ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ
Παρόλο που άρχισε με επιτυχία την καριέρα της ως ηθοποιός, ειδικά σε ρόλους ανεξάρτητων ταινιών χαμηλού προϋπολογισμού («LOL», 2006, «Hannah takes the stairs, 2008, «Nights and Weekends», 2008) αλλά και σε μεγαλύτερες παραγωγές του Χόλιγουντ («Greenberg», 2010, «Μόνο το σεξ δεν φτάνει», 2011, «Frances Ha» 2012), η Γκρέτα Γκέργουιγκ ήταν προορισμένη για προσωπικές δημιουργίες που θα σκηνοθετούσε η ίδια. Το 2017 παρουσίασε την πρώτη της ανεξάρτητη ταινία «Lady Bird» με τη Σίρσα Ρόναν, το σενάριο της οποίας έγραψε η ίδια εμπνευσμένη από την οικογένειά της στο Σακραμέντο της Καλιφόρνιας.
Η ταινία έφτασε ώς τις υποψηφιότητες των Οσκαρ για τη σκηνοθεσία και το σενάριο, ενώ κέρδισε τη Χρυσή Σφαίρα για το καλύτερο σενάριο. Η επιτυχία της την ώθησε προς μεγαλύτερα εγχειρήματα όπως την τελευταία της, «Μικρές κυρίες» («Little women»), διασκευή του ομώνυμου κλασικού αμερικανικού μυθιστορήματος, η οποία έχει έξι υποψηφιότητες για τα φετινά Οσκαρ – ανάμεσά τους και Καλύτερης Ταινίας.
Η Γκέργουιγκ, όπως και ο σύντροφός της, ο σκηνοθέτης Νόα Μπάουμπαχ («Ιστορία γάμου»), θεωρούνται εκπρόσωποι του νέου ανεξάρτητου αμερικανικού κινηματογράφου, αφού και οι δύο, αλλά ειδικά η Γκέργουιγκ, έχουν στρέψει την προσοχή τους σε ιστορίες μοντέρνων γυναικών. Στα χέρια της σκηνοθέτριας, το έργο «Μικρές κυρίες» δεν θα μπορούσε παρά να αποτελεί μια γιορτή της γυναίκας.
• Μιλήστε για την εμπειρία σας στην τελευταία σας ταινία «Little women» και πώς θα τη συγκρίνατε με την προηγούμενη, το «Lady Bird».
Απέκτησα την αυτοπεποίθηση για να προχωρήσω στη συγγραφή σεναρίων και τη σκηνοθεσία από τότε που αναγνωρίστηκε η ταινία «Frances Ha», η οποία ήταν η πρώτη που έγραψα (μαζί με τον Νόα Μπάουμπαχ). Αν και ήταν μια μικρή ασπρόμαυρη ταινία, πραγματοποιημένη με πολύ λίγα χρήματα, την πρόσεξαν. Κι ήταν για μένα σπουδαίο το γεγονός, απόδειξη ότι προχωρούσα προς τη σωστή κατεύθυνση. Επίσης η αποδοχή του «Lady Bird» ήταν πολύ θερμή και είμαι ευγνώμων γι’ αυτό.
Ταυτίζομαι με την ιστορία της Τζο Μαρς (πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος «Μικρές κυρίες»). Το βιβλίο ήταν το αγαπημένο μου από τότε που μου το διάβαζε η μητέρα μου στο κρεβάτι πριν κοιμηθώ. Με έκανε να πιστέψω ότι μπορώ να γίνω συγγραφέας, σαν την Τζο που ήταν φιλόδοξη, είχε μεγάλα όνειρα αλλά και λίγο θράσος.
Την είχα πάντα μέσα μου… Οταν πήγα στη Sonny, στο γραφείο της Εμι Πασκάλ, που είναι η υπέροχη παραγωγός μου, της είπα ότι είχα ανάγκη να κάνω την ταινία.
Ημουν πραγματικά τυχερή που το δέχτηκαν oι παραγωγοί, μάλιστα με μεγάλη ελευθερία, αφήνοντάς με να προσλάβω τους απίστευτους αυτούς ηθοποιούς, να γυρίσω την ταινία σε φιλμ, να τη φτιάξω σαν ζωγραφιά – όλα αυτά τα πράγματα που ήθελα για να αναδείξω μια γυναίκα που γίνεται συγγραφέας, τη σημασία του γεγονότος και της πορείας της προς τα εκεί. Η ευκαιρία αυτή, σαν να ζωγράφιζα πάνω σ’ ένα μεγάλο τελάρο, ήταν εξαιρετική για μένα, ένα παραπάνω βήμα στη σκηνοθεσία.
• Τι σας ενδιέφερε περισσότερο όταν γυρίζατε την ταινία;
Με ενδιέφερε να ανακαλύψω την ουσία της συγγραφέως αλλά και να διηγηθώ την ιστορία πηγαίνοντας μπρος-πίσω στον χρόνο, αφήνοντας να φανούν τα συναισθήματα με ειλικρίνεια, ειδικά όσον αφορά την παιδική ηλικία των χαρακτήρων. Μου έκανε εντύπωση το πόσο το είχα ανάγκη να ερευνήσω αυτά τα πράγματα. Εξάλλου νομίζω ότι είχα ανάγκη τη ζεστασιά που προβάλλει η ταινία.
• Πείτε μας για την αναδημιουργία του κόσμου των «Μικρών κυριών».
Είχαμε την τύχη να γυρίσουμε την ταινία στο μέρος όπου γράφτηκε το βιβλίο – το Κόνκορντ της Μασαχουσέτης. Μάλιστα είναι η πρώτη φορά που γίνεται αυτό σε κινηματογραφικές διασκευές. Οταν βρίσκεσαι εκεί, είναι σαν να μαγεύεσαι από τη συγγραφέα Λουίζα Μέι Αλκοτ και το κίνημα του αμερικανικού υπερβατισμού.
Το Orchard House όπου έγραψε το βιβλίο βρίσκεται απέναντι από το σπίτι του Ραλφ Oυάλντο Εμερσον και λίγο πιο πέρα από το σπίτι του Ουόλντεν Ποντ, όπου έζησε και εργάστηκε ο Χένρι Ντέιβιντ Θόρο. Προς την αντίθετη κατεύθυνση βρίσκεται το σπίτι του Ναθάνιελ Χόθορν, ενώ ο παππούς του Ραλφ Ουάλντο Εμερσον παρακολουθούσε από το παράθυρό του τις μάχες που δίνονταν στο North Bridge, στην Αμερικανική Επανάσταση.
Αυτός λοιπόν είναι ο τόπος όπου γεννήθηκε η ιδέα των Ηνωμένων Πολιτειών, η αμερικανική δημοκρατία, αλλά και τόπος αυτής της γόνιμης φαντασίας που είχαμε τώρα τη δυνατότητα να αναπαραγάγουμε στην ταινία.
Οταν είσαι εκεί, νιώθεις την ατμόσφαιρα της εποχής εκείνης. Μάλιστα κάναμε πρόβες εκεί για δύο εβδομάδες ενώ επισκεφθήκαμε τα διάφορα μνημεία, το σπίτι της Λουίζα Μέι Αλκοτ, τον τάφο της στο νεκροταφείο Sleepy Hollow, όπου ακόμα ακουμπούν πένες, ειδικά τα κορίτσια που θέλουν να γίνουν συγγραφείς. Νιώθω έναν πνευματικό σύνδεσμο με την Αλκοτ. Είμαι τώρα 36 χρόνων, ίδια ηλικία με την Αλκοτ όταν δημοσίευσε το μυθιστόρημα. Κι όχι μόνο κάθισα στο γραφείο της! Το σπίτι που χτίσαμε για τα γυρίσματα ήταν αντίγραφο του σπιτιού της! Ο ιδιοφυής σκηνογράφος μας, ο Τζες Γκόντσορ, το αντέγραψε σε όλες τις λεπτομέρειες, ακόμα και στο χρώμα.
• Τα χρώματα ήταν μαγευτικά και τα κάδρα της ταινίας θα μπορούσαν να είναι πίνακες του Μονέ. Πείτε μας πώς γεννήθηκαν μέσα σας οι εικόνες αυτές.
Είναι αλήθεια πως εμπνεύστηκα από τη ζωγραφική, ειδικά του 19ου αιώνα. Πέρασα πολύ χρόνο στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης, στην υπέροχη συλλογή ζωγράφων του 19ου αιώνα. Για τη σκηνή με τα κορίτσια στην παραλία, για παράδειγμα, αναφέρθηκα σ’ έναν πίνακα του Γουίνσλοου Χόμερ από το 1865 στο Eagle Head της Μασαχουσέτης, όπου απεικονίζονται τρία κορίτσια στην ακτή μ’ ένα σκυλάκι.
Οταν τον είδα, είπα: αυτό είναι!… Για την κάθε σκηνή σχεδόν είχα αναφορά σε πίνακες, ειδικά γι’ αυτές που διαδραματίζονταν στην Ευρώπη – εκεί άλλωστε ζούσαν ο Μονέ και ο Σεζάν… Ηθελα να δημιουργήσω μια εμπειρία για τον θεατή. Οπως είπα στους επικεφαλής των τμημάτων της παραγωγής, θέλω αυτοί που θα δουν την ταινία μου να τη ζήσουν και να τη γευτούν!
• Η προηγούμενη ταινία σας, αν και δεν ήταν εποχής, έχει πολλά κοινά σημεία με την τωρινή. Δεν έχουμε προοδεύσει από την εποχή της Αλκοτ, νομίζετε;
Μα πώς! Εχουμε προοδεύσει πάρα πολύ. Χωρίς τη Λουίζα Μέι Αλκοτ, εγώ δεν θα έκανα ταινίες. Αυτή έδειξε τον δρόμο σε τόσες γυναίκες να δημιουργήσουν!… Ακόμα και σήμερα προσπαθούμε να δώσουμε περισσότερες ευκαιρίες σε γυναίκες, ωστόσο τα πράγματα είναι βεβαίως καλύτερα από την εποχή της Αλκοτ. Κάτι που θα ήθελα να δω είναι 15χρονα κορίτσια να πηγαίνουν στο σινεμά, να διαβάζουν βιβλία και να φαντάζονται ότι μπορούν κι αυτές να γίνουν συγγραφείς.
• Δεν έχετε αναφερθεί στη συνάδελφο της Αλκοτ, την Εμιλι Ντίκινσον. Πιστεύετε ότι είναι καιρός να δώσουμε την προσοχή μας σε όλες αυτές τις σπουδαίες γυναίκες;
Η Εμιλι Ντίκινσον έζησε στο Αμχερστ της Μασαχουσέτης. Θα πρέπει να υπάρχει κάτι στο νερό της Μασαχουσέτης (γέλια). Είναι η αγαπημένη μου ποιήτρια. Μάλιστα στην καθεμία από τις ηθοποιούς μου έδωσα μια συλλογή της Ντίκινσον με φωτογραφίες από ποιήματα που έγραφε σε κομμάτια χαρτί, όπου έβρισκε. Εγραφε παντού… Πραγματικά, ενδιαφέρομαι πολύ για την ιστορία των γυναικών της λογοτεχνίας – είναι πιο πλούσια απ’ ό,τι νομίζετε.
• Εσείς, όπως και ο σύντροφός σας, ο Νόα Μπάουμπαχ με το «Marriage story», ασχολείστε με τις δυσκολίες και τις χαρές των ερωτικών και γαμήλιων σχέσεων, από διαφορετική σκοπιά όμως. Πώς βλέπατε ο ένας τη δουλειά του άλλου όταν δουλεύατε και οι δύο ταυτόχρονα τις ταινίες σας;
Μπορεί να είμαι προκατειλημμένη αλλά νομίζω ότι το «Marriage story» είναι ένα αριστούργημα. Οταν μου έδειξε το πρώτο μοντάζ της ταινίας την Ημέρα των Ευχαριστιών το 2018, έκλαψα για 2,5 ώρες, τόσο καλό μου φάνηκε! Ναι, και τους δύο μας ενδιαφέρουν οι ανθρώπινες ιστορίες, επικές ή οικογενειακές, δεν έχει σημασία.
Οσο για μένα, με την ιστορία των «Μικρών κυριών», αισθανόμουν πολύ κοντά σ’ αυτή τη γυναικεία ουτοπία… και ήθελα να γνωρίσω την κάθε γυναίκα στην προσωπική της ζωή, ως ενήλικα, τη νοσταλγία που ένιωθαν για την αδελφοσύνη της παιδικής τους ηλικίας. Η Τζο Μαρς δεν ήθελε καμία από τις αδελφές της να παντρευτεί, θα προτιμούσε να είχαν μείνει όλες στο ίδιο σπίτι – κάτι που μπορώ να καταλάβω. Αλλωστε ποτέ δεν παντρεύτηκε η ίδια.
• Πιστεύετε ότι το γεγονός ότι δεν παντρεύτηκε της έδωσε ανεξαρτησία;
Ναι… Παρόλο που δεν παντρεύτηκε και δεν είχε παιδιά, αυτή έδωσε τα χρήματα για να πάνε όλα τα ανίψια της στο σχολείο, τους φρόντιζε σε ώρες ανάγκης και τους στήριζε όλους. Εκείνη την εποχή ο γάμος σήμαινε την απώλεια όλης αυτής της ανεξαρτησίας, ένα πολύ υψηλό τίμημα για την Αλκοτ. Οπως έγραψε στο ημερολόγιό της «προτιμώ να μείνω μια ελεύθερη γεροντοκόρη που κωπηλατεί το δικό της κανό».
• Εχετε εγκαταλείψει την ηθοποιία τώρα που γίνατε σκηνοθέτρια;
Οχι, αγαπώ πολύ την ηθοποιία. Ηξερα πάντα ότι ήθελα να γράφω και να σκηνοθετώ αλλά και να συμμετέχω με οποιονδήποτε τρόπο στην παραγωγή γιατί αγαπούσα τόσο πολύ το σινεμά. Εξάλλου, έπρεπε να καλλιεργήσω το θάρρος να σκηνοθετήσω… Τα δέκα χρόνια που δούλεψα ως ηθοποιός για μένα ήταν κάτι σαν σχολείο όπου απέκτησα τη γνώση και τη σιγουριά για να σκηνοθετήσω.
Ωστόσο, αγαπώ πολύ την ηθοποιία και ετοιμάζομαι να παίξω στις «Τρεις αδελφές» του Τσέχοφ στη Νέα Υόρκη… Νομίζω λοιπόν ότι, παρόλο που αν θα έπρεπε να διαλέξω, θα διάλεγα τη σκηνοθεσία, θα επιστρέφω κατά καιρούς στην ηθοποιία γιατί με κρατάει σε επαφή με αυτό που ζητώ από τους ηθοποιούς μου, αλλά και με τους σπουδαίους δημιουργούς του κινηματογράφου, κάτι που είναι πάντα πολύ αξιόλογο.
• Αποκτήσατε τον γιο σας τον προηγούμενο χρόνο. Αισθάνεστε κάποια αλλαγή από τότε που γίνατε μητέρα;
Δεν είμαι πολύ καιρό μητέρα (γέλια), δεν μπορώ να σας πω ακριβώς. Αυτό που ξέρω είναι ότι δεν κοιμάμαι πολύ πια… (γέλια). Ομως με ενθουσιάζει η ιδέα ότι θα συνεχίσω να δημιουργώ όντας μητέρα – γιατί η μητρότητα μου δίνει μεγάλη χαρά. Γνωρίζω ότι θα με αλλάξει και μαζί θα αλλάξουν οι ταινίες μου και απλά θέλω να τις βιώσω αυτές τις αλλαγές όπως και να ‘ρθουν.
Info: «Μικρές κυρίες», από την άλλη Πέμπτη στις ελληνικές αίθουσες. Παίζουν οι: Σίρσα Ρόναν, Εμα Γουάτσον, Φλόρενς Πιου, Ελίζα Σκάνλεν, Λόρα Ντερν, Τιμοτέ Σαλαμέ, Τρέισι Λετς, Μπομπ Οντενκερκ, Μέριλ Στριπ, κ.ά.
