Ο Τζον Κασαβέτης, όπως έλεγε, του έσωσε τη ζωή, τον βοήθησε να γίνει ηθοποιός, τον πήρε στις ταινίες του, στο ίδιο του το σπιτικό, έγινε φίλος του για μια ολόκληρη ζωή. Ετσι, είναι λογικό που οι φαν του κορυφαίου Ελληνοαμερικανού σκηνοθέτη υποδέχτηκαν με μεγάλη συγκίνηση την είδηση του θανάτου του Σίμουρ Κασέλ σε ηλικία 84 χρόνων, από επιπλοκές Αλτσχάιμερ.
Εμβληματικό πρόσωπο του αμερικανικού κινηματογράφου, κυρίως του ανεξάρτητου, με ρόλους σπάνια πολύ μεγάλους, αλλά πάντα ξεχωριστούς χάρη στο ταλέντο και την ιδιαίτερη προσωπικότητά του, ο Κασέλ κατάφερε να σημαδέψει παραπάνω από μια γενιά θεατών. Ξεκίνησε φυσικά από τον Κασαβέτη.
Εκανε το ντεμπούτο του στις «Σκιές» (1958) με ένα ελάχιστο ρολάκι, που δεν φαινόταν καν στους τίτλους, αλλά ακολούθησαν μερικά κασαβετικά διαμάντια: «Πρόσωπα» (1968), όπου κέρδισε υποψηφιότητα για Οσκαρ, «Δολοφονία ενός Κινέζου μπουκμέικερ» (1976), «Νύχτες Πρεμιέρας» (1977). Ιδιαίτερη αναφορά απαιτείται για την ερμηνεία του στην τρυφερή κωμωδία του Κασαβέτη «Μίνι και Μόσκοβιτς» (1971), όπου ως άξεστος παρκαδόρος με κάτι εξωπραγματικά μουστάκια καταφέρνει και κερδίζει την καρδιά μιας καλλονής και εξευγενισμένης επιμελήτριας σε γκαλερί (προφανώς η Τζίνα Ρόουλαντς).
Ο Κασέλ συνεργάστηκε και με άλλους μεγάλους σκηνοθέτες, κι ας είχε μια καριέρα με σκαμπανεβάσματα λόγω προβλημάτων με αλκοόλ και ναρκωτικά, για τα οποία πήγε ακόμα και φυλακή το 1982.
Τον Σαμ Πέκινπα («Convoy»), τον Ηλία Καζάν («Ο τελευταίος μεγιστάνας»), τον Νίκολας Ρεγκ. Ηταν όμως ο Γουές Αντερσον που τον ξανάφερε στο προσκήνιο και κοντά στους νεότερους σινεφίλ με τις ταινίες «Rushmore», «Οικογένεια Τενενμπάουμ» και «Υδάτινες Ιστορίες», ενώ οι συμμετοχές του στην τηλεόραση («Μάτλοκ» κ.ά) αλλά και σε μεγάλες παραγωγές, όπως «Ντικ Τρέισι» και «Ανήθικη Πρόταση», όπου έπαιζε τον σοφέρ του Ρόμπερτ Ρέντφορντ, τον είχαν κάνει γνωστό και στο πλατύ κοινό.
Στα μέσα της δεκαετίας του ‘90 ο Σίμουρ Κασέλ είχε έρθει καλεσμένος του Μισέλ Δημόπουλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για να παραστεί σε αφιέρωμα στον Τζον Κασάβετη.
