Γίνεται η προβολή 100 ταινιών μικρού μήκους, ηλικίας 120 χρόνων, να είναι μια αναζωογονητική εμπειρία; Γίνεται και έγινε το βράδυ της Τρίτης, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, σε διοργάνωση της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.
Καλεσμένος της βραδιάς ήταν ο Τιερί Φρεμό, περίοπτος διευθυντής του Φεστιβάλ Κανών, αλλά και πρόεδρος του Ινστιτούτου Λιμιέρ στη Λιόν, ιδιότητα με την οποία επισκέφτηκε την Αθήνα.
Σκοπός ήταν η παρουσίαση στο ελληνικό κοινό τού «Lumière!», ένα πρόγραμμα-συρραφή 98 συντηρημένων και αποκατεστημένων ταινιών του Λουί Λιμιέρ και των οπερατέρ του από το 1895 έως το 1905.
Αν πέρσι γιορτάσαμε τα 120 χρόνια ζωής του κινηματογράφου, αυτό ήταν γιατί το 1895 οι αδελφοί Λιμιέρ εφηύραν τον Cinématographe (μια μηχανή λήψης, εκτύπωσης και προβολής φιλμ) και ξεκίνησαν να γυρίζουν μερικές από τις πρώτες ταινίες στην ιστορία του σινεμά.
Προς τιμήν της κληρονομιάς των Λιμιέρ, το Ινστιτούτο της Λιόν έχει αποκαταστήσει τα σωζόμενα ταινιάκια τους, 1.417 από τα 1.500 που γυρίστηκαν, τα οποία, εκτός από την ιστορική τους αξία, δίνουν μια συναρπαστική, αυθεντική, γεμάτη χιούμορ, ενθουσιασμό και συγκίνηση, ματιά στον κόσμο των αρχών του 20ού αιώνα.
Μπορεί λίγα απ’ αυτά να είναι ευρέως γνωστά, όπως η έξοδος των εργατών από το Εργοστάσιο Λιμιέρ, το τρένο που μπαίνει στον σταθμό (και το οποίο τρομοκράτησε το κοινό της εποχής, που περίμενε πότε θα εκτροχιαστεί από την… οθόνη), ο ποτιστής που ποτίζεται.
Ομως η παρακαταθήκη των Λιμιέρ περιλαμβάνει άφθονα «home movies» με παιδικές σκανταλιές, αυθεντικά επίκαιρα, ταξιδιωτικά (οι Λιμιέρ έστελναν τους οπερατέρ τους στον κόσμο για να επιστρέψουν με εικόνες), αλλά και ταινιάκια κοινωνικού σχολιασμού, καθημερινής ζωής ή, πάντα αριστοτεχνικά σκηνοθετημένης, αποτύπωσης ενός μαγικού «τότε».
Εάν ο «cinématographe» των Λιμιέρ επικράτησε έναντι της κινηματογραφικής μηχανής που την ίδια εποχή σκάρωνε στην Αμερική ο Τόμας Εντισον, ο βασικός λόγος ήταν η πρόθεση των δημιουργών του: ενώ ο Εντισον προόριζε τη δική του μηχανή για ατομική χρήση –ένας θεατής ρίχνει το νόμισμά του σε μια οπή και βλέπει μια ταινία–, οι Λιμιέρ θέλησαν να συγκεντρώσουν κόσμο, στην αρχή φίλους και οικογένεια, στην πορεία κοινό, σε μια αίθουσα και να τους κάνουν κοινωνούς των κινούμενων εικόνων τους, διάρκειας έως 50 δευτερολέπτων, μια και τόσο μόνο φιλμ χωρούσε η μηχανή.
Με την ίδια ομαδικότητα το κοινό της Στέγης ψυχαγωγήθηκε σύσσωμο κι ελαφρώς έκπληκτο το βράδυ της Τρίτης.
Ο Τιερί Φρεμό μπόρεσε με άνεση, σχολιάζοντας κι εξηγώντας ταυτόχρονα με τη βωβή προβολή, ν’ απογυμνώσει το έργο των Λιμιέρ και των οπερατέρ τους από τον όγκο της Ιστορίας και ν’ αναδείξει τις ταινίες στο σύγχρονο κοινό με μοντέρνο τρόπο. Γιατί μπορεί αυτές να είναι οι αρχές του σινεμά, περικλείουν όμως ήδη όλα τα τερτίπια του, το τράβελινγκ, το κοντινό πλάνο, ένα rewind από λάθος κι όλο το συναισθηματικό εύρος του, από την κωμωδία ώς το δράμα κι από τον τρόμο ώς τη συγκίνηση και τον κοινωνικό ρεαλισμό.
Ο Τιερί Φρεμό είναι ο ιδανικός άνθρωπος για να το κάνει αυτό: γενικός διευθυντής του Φεστιβάλ των Κανών από το 2007, καλλιτεχνικός διευθυντής του από το 2004, ξεκίνησε την καριέρα του ως εθελοντής στο Ινστιτούτο Λιμιέρ, ως αγνός και πρόθυμος σινεφίλ στο πλευρό τότε του Μπερτράν Ταβερνιέ, που κρατούσε τη θέση του προέδρου του Ινστιτούτου.
Εγγύηση στην επιτυχία της παρουσίασης ήταν η συμμετοχή του σκηνοθέτη Πάνου Χ. Κούτρα («Στρέλλα», «Xenia»), που βρισκόταν μαζί με τον Τιερί Φρεμό στη σκηνή κι απέδιδε τα αγγλικά του Φρεμό με τις δικές του προσθήκες, πληροφορίες και παρεμβάσεις.
Ο συνδυασμός των δύο, γεμάτος μπρίο, γνώση και επικοινωνιακό χάρισμα, έδωσε τον αισιόδοξο τόνο στη βραδιά σε μία από τις δυσεύρετες στιγμές όπου το παρελθόν ενώνεται ζωντανά και δημιουργικά με το τώρα.
