Ηταν από τις πρώτες γυναίκες που σπούδασε κινηματογράφο στην École nationale στο Παρίσι τη δεκαετία του ’60. Σε μια εποχή, που παρ’ όλα τα πρωτοπόρα κινήματα ανά τον κόσμο, οι γυναίκες αποθαρρύνονταν ενεργά από την επιδίωξη μιας σταδιοδρομίας πίσω από την κάμερα.
Η Μπαμπέτ Μανγκόλτ, ωστόσο, είχε άλλα βιώματα ως παιδί: «Στάθηκα τυχερή, καθώς η μητέρα μου ήταν φεμινίστρια τη δεκαετία του 1920 και ο πατέρας μου την θαύμαζε γι’ αυτό. Οι δυο τους συναντήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του ’30 και ο ίδιος πάντα μας έλεγε πως εμείς, τα παιδιά του, δεν θα υπήρχαμε αν η μητέρα μας δεν ήταν τόσο έξυπνη, αγωνίστρια και ανεξάρτητη. Και οι δυο γονείς μου δίδασκαν Ιστορία στο Γυμνάσιο και τότε η εκπαίδευση ήταν αυστηρότατη και πολύ συντηρητική. Να φανταστείτε, εγώ πήγαινα στο Γυμνάσιο θηλέων όπου δίδασκε η μητέρα μου και τα αδέλφια μου ήταν στο Γυμνάσιο αρρένων, όπου εργαζόταν ο πατέρας μου» μας λέει η ίδια.
Συνομιλήσαμε μαζί της με αφορμή την επίσκεψή της στη χώρα μας, στο πλαίσιο του 12ου Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας, το οποίο κάνει αφιέρωμα στο έργο της. Είναι, δε, η πρώτη φορά που θα παρουσιαστεί το έργο της στην Ελλάδα.
Η ίδια θα δώσει masterclass το Σάββατο 11/6, στην Ταινιοθήκη (όπου πραγματοποιείται το φεστιβάλ έως και την Τετάρτη 15/6), με θέμα «Η πράξη του κοιτάγματος», συντονίστρια του οποίου θα είναι η σπουδαία Ελληνίδα κινηματογραφίστρια και θεωρητικός του σινεμά, Εύα Στεφανή. Ωστόσο οι ταινίες της ξεκινούν να προβάλλονται στο φεστιβάλ ήδη από αύριο Πέμπτη (ολόκληρο το πρόγραμμα του φεστιβάλ και του αφιερώματος στην ίδια στο www.tainiothiki.gr).
Οταν πούλησε το εισιτήριο της επιστροφής της στη Γαλλία
Η Μπαμπέτ Μανγκόλτ είναι διευθύντρια φωτογραφίας και σκηνοθέτις και ήταν και στενή συνεργάτις της Σαντάλ Ακερμάν. «Πράγματι η κινηματογραφική μου ματιά διαμορφώθηκε από το φύλο μου από τότε που ήμουν πολύ νέα» μας λέει. «Οι απόψεις της μητέρας μου, η στάση του πατέρα μου, καθώς και οι σπουδές μου στο Παρίσι ήταν όσα πήρα μαζί μου για το ταξίδι μου στη Νέα Υόρκη. Εφτασα εκεί, τέλη Οκτωβρίου του 1970. Ηδη είχα εικόνες από μεγάλους ζωγράφους και σπουδαίους πίνακες, καθώς οι γονείς μας κατά τη διάρκεια των διακοπών, μας πήγαιναν στο Παρίσι και βλέπαμε όλες τις μεγάλες εκθέσεις και τα μουσεία – κάτι μαγικό για μένα! Ακριβώς επειδή ζούσαμε σε μία επαρχιακή πόλη, το Παρίσι φάνταζε ως το κέντρο των Τεχνών. Είναι πολύ σημαντικό για έναν κινηματογραφιστή και φυσικά για έναν φωτογράφο να έχει στο μυαλό του ζωγραφικά έργα. Οι πόλεις, η ζωγραφική και η αρχιτεκτονική, καθώς και οι ιδιαίτερες απόψεις της οικογένειάς μου πάνω στον φεμινισμό ήταν που διαμόρφωσαν τη ματιά μου αρχικά.
Και μετά μπαίνει η Νέα Υόρκη… Εκεί είδα πράγματα και γνώρισα ανθρώπους που με έβαλαν σε ένα τελείως διαφορετικό πλαίσιο απ’ ό,τι είχα μάθει στις ακαδημαϊκές μου σπουδές. Είχα πρόσβαση στο Κέντρο Κινηματογράφου ως εκπαιδευμένη κινηματογραφίστρια και μπορούσα να μελετήσω το φωτογραφικό έργο των μιούζικαλ. Ετσι ανακάλυψα τον Φρεντ Αστέρ και τον Μπάσμπι Μπέρκλεϊ και ταυτόχρονα είδα ταινίες του Μάικλ Σνόου (που ήδη συνταίριαζε τη φωτογραφία, το φιλμ, τη γλυπτική και τη μουσική στα έργα του), καθώς και του Σταν Μπράκατζ, από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες πειραματικού σινεμά του 20ού αιώνα. Ωστόσο ο κόσμος του θεάτρου και η συζήτηση για τις αυτοσχεδιαστικές τεχνικές στην υποκριτική και το παιχνίδι ήταν το πιο ενδιαφέρον για μένα τότε. Τόσο πολύ ξετρελάθηκα από τους ανθρώπους που γνώρισα και τα όσα καινούργια ένιωθα ότι μπορούσα να κάνω, που πούλησα το εισιτήριο της επιστροφής μου στη Γαλλία, καθώς ήθελα να μείνω περισσότερο από τους τρεις μήνες που είχα προγραμματίσει αρχικά. Βέβαια, τότε ήταν πολύ διαφορετικά τα πράγματα. Θυμάμαι πως βρήκα μια μικρή δουλειά σε ένα φωτογραφείο όπου οι ικανότητές μου στην εκτύπωση φωτογραφιών θα μπορούσαν να είναι χρήσιμες, παρά τα φτωχά αγγλικά μου. Επίσης, ήταν τόσοι πολλοί οι μετανάστες στην πόλη τότε, που έβλεπαν με συμπάθεια έναν ακόμη μετανάστη, ειδικά ένα νέο παιδί που προσπαθούσε να ονειρευτεί, δημιουργώντας. Τότε η Νέα Υόρκη είχε πολύ φτηνά ενοίκια και το ελάχιστο ωρομίσθιο ήταν 2,75 δολάρια, αρκετά για να αγοράσεις ένα πολύ καλό γεύμα για μια ώρα εργασίας» μας λέει η Μπαμπέτ.
«Η σημερινή πρωτοπορία είναι συνυφασμένη με τις κοινωνικές διακρίσεις!»
Η Μπαμπέτ Μανγκόλτ πράγματι έγινε κομμάτι της πρωτοπορίας του σινεμά στη Ν.Υ. και συνέχισε ακριβώς με τον ίδιο πειραματικό τρόπο. Η δομή ποτέ δεν την απασχόλησε ιδιαίτερα, όσο το βλέμμα. Δεν είναι τυχαίο πως μία από τις πλέον ολοκληρωμένες της εκθέσεις έγινε το 2017 με τίτλο «I=Eye». Τόσο οι εκθέσεις της όσο και τα έργα της αντανακλούν την ενασχόλησή της με την αντίληψη της μεταγραφής του εαυτού εντός και εκτός σκηνής, γραμμένη από και για την κάμερα.
Στην πρώτη της ταινία «Τι ήξερε η Μέιζι» (1975) διερευνά πώς είναι να κοιτάμε μέσα από τα μάτια ενός κοριτσιού, η δεύτερη «Η κάμερα: Εγώ» (1977) είναι ουσιαστικά ένα αυτοπορτρέτο της. Συνέχισε κυρίως με ντοκιμαντέρ. Μάλιστα στο φεστιβάλ θα προβληθεί και το τελευταίο της ντοκιμαντέρ «Καλάμιτι Τζέιν και Ντελφίν Σερίγκ: Μια ιστορία» (2020), στο οποίο αποτίνει φόρο τιμής στην εμβληματική ηθοποιό και φεμινίστρια Ντ. Σερίγκ, διερευνώντας παράλληλα τη σημασία του θηλυκού θρύλου της Αγριας Δύσης για τον σημερινό φεμινισμό.
Από την κουβέντα μας καταλάβαμε το πόσο δύσκολο ήταν τότε να είσαι γυναίκα στον κινηματογραφικό χώρο, αλλά και πως σήμερα είναι ίσως ακόμα πιο δύσκολο, καθώς έχουν αλλάξει πολλά αλλά όχι αρκετά. Φυσικά, δεν θα μπορούσαμε να μην τη ρωτήσουμε για το τι θεωρεί σήμερα «πρωτοπορία»: «Νομίζω ότι αυτό που οι άνθρωποι αποκαλούσαν στο παρελθόν avant-garde περιγράφεται τώρα ως ακτιβισμός που συνδέεται με κάποια θεσμική κριτική ενάντια στην όποια αδικία, όπως είναι οι φυλετικές, σεξουαλικές ή έμφυλες προκαταλήψεις. Η σημερινή πρωτοπορία είναι συνυφασμένη με τις κοινωνικές διακρίσεις!».
