σε αυτό το σπίτι -σπίτι ζωντανό, που παραλλάζει στον ρυθμό- χρειάζεσαι κάποιο κλειδί. Το κλειδί με το οποίο η μοίρα χαρίζει -και επιβαρύνει- τον Αμλετ λόγω της ιδιαιτερότητάς του.
Εκεί συμβαίνει ίσως η πιο κεντρική εικόνα του έργου: στην περίφημη σκηνή του φαντάσματος ο νεκρός λατρεμένος πατέρας όχι μόνο έχει την όψη του μισητού Κλαύδιου, αλλά παραδόξως παραμένει καθιστός, όταν ο Αμλετ στέκεται όρθιος απέναντί του. Και δεν είναι μόνο αυτό: ό,τι στο «κανονικό» έργο συμβαίνει στον έξω χώρο, τώρα γίνεται εσωτερικά, απόκρυφα στο σπίτι. Στο μυαλό του Αμλετ συμβαίνει μια άγρια συνάντηση του ενός ειδώλου με το άλλο, της επιθυμίας με την αναστολή της.
Ενα τηλέφωνο καλεί επίμονα
Κι από τη άλλη μεριά της σκηνής στέκει ένας σταθμός επικοινωνίας με το «άλλο». Πρόκειται ίσως για το στέγασμα του υπερεγώ, της κοσμικής εξουσίας ή της μεταφυσικής ανησυχίας. Ενα τηλέφωνο καλεί από εκεί επίμονα, με το καταναγκαστικό του κουδούνισμα. Πιο πίσω πάλι, απλώνεται στη σκηνή ένα διάφανο παραπέτασμα, που περισσότερο φανερώνει παρά κρύβει τα μυστικά του παλατιού. Δεν αρκεί αυτό. Στο έργο υπάρχει ακόμα μια τέταρτη διάσταση, ένας χώρος όπου συντάσσεται η συνείδηση του Αμλετ (και όπου βέβαια διαλύεται). Εκεί, στον χώρο του μονολόγου βρίσκεται ο μέσα-Αμλετ, η συνείδηση τη στιγμή που συνειδητοποιεί τον εαυτό της.
Η συνείδηση αυτή απλώνεται παντού, ώσπου κυριεύει την πραγματικότητα: μήπως το πρόσωπο της Γερτρούδης δεν αποκτά τη μορφή και τα χαρακτηριστικά που της δίνει ο γιος της; Παραμένει άραγε η Οφηλία μια αθώα παιδούλα, ή μήπως είναι τώρα το ερωτικό σάλπισμα των γύρω ανδρών; Και οι Ρόζενκρατς και Γκίλντενστερν είναι μήπως ή απλά μοιάζουν στο μάτια του Αμλετ με δύο ξεχαρβαλωμένους παλιάτσους του παλατιού στην υπηρεσία του; Δεν θα βρούμε άκρη. Ο Αμλετ θα είναι μέχρι το τέλος μαζί μας, αφελής και σοφός, γνωστικός και τρελός, σημαντικός και ασήμαντος, διάδοχος του θρόνου όσο και σφετεριστής του, γιος και ανιψιός, γιος και εραστής του εαυτού του. Θα αποφασίσει γι’ αυτόν η μοίρα.
Η παράσταση θα μπορούσε να τελειώνει απλά με το νεκρό του σώμα. Ωστόσο όχι, έργο και παράσταση συνεχίζονται και μετά. Στην εκδοχή του Χουβαρδά κάποια αδιαμόρφωτα ακόμα πλάσματα παραλαμβάνουν τον μύθο του πρίγκιπα επί σκηνής. Είναι αυτοί ίσως οι αληθινοί ψυχοπομποί της ιστορίας, οι γεμάτοι κυνισμό θεατρίνοι, που αδειάζουν τη σκηνή και εγκαταλείπουν το όνειρο. Μόνος μένει πίσω ο πιστός Οράτιος, να συνεχίζει τον περίφημο μονόλογο του φίλου του (πώς τον γνωρίζει;) κάπως αδέξια, μιμητικά, χωρίς ψυχή, σαν κατάλοιπο της «τραγικής ιστορίας του πρίγκιπα της Δανιμαρκίας». Εδώ τελειώνουν όλα λοιπόν; Αλλά και τότε, ποιος είναι πάλι αυτός που καλεί επίμονα στο τηλέφωνο;
Είναι ένα απόκτημα για το θέατρό μας η νέα μετάφραση του Διονύση Καψάλη. Είναι μια γλώσσα που παρασύρει τη σκέψη στα όριά της, την αποτυπώνει σε κίνηση και ρυθμό. Για τα σκηνικά της Εύας Μανιδάκη έχουμε ήδη μιλήσει: είναι η ποιητική εμπέδωση του εσωτερικού κόσμου του Αμλετ. Δεν πρέπει ωστόσο να παραλείψουμε το μουσικό περιβάλλον του Δημοσθένη Γρίβα. Χωρίς αυτό, και τους κινηματογραφικούς φωτισμούς του Λευτέρη Παυλόπουλου, τίποτα δεν θα έδινε άμεσα την αίσθηση της κρίσης και του ετοιμόρροπου. Τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη λειτουργικά, αν και κάπως συμβατικά.
Κατόρθωμα της Μουτούση
Ο θίασος που συμμετέχει στον «Αμλετ» της Στέγης είναι αληθινά θαυμαστός. Ο Αμλετ του Χρήστου Λούλη έχει το χάρισμα να είναι πριν από όλα αληθινά «νέος»- ένας νέος νους στον κόσμο. Ο ηθοποιός φτάνει στην ωριμότητά του, δίνει όχι ένα, αλλά πολλαπλά πρόσωπα του πρίγκιπα, φωτισμένα στην ορμή και την καταστροφική του εσωστρέφεια. Η Αμαλία Μουτούση είναι μια Γερτρούδη ριγμένη στην παρερμηνεία και τη γνώμη των άλλων. Το ότι η ηθοποιός κατορθώνει να χτίσει από την έξωθεν μαρτυρία του προσώπου την αλήθεια του ρόλου της είναι μοναδικό κατόρθωμα. Αυτό είναι που λείπει από την υπερβολικά έντονη Οφηλία της Αλκηστης Πουλοπούλου – από την Οφηλία μένει μόνο το κέλυφος του χαρακτηρισμού, χωρίς εσωτερική ουσία. Σπουδαίος Λαέρτης ο Θάνος Τοκάκης – ικανός και μοιραίος.
Μένω για λίγο στον Πολώνιο του Νίκου Χατζόπουλου: ο ηθοποιός έφτιαξε από τον ρόλο ένα στέρεο χαρακτήρα, με προσωπικότητα, κύρος και πρωτοτυπία. Ο Κλαύδιος του Γιώργου Γάλλου συνομιλεί με το Φάντασμα και ανάγεται σε μια φροΐδική, αήθη μορφή. Αλλά και οι υπόλοιποι, ο Ορφέας Αυγουστίδης (Γκίλντενστερν), ο Χάρης Φραγκούλης (Ρόζενκραντς), ο Κώστας Βασαρδάνης (Οράτιος) και οι Γιώργος Γλάστρας, Νικόλας Παπαγιάννης και Γιώργος Τζαβάρας, σε πολλές εμφανίσεις, συνθέτουν ένα σύνολο εξαιρετικής δυναμικής.
Είναι αυτός ο «Αμλετ»; -ρωτάει ο σκηνοθέτης στο πρόγραμμα της παράστασης. «Ισως», απαντά ο ίδιος. Κι αν είναι άραγε όλα «Αμλετ»; ρωτούμε εμείς.
