Τον χαρακτηρίζει μια απίστευτη σωματική ενέργεια που φάνηκε από την αρχή, όταν υποδύθηκε τον ήρωα της τριλογίας «Mad Max» (1979-1985), αλλά και στη σειρά των ταινιών δράσης «Φονικό όπλο» από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’90, όταν προχώρησε στη σκηνοθεσία και καθιερώθηκε ως ηθοποιός και σκηνοθέτης με την πολυβραβευμένη «Braveheart» (1995).
Για το Χόλιγουντ η σκηνοθεσία αυτή σημάδεψε μια επιστροφή στον επικό κινηματογράφο, ενώ για τον Μελ Γκίμπσον… την ολοκλήρωση. Πιστός καθολικός, με ένα θρησκευτικό πάθος που γι’ αυτόν μπορεί να εκφραστεί απόλυτα μόνο μέσα από την υπέρβαση του μαρτυρίου, συνέχισε να σκηνοθετεί έπη –«Τα Πάθη του Χριστού» (2004), «Αpocalypto» (2006) και το τελευταίο «Αντιρρησίας συνείδησης» («Hacksaw Ridge», 2016).
Οι θεματικές επιλογές του αλλά και η τολμηρή σκηνοθεσία φανερώνουν αυτό που τον συγκινεί περισσότερο από κάθε τι άλλο: τον ηρωισμό σε καταστάσεις απάνθρωπης βίας. Παρασύροντας τον θεατή σε μια ωμή και άγρια απεικόνιση μιας ιστορικής πραγματικότητας, αφαιρώντας του κάθε αίσθηση μέτρου ή γλυκύτητας, τον σπρώχνει να βιώσει μαζί με τους χαρακτήρες πρώτα τον πόνο και μετά την υπέρβαση.
Γιατί η βία δεν είναι αυτοσκοπός, όσο κι αν έτσι φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Οπως ο Χριστός του Γκίμπσον δεν υπόκειται σε απάνθρωπα βασανιστήρια μόνο για την επίκληση του οίκτου μας, έτσι και ο νεαρός ήρωας του «Αντιρρησία συνείδησης» πλησιάζει την πνευματική ολοκλήρωση αβοήθητος, ενάντια σε μια γιγαντιαία ορμή βαρβαρότητας.
Εχοντας κατακριθεί για αντισημιτισμό και βίαια επεισόδια στην ιδιωτική του ζωή, ο Γκίμπσον επανήλθε έπειτα από αρκετά χρόνια στο φως της δημοσιότητας με τον «Αντιρρησία συνείδησης», που βασίζεται σε βιβλίο (το σενάριο γράφτηκε από τους Αντριου Νάιτ και Ρόμπερτ Σένκαν) και στην αληθινή ιστορία του Ντέσμοντ Ντος στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο οποίος προσχώρησε στον αμερικανικό στρατό ως αντιρρησίας συνείδησης, χωρίς να κρατά όπλο, σώζοντας ωστόσο πολλές ζωές στη μάχη της Οκινάουα και, τέλος, τιμήθηκε με μετάλλιο. Η ταινία είναι τώρα υποψήφια για εξι Οσκαρ: Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας, Α’ Ανδρικού Ρόλου (Αντριου Γκάρφιλντ), Μοντάζ, Ηχου και Ηχητικού Μοντάζ.
• Πώς και δεν ανακάλυψε την ιστορία του Ντέσμοντ Ντος νωρίτερα το Χόλιγουντ;
Ο Ντέσμοντ είχε μια πολύ κλειστή ιδιωτική ζωή. Δεν ήθελε να γίνει ταινία γι’ αυτόν, ούτε ο ίδιος πήγε ποτέ στο σινεμά. Στην ταινία τον δείχνουμε να πηγαίνει σινεμά με την κοπέλα του και μετέπειτα γυναίκα του Ντόροθι (την ερμηνεύει η Τερέσα Πάλμερ), αλλά στην πραγματικότητα δεν νομίζω ότι έγινε κάτι τέτοιο.
Το Χόλιγουντ προσπάθησε να πάρει τα δικαιώματα το 1948 από τον Ντέσμοντ, αλλά συνάντησε την άρνησή του. Μόνο όταν μεγάλωσε, αποφάσισε να δώσει τα δικαιώματα στην Εκκλησία του επιτρέποντάς τους, υπό ορισμένες συνθήκες, να γίνει η ταινία, επειδή πίστευε ότι η ιστορία του μπορεί να εμπνεύσει κι άλλους.
• Ενα μεγάλο μέρος της ταινίας αποτελείται από πολύπλοκες πολεμικές σκηνές. Πείτε μας για τις δυσκολίες που συναντήσατε στο γύρισμα.
Η ταινία γυρίστηκε σ’ έναν σχετικά μικρό χώρο 100χ75 μέτρα. Είχαμε όμως δυο μηχανές που φυσούσαν μη τοξικό καπνό δημιουργώντας τεράστια νέφη ομίχλης και έτσι δεν έβλεπες τίποτα. Βοήθησε στη δημιουργία της ατμόσφαιρας του πεδίου μάχης. Οταν πρέπει να αναπαριστάς εκρήξεις και πυροβολισμούς, ο βαθμός της δυσκολίας ανεβαίνει σε σχέση με το γύρισμα μιας μεσαιωνικής μάχης όπου ο πολεμιστής μάχεται σώμα με σώμα και με αιχμηρά όπλα.
Αυξάνονται οι τεχνικές απαιτήσεις. Εκτός απ’ αυτό, είχα έναν προϋπολογισμό περίπου 20% μειωμένο από αυτόν του «Braveheart» πριν από 20 χρόνια και τον μισό χρόνο για να ολοκληρωθεί το γύρισμα. Το κλίμα της κινηματογραφικής παραγωγής έχει αλλάξει πια. Επρεπε, λοιπόν, να κάνω το καλύτερο που μπορούσα μέσα σε πολύ λίγο χρόνο.
• Σας προσέλκυσε η ταινία λόγω της πνευματικής της διάστασης;
Νομίζω ότι ο βασικός πόλος έλξης δεν ήταν το πολεμικό κομμάτι αλλά η ιστορία αγάπης. Η αγάπη και η άρνηση να χτυπήσεις τον αδελφό σου. Η αγάπη που σε κάνει να προσφέρεις τη ζωή σου για κάποιον άλλον.
Πρόκειται για έναν σοφό άνθρωπο, αποφασισμένο να έχει έναν διαφορετικό ρυθμό στη ζωή του σαν τον σολομό που πορεύεται αντίθετα στο ρεύμα, καταδιωκόμενος για τις πεποιθήσεις του, αντίθετα στo κύμα του πολέμου, της βίας, τις συμβατικές απόψεις. Ταυτόχρονα, μέσα στην κόλαση του πολέμου, όταν οι περισσότεροι άνδρες κατεβαίνουν στο επίπεδο των ζώων, αυτός ανακαλύπτει την πνευματικότητα και είναι ικανός να δείξει αγάπη.
Αυτό με τράβηξε, ότι υπερέβη την κατάσταση γύρω του με τρόπο ηρωικό. Και ήταν αγνή η ανάγκη του, η επιθυμία του να σώσει ζωές ακριβώς στο σημείο όπου αφαιρούνται ζωές. Δεν υπάρχει μεγαλύτερος ηρωισμός για μένα.
• Τα κατορθώματα του Ντέσμοντ μοιάζουν εξωπραγματικά…
Είναι εξωπραγματικά. Ποιος θα μπορούσε να σώζει έναν άνθρωπο κάθε δέκα λεπτά; Δεν έτρωγε, δεν έπινε, κατάφερε ωστόσο να κάνει αυτά που έκανε. Σίγουρα κάτι άλλο συνέβαινε… Κι ήταν ταπεινός άνθρωπος. Αυτή είναι η ουσία της μετριοφροσύνης. Δεν μπορείς να είσαι μετριόφρων αν δεν πιστεύεις ότι υπάρχει κάτι πιο μεγάλο από σένα.
• Ποια είναι η σημασία της αγάπης για σας;
Η αγάπη δεν έχει να κάνει με την αρέσκεια. Μπορεί να μη σ’ αρέσει κάποιος αλλά έχεις υποχρέωση να τον αγαπάς. Αυτό είναι όλο. Να αγαπάς τους πάντες αν έχεις τη δύναμη. Κι αυτό σημαίνει ότι δεν κάνεις τίποτα που μπορεί να βλάψει τον άλλον, χωρίς όμως να αφήνεις τους άλλους να σε εκμεταλλεύονται. Τελικά, δεν ξέρω. Δεν ξέρω τι θα πει αγάπη… Θα σας πω την επόμενη εβδομάδα (γέλια).
• Ο πρωταγωνιστής σας αντλεί δύναμη από την πίστη και την αγάπη για τον άλλον αλλά και την αγάπη για την πατρίδα του. Σήμερα όμως η πολιτική και η οικονομία έχουν διαστρεβλωθεί τόσο πολύ που, γι’ αυτούς που σκέφτονται, ακόμα κι αν το θέλουν, δεν είναι το ίδιο εύκολο να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στον στρατό. Θα θέλατε να πείτε κάτι γι’ αυτό;
Ολοι πρέπει να μισούμε τον πόλεμο. Δυστυχώς όμως είναι ένα αναπόσπαστο στοιχείο της ζωής, και θα υπάρχει μέχρι το τέλος.
Μισούμε και αντιστεκόμαστε στον πόλεμο και κάθε 30 ή 40 χρόνια μας κατατροπώνει αλλά περνούν μια-δυο γενιές και πάλι αρχίζουμε ξεχνώντας τα παλιά. Να μισείς τον πόλεμο, λοιπόν, αλλά να αγαπάς τον άνδρα και τη γυναίκα που πάνε να πολεμήσουν.
• Ποιο, θα λέγατε, είναι το όπλο σας στη ζωή;
Ο κινηματογράφος και η αφήγηση σου δίνουν τη δυνατότητα να κάνεις μερικά πράγματα. Μπορείς να συγκινήσεις, να εμπνεύσεις, να χαροποιήσεις ή να λυπήσεις, ίσως και όλα αυτά μαζί.
Με την αφήγηση πρέπει να πετύχεις τρία πράγματα: να διασκεδάσεις, να εκπαιδεύσεις και να αναπτερώσεις το ηθικό. Αν πετύχεις το ένα, ισχύει, τα δύο, καλύτερα, και τα τρία, ακόμα καλύτερα. Οταν σκηνοθετώ, στοχεύω και στα τρία.
• Υπάρχει κάτι που δεν θα επιτρέπατε ποτέ στον εαυτό σας να πράξει;
Δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να σκοτώσω, ακόμα κι αν ήμουν σε πόλεμο.
• Βλέπετε την ταινία ως την επιστροφή σας ύστερα από μια περίοδο ησυχίας;
Δεν ξέρω αν πρόκειται για επιστροφή, με κάνει όμως να αισθάνομαι καλά. Είχα καιρό να σκηνοθετήσω αλλά… δεν ξεχνάς να κάνεις ποδήλατο. Γενικά σε προσέχουν περισσότερο αν κάνεις μια ιστορία με «πλαστικούς» ήρωες, όχι αληθινούς.
Ωστόσο, δεν σταμάτησα ποτέ να εργάζομαι, να γράφω και να αναπτύσσω σενάρια. Συνήθως οι παραγωγοί δεν ήταν πολύ πρόθυμοι να με στηρίξουν σε πράγματα που ήθελα να κάνω και συνήθιζα να βάζω το χέρι στην τσέπη.
Η διακοπή μπορεί να οφείλεται και στο γεγονός ότι δεν θέλω πια να απορροφώ όλο το ρίσκο. Φυσικά παίζω ρόλους όταν τυχαίνει… Στο μεταξύ, κατάφερα να τελειοποιήσω την τεχνική του ψαρέματος, να ασχοληθώ με τα παιδιά μου και με τον εαυτό μου.
Η στασιμότητα μας πάει πίσω. Πρέπει να προχωρούμε πάντα και να προσπαθούμε να προοδεύσουμε δουλεύοντας με τον εαυτό μας όπως επεξεργαζόμαστε έναν χαρακτήρα. Επειδή έχω δουλέψει με τον εαυτό μου αισθάνομαι καλά, υγιής και τυχερός που έκανα μια ταινία σαν κι αυτήν.
• Νιώθετε την ανάγκη να σκηνοθετείτε; Σας λείπει η κάμερα όταν δεν κάνετε ταινία;
Η δουλειά μου είναι η αφήγηση. Αν δεν μπορώ να την κάνω με τον έναν τρόπο θα την κάνω με τον άλλο. Λέγοντας μια ιστορία σε παιδιά σε κάποιο σχολείο, γράφοντας ή ακόμα και μαγειρεύοντας. Η δημιουργική ανάγκη βρίσκει τρόπους να εκφράζεται και να σε κρατά μακριά από τη «φυλακή».
• Νοσταλγείτε τις μέρες της θητείας σας ως jeune premier;
Δεν νοσταλγώ καθόλου την πίεση που συνοδεύει αυτήν την ταμπέλα. Αυτό που με απασχολεί είναι η ολοκλήρωση της δημιουργικής μου ζωής. Δεν με απασχολεί η δημοσιότητα.
• Πώς θα περιγράφατε τον εαυτό σας με μια λέξη;
Ευγνώμων, πιστεύω… Είναι κάτι που προσπαθώ να θυμάμαι κάθε μέρα.
