Στην κορυφή των Ιμαλαΐων, ευγενείς, υπηρέτες, επαναστάτες, έρωτες, κολεξιόν μόδας.
Ενα «φεστιβάλ» ρούχων και ένα γυμνό… Με αφορμή την «Οπερέττα» του Βίτολντ Γκομπρόβιτς, ο Νίκος Καραθάνος σκηνοθετεί στη Σκηνή Rex του Εθνικού Θεάτρου μια παράσταση για το γελοίο κάθε μορφής προτύπου και τον θρίαμβο της γυμνότητας.
Εργο γραμμένο το 1966, προφητικό για τον Γαλλικό Μάη που θα ακολουθούσε.
Ο Πολωνός συγγραφέας, αν και «γόνος καλής οικογένειας» όπως ειρωνικά περιγράφει την καταγωγή του, έπαιζε από μικρός με τα άκρα, το περιθώριο, έστεκε χλευαστικά απέναντι στα σοβαρά και πατροπαράδοτα…
Αθεος, ανατρεπτικός, βλάσφημος, είρων, γράφει φλερτάροντας με το παράλογο, την παρωδία, κυνηγάει τη Μορφή των πραγμάτων.
Αυστηρός κριτής και της επανάστασης -το έργο του παρέμεινε απαγορευμένο στην Πολωνία μέχρι το 1984.
Ο ίδιος έλεγε ότι στη ζωή και το έργο του «το δράμα και το αντίδραμα μπερδεύονται τόσο που γίνονται αδιαχώριστα».
Η αίσθηση του εξωπραγματικού δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Βρισκόταν πάντα «ανάμεσα» και ποτέ «μέσα», σαν σκιά, σαν χίμαιρα.
Σε αυτή την αλλόκοτη σύναξη της «Οπερέττας» η Λυδία Φωτοπούλου ερμηνεύει τον ρόλο της Πριγκίπισσας δίπλα στους Νίκο Καραθάνο, Εύη Σαουλίδου, Γαλήνη Χατζηπασχάλη, Ελενα Τοπαλίδου, Χάρη Φραγκούλη, Αγγελο Τριανταφύλλου, Κώστα Μπερικόπουλο, Νάντια Κοντογεώργη.
«Η υπόθεση του έργου δύσκολα περιγράφεται» λέει η Λυδία Φωτοπούλου.
«Τα πρόσωπα είναι άρχοντες, πρίγκιπες, πριγκίπισσες, υπηρέτες που λένε απίθανα, τρελά πράγματα. Ενας κόμης κι ένας βαρόνος φλερτάρουν την κόρη του μπακάλη. Ο καθηγητής ξερνάει συνεχώς πάνω σε κάθε τι, δεν θα ησυχάσει αν δεν ξεράσει τον ίδιο τον εαυτό του.
Ενας πρώην υπηρέτης -του οποίου το όνομα, καθόλου τυχαία, είναι… Ιωσήφ-, εμφανίζεται κρυμμένος πίσω από τον τίτλο του κόμη για να προετοιμάσει την επανάσταση. Η πριγκίπισσα καλεί έναν μεγαλομόδιστρο από το Παρίσι για να της παρουσιάσει την ενδυματολογική γραμμή του μέλλοντος. Καινούργια ρούχα που θα φορέσει για να ξεχωρίζει από την πλέμπα, μιας και οι υπηρέτες μιμούνται τους άρχοντες…
Και μέσα σ’ όλα αυτά, ωσαννά και αλληλούια. Ξαφνικά η κόρη του μπακάλη δέχεται τη θωπεία ενός εγκληματία, υπηρέτη κάποιου κόμη, και τότε το σώμα της ξυπνάει. Ζητά να μείνει γυμνή μέσα σ’ ένα παραλήρημα ρούχων… Κάποιος επικαλείται τη γυμνότητα. Αλλά ποιος είσαι όταν ξεγυμνωθείς εντελώς;»
• Το διεφθαρμένο ρούχο και το αθώο γυμνό;
Ο συγγραφέας κάπου αλλού έχει πει: «Η άγια γύμνια του ανθρώπου που τη μόλυναν τα ρούχα».
Στα έργα του θέτει πάντα το ζήτημα της μορφής των ανθρώπων, των πραγμάτων.
Τα πρόσωπα στην «Οπερέττα», παρά το αλαλούμ, την μπουρδολογία, έχουν μερικές εκλάμψεις διαύγειας και ορθότητας, σαν να ξέρουν την αλήθεια.
Ο μόδιστρος, ενώ προετοιμάζεται για τη νέα κολεξιόν, αναρωτιέται: Πώς θα φτιάξω τα μελλοντικά παντελόνια και τις φούστες;
Πού πηγαίνει ο άνθρωπος; Μέσα σε αυτό το χαοτικό σκηνικό της παράστασης, σαν να υπάρχει μια καλά κρυμμένη έγνοια για την ανθρωπότητα, κάτι που κάνει το έργο πολύ γοητευτικό.
Σε αυτό στοχεύει η παράσταση: με αφορμή το έργο να μιλήσουμε για τον άνθρωπο.
Για τον Γκομπρόβιτς το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι ο θάνατος, αλλά ο πόνος.
Αν κάποιος ξερίζωνε, λέει, από τον πλανήτη τον πόνο, η Γη θα μεταμορφωνόταν σε μια θάλασσα αδιαφορίας.
Ο ίδιος ξέρει τι σημαίνει πόνος, τον βίωσε στη διάρκεια της αρρώστιας του.
Ο άνθρωπος είναι γι’ αυτόν το επίκεντρο, αυτό είναι και το ζητούμενο της παράστασης. Μέσα στην κενότητα της ύπαρξης, ο πόνος είναι κυρίαρχος.
• Κι όλα αυτά υπό τους ανάλαφρους ρυθμούς της οπερέτας…
Ο συγγραφέας σκόπιμα χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο μουσικό είδος, την οπερέτα, που είναι ένας αφρός.
Η μουσική ακολουθεί κι αυτή το χάος. Πειραγμένη η ενορχήστρωση, πολλά και διαφορετικά είδη, όπως είναι τα σημερινά ακούσματα.
Υπάρχει ζωντανή ορχήστρα, πιάνο αλλά και χάλκινα, ζουρνάς αλλά και ηλεκτρική κιθάρα, ντραμς, κλαρίνο, γκάιντα, τούμπα αλλά και φλάουτο, κρουστά, κοντραμπάσο.
• Η παράσταση, μέσα από το εξωφρενικά ακραίο, προς τα πού κατευθύνει τον θεατή;
Τον οδηγεί προς τα εκεί όπου θα αισθανθεί παρά θα εκλογικεύσει τα πράγματα. Είναι σαν ένα παιχνίδι που επαναλαμβάνεται.
Το σκηνικό παραπέμπει σε μια έρημη χώρα. Ενας βράχος γυμνός, το «Ιμαλάιο» – μιλάμε για τους πρίγκιπες των… Ιμαλαΐων.
Πάνω σ’ αυτόν τον βράχο στέκεται ο άνθρωπος αγνοώντας πού βρίσκεται, απόλυτα απομακρυσμένος από το περιβάλλον, ντυμένος με τα πάντα, ένα ενδυματολογικό σύμπαν.
Η παράσταση πηγαίνει παραπέρα στον χρόνο, σαν ο Γκομπρόβιτς να μιλάει και για το σήμερα. Βρίσκω πολύ συγκινητική την ιδέα της μάσκας.
Επειδή η ταξική διάκριση σήμερα δεν θα είχε νόημα να υποστηριχτεί στο δίπολο βαρόνος-υπηρέτης, οι υπηρέτες στην παράσταση είναι πίθηκοι.
Εκπληκτικές μάσκες που δημιουργούν μια απρόσμενη αίσθηση. Είναι η πρωταρχική μορφή του ανθρώπου προτού επινοήσει τις εκφράσεις.
Καθαρό πρόσωπο, άγραφο, μάτια που κινούνται με φυσική περιέργεια.
• Το ανθρώπινο πρόσωπο χωρίς τη μάσκα του εκπολιτισμένου εαυτού μας, που πια δεν θυμόμαστε ότι φοράμε;
Ναι, ο πίθηκος στέκεται απέναντι στην εξέλιξή του, τον άνθρωπο.
Στην πρόβα το αίσθημα όταν κοιταζόμαστε άνθρωποι και πίθηκοι ήταν παράξενο.
Σαν να παρατηρεί ο πίθηκος το σημείο στο οποίο έφτασε στο πέρασμα τόσων αιώνων…
Γι’ αυτό ο Καραθάνος μιλάει για τον εφιάλτη του Δαρβίνου. Ολο αυτό το νομιμοποιημένο ψέμα, το κεκαλυμμένο, η υποκρισία, το κρύψιμο πίσω από τη μάσκα που επιλέγουμε ή που φοράμε ασυνείδητα.
• Φοράμε μάσκα ακόμα κι όταν μοναδικός «θεατής» είναι ο εαυτός μας;
Πολλές φορές λέω στον εαυτό μου: «Α, τώρα είσαι εσύ, ολόκληρη εσύ».
Δεν συνειδητοποιείς εύκολα τη μάσκα σου. Ισως όταν σταματάς να σκέφτεσαι τον εαυτό σου, όταν σε απορροφά η μουσική για παράδειγμα.
Αλλιώς ναι, είμαστε έτοιμοι να φορέσουμε τη μάσκα του παιχνιδιού, της υποκρισίας, της απάτης, των ψευδαισθήσεων, της αδιαφορίας, να παίξουμε έναν ρόλο, αφού πρόκειται για κομμάτι του εξελιγμένου εαυτού μας.
Ο πολιτισμός και η ευγένεια δεν εκφράζονται φυσικά ουσιαστικά, αλλά ως συμπεριφορά που πρέπει να επιδείξουμε.
Το βλέμμα δεν ακουμπά ήρεμα, μαλακά πάνω στα πράγματα.
Ο Γκομπρόβιτς πίστευε ότι ο καθένας παίρνει μια μορφή, παίζει έναν ρόλο, είναι δηλαδή λίγο ηθοποιός.
Και επισήμαινε ότι η διαφορά ανάμεσα σε όλους που φοράμε το κοστούμι του ρόλου είναι ότι κάποιοι έχουν συνείδηση της υπόκρισης σε αντίθεση με τους περισσότερους που δεν έχουν.
Πρόκειται για τον μύθο της περίφημης ωριμότητας του δυτικού ανθρώπου.
Ο συγγραφέας μάς λέει ότι ο άνθρωπος είναι βαθιά ανώριμος, περιττό να πούμε ότι σήμερα έχει πια επιβεβαιωθεί.
Μέσα σε αυτή τη διαδρομή των χιλιετιών ανάπτυξής του δεν έχει φτάσει πουθενά, μοιάζει να διέρχεται τη νηπιακή του ηλικία.
• Τι προτείνει ο συγγραφέας;
Είναι βέβηλος, κυνικός, υπαρξιστής αλλά και χαοτικός, μηδενιστής όμως και εναντίον των επαναστάσεων.
Γεμάτος αντιφάσεις, αγαπάει να παίζει με τα πράγματα, να παρωδεί, να αποδομεί.
Τα έργα του, λογοτεχνικά και θεατρικά, στηρίζονται στην προσωπική του φιλοσοφία.
Μην ξεχνάμε ότι έζησε την εποχή των μεγάλων ανακατατάξεων, ανάμεσα στους δυο πολέμους, τότε που όλα έμπαιναν σε μια καινούργια, υποτίθεται, βάση σε σχέση με την έννοια του υπαρξισμού, την κατεύθυνση του ανθρώπου.
Δεν προτείνει καμία λύση. Το πιθανότερο είναι πως δεν έχουμε λύση.
Υπάρχει μόνο το «παράδειγμα», η εξαίρεση, ένας άνθρωπος που υψώνεται πότε πότε.
Και τότε όλοι εμείς κοιτάμε και θαυμάζουμε, για λίγο, πριν βουλιάξουμε ξανά στη συνήθεια, πριν συνεχίσουμε να προχωράμε με το όνειρο, την προσδοκία μιας κάποιας εξύψωσης…
Αυτό που λέει ο Γκομπρόβιτς μέσα από την «Οπερέττα» είναι κοντά στην άποψη του Νίκου Καραθάνου -ο οποίος, από μια άλλη πλευρά, έχει αρκετά κοινά μαζί του: Δεν σταματάμε λίγο να το πάρουμε απ’ την αρχή;
Φυσικά δεν γίνεται να σβήσεις το παρελθόν, να αποσυνδεθείς απ’ αυτό το συγκεκριμένο παρόν.
Ωστόσο δεν είναι και λίγο να αποκτήσουμε συνείδηση ότι ο δρόμος που βαδίζουμε δεν οδηγεί πουθενά.
Να αποδεχτούμε το γεγονός του βιωμένου τέλματος, να πάψουμε να συμμεριζόμαστε το ψέμα ότι προχωράμε, ενώ στην πραγματικότητα δεν αλλάζει τίποτα, μόνο κατ’ επίφαση, μόνο τα ονόματα…
• Επειτα από πολλά χρόνια φέτος επιστρέψατε στην πατρίδα σας, τη Θεσσαλονίκη, ερμηνεύοντας τη «Μάνα κουράγιο» του Μπρεχτ στο Κρατικό Θέατρο.
Επαιξα έναν ρόλο που δεν περίμενα ότι θα συναντιόμουν μαζί του.
Η εμπειρία μου από την παράσταση ήταν ωραία για επιπλέον έναν λόγο. Μου άρεσε αυτό που είδα στο θέατρο.
Ο Γιάννης Αναστασάκης και η Μαρία Τσιμά δεν είναι απλώς οι διευθυντές του Κρατικού, πονάνε, υπηρετούν το θέατρο.
Εμένα πια η ζωή μου είναι στην Αθήνα. Πούλησα το σπίτι μου στη Θεσσαλονίκη και αγόρασα άλλο στην Κυψέλη. Και ο γιος μου εδώ θα γυρίσει.
Οταν γυρίσει, γιατί ζει στο Λονδίνο πολλά χρόνια, εργάζεται ως καθηγητής στο Κινγκς Κόλετζ.
Αυτός βέβαια θέλει σαν τρελός, αγαπάει πολύ την Ελλάδα, αλλά η επιστροφή, τώρα τουλάχιστον, είναι πολύ δύσκολη.
• Εργα, ρόλοι, συνεργασίες. Μια ζωή γεμάτη θέατρο, επιτυχίες. Ευχαριστημένη;
Δεν θα μπορούσα να έχω παράπονο. Τώρα πια νιώθω την επιθυμία να μένω και λίγο απέξω.
Να έχω χρόνο για διάβασμα, σινεμά, να μη με κυνηγάει το άγχος της παράστασης.
Αλλά και τότε με πιάνει ξανά η επιθυμία της σκηνής, της συναναστροφής με τους συναδέλφους.
Το καλοκαίρι δεν θα δουλέψω γιατί πέρσι οι πρόβες τού «Μάνα κουράγιο» είχαν ξεκινήσει πολύ νωρίς και δεν ξεκουράστηκα.
Θα πάω ξανά στην Καβάλα, στο υπέροχο σπίτι στη θάλασσα που έχω από τον παππού μου, μαζί με τον σκύλο μου τον Ραχάτ. Κολυμπάμε, περνάμε υπέροχα. Ξεχνάμε τι ώρα είναι.
• Δεν σας επηρεάζει ψυχολογικά το γκρίζο της εποχής;
Οι καιροί είναι ταραγμένοι κι όχι μόνο στην Ελλάδα. Ο Τραμπ στην Αμερική, η Λεπέν στη Γαλλία, αυτός ο απίστευτος τύπος στη Β. Κορέα, οι εξελίξεις στην Τουρκία.
Κι εμείς λίγο πριν ζούσαμε μια φούσκα. Συχνά σκέφτομαι: «Μα ήταν δυνατόν να το γλιτώναμε; Πάλι καλά…».
Από τύχη δεν έχουμε γεννηθεί στη Συρία.
Πριν μέρες συζητώντας με τη Γαλήνη Χατζηπασχάλη τής έλεγα ότι κουράστηκα να μιλάω για την κρίση.
Και μου απαντάει: «Ναι, όπως θα έλεγε ο παππούς μου, είναι καιρός να σταματήσουμε να μιλάμε για την κρίση και να τη ζήσουμε…»
Μου άρεσε έτσι όπως το έθεσε. Ξέρω, οι αντιθέσεις έχουν οξυνθεί, ζούμε το δράμα του ξένου, του άνεργου, των νέων καλλιτεχνών που κανείς δεν ξέρει πώς θα τα καταφέρουν.
Πιο καταρτισμένοι από εμάς, με γνώσεις στο τραγούδι, στον χορό, πράγματα που εμείς δεν διδαχτήκαμε, αλλά άτυχοι σε σχέση με τη συγκυρία.
Κάνουν πράγματα μόνοι τους με όποιον τρόπο μπορούν. Δεν είναι τυχαίο που κάποτε οι τέχνες χρηματοδοτούνταν από τους πλούσιους, που το θέατρο ζούσε στα παλάτια…
Δικαίως διαμαρτυρόμαστε για τον πολιτισμό, αλλά η οικονομική μας κατάσταση βάζει άλλες προτεραιότητες.
Και τι να πούμε για την πανάκριβη τέχνη του κινηματογράφου που, ενώ έχουμε εμπνευσμένους δημιουργούς, η παραγωγή μιας ταινίας είναι τόσο δύσκολη, σχεδόν απαγορευτική.
Δεν θέλω να πέφτω στη θλίψη. Προτιμώ να παραμένω ψύχραιμη, ήρεμη όσο γίνεται.
Υπάρχουν πράγματα ακόμα και λέξεις που σε ανακουφίζουν, όπως το «Πρόσω ηρέμα» του Οδυσσέα Ελύτη που διάβαζα τις προάλλες.
Εθνικό Θέατρο/Rex (Πανεπιστημίου 48, τηλ.: 210-3305074). «Οπερέττα» του Βίτολντ Γκομπρόβιτς.
Μετάφραση: Γιάννης Αστερής. Σκηνοθεσία: Νίκος Καραθάνος. Διασκευή: Νίκος Καραθάνος, Γιάννης Αστερής.
Σκηνικά-κοστούμια: Ελλη Παπαγεωργακοπούλου. Μουσική: Αγγελος Τριανταφύλλου. Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος. Κίνηση: Αμάλια Μπένετ.
Παίζουν: Χάρης Ανδριανός, Αλέξανδρος Βαρδαξόγλου, Μαρία Διακοπαναγιώτου, Βασιλική Δρίβα, Πάρις Θωμόπουλος, Νίκος Καραθάνος, Ευαγγελία Καρακατσάνη, Νάντια Κοντογεώργη, Κώστας Κορωναίος, Νίκος Λεκάκης, Κώστας Μπερικόπουλος, Ιωάννα Μπιτούνη, Εύη Σαουλίδου, Μιχάλης Σαράντης, Ελενα Τοπαλίδου, Αγγελος Τριανταφύλλου, Χάρης Φραγκούλης, Λυδία Φωτοπούλου, Γαλήνη Χατζηπασχάλη.
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο στις 20.00, Κυριακή στις 19.00
