ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κώστας Ζαφειρόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Aντιμέτωπος με σοβαρές ποινικές διώξεις και πειθαρχικές κυρώσεις βρίσκεται επίκουρος καθηγητής του τμήματος ΣΕΦΑΑ (Σχολή Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού) του Πανεπιστημίου Αθηνών έπειτα από καταγγελία φοιτήτριάς του για εξαναγκασμό, μέσω απειλών, σε σεξουαλικές πράξεις εντός της σχολής και κατάχρηση εξουσίας, ενώ ο ίδιος ήταν επιβλέπων στην πτυχιακή εργασία της φοιτήτριας.

Παρότι τα περιστατικά έχουν καταγγελθεί εδώ και τουλάχιστον 10 μήνες, ο καθηγητής παραμένει στη Σχολή και συνεχίζει τα μαθήματά του, ενώ η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου έχει γνωμοδοτήσει εδώ και δυόμισι μήνες προς την υπουργό Παιδείας υπέρ της αναστολής καθηκόντων του μετά την ολοκλήρωση σχετικής ΕΔΕ. Πάνω από 200 φοιτήτριες, φοιτητές, μεταπτυχιακοί και διδακτορικοί έχουν υπογράψει επωνύμως ψήφισμα υπέρ της φοιτήτριας, το οποίο έχει φτάσει στο γραφείο της υπουργού και με το οποίο ζητείται «η απομάκρυνσή του από τη Σχολή» για λόγους προστασίας φοιτητριών και φοιτητών.

Η υπόθεση γίνεται ευρύτερα γνωστή στον χώρο του Πανεπιστημίου στις 15 Σεπτεμβρίου 2025, όταν η φοιτήτρια της ΣΕΦΑΑ, η οποία στο μεταξύ είχε αποφοιτήσει, καταθέτει οκτασέλιδη επώνυμη καταγγελία προς τον πρύτανη του ΕΚΠΑ και τον κοσμήτορα της σχολής της. Η καταγγελία συνοδεύεται από ηχογραφημένες συνομιλίες που, όπως υποστηρίζει, τεκμηριώνουν τα καταγγελλόμενα περιστατικά. Οπως αναφέρεται:

«Από τις πρώτες μας συναντήσεις, ο Κ. υπέβαλε ανάρμοστες ερωτήσεις, όπως “αν έχω σχέση” και ”αν το αγόρι μου με βοηθάει στην πτυχιακή”. Διατύπωνε σχόλια με σεξουαλικά υπονοούμενα, επαναλαμβάνοντας ότι “δεν του δείχνω ενδιαφέρον” και ότι “δεν πρέπει να είμαι τόσο κλειστή”. Σταδιακά προχώρησε σε απρόσκλητα αγγίγματα στα μαλλιά και τη μέση, καθώς και σε αγκαλιές κατά την αποχώρησή μου από το γραφείο. Την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου μου προσέφερε σοκολάτες, δηλώνοντας ότι με θεωρεί ωραία γυναίκα, ότι του αρέσω […]».

Η φοιτήτρια στην καταγγελία της αναφέρει πως του αρνήθηκε κάθε προσωπική γνωριμία όσο υπήρχε το ακαδημαϊκό πλαίσιο. «Παρά το σαφές αυτό όριο, το αγνόησε και συνέχισε να επιδιώκει στενή προσωπική επαφή εντός της Σχολής, επιμένοντας ότι “δεν υπάρχει λόγος να περιμένουμε” και ότι “είναι ωραία με τον κίνδυνο μέσα στη Σχολή”. Την ίδια περίοδο θρηνούσα την απώλεια του πατέρα μου· αντί να επιδείξει σεβασμό, εκμεταλλεύτηκε την ευάλωτη ψυχική μου κατάσταση για να με προσεγγίσει προσωπικά […]»

Από τον Μάρτιο του 2024, ο Κ. απαιτούσε να του αποστέλλω φωτογραφίες, αρχικά καθημερινές και στη συνέχεια με εσώρουχα και γυμνές. Όταν αρνιόμουν, αντιδρούσε με δυσαρέσκεια και επανερχόταν με ολοένα πιο επίμονα αιτήματα, ισχυριζόμενος ότι “έτσι θα ξεθυμώσει”. Παράλληλα έστελνε χυδαίες περιγραφές φαντασιώσεών του εντός του χώρου της Σχολής και απαιτούσε βιντεοκλήσεις με σεξουαλικό περιεχόμενο. Επικαλούνταν ότι θα με βοηθούσε στην εύρεση εργασίας μετά την αποφοίτηση, υπόσχεση που ποτέ δεν υλοποίησε. Στις 29 Μαρτίου 2024, αφού εξέφρασε έντονη δυσαρέσκεια επειδή δεν είχα παρουσιαστεί το πρωί σε συνάντηση στη Σχολή, με προσκάλεσε το βράδυ στην οικία του. Κατά την παραμονή μου απαίτησε να διανυκτερεύσω εκεί και επιδίωξε σεξουαλική συνεύρεση. Η παρουσία μου σε ιδιωτικό χώρο δεν συνιστούσε ελεύθερη συναίνεση, αλλά καταναγκασμό, αποτέλεσμα της έντονης ψυχολογικής πίεσης και της σχέσης εξάρτησης που είχε καλλιεργήσει».

Ανατριχιαστική υπόθεση #MeToo στο ΕΚΠΑ: Υπέστη σεξουαλική κακοποίηση για να κάνει την πτυχιακή της

Ψυχολογική πίεση

Οι υπόλοιπες σεξουαλικές συνευρέσεις που επιδίωξε, από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο του 2024, πραγματοποιήθηκαν αποκλειστικά εντός της Σχολής, στο μικρό γραφείο που προανέφερα, ενώ σε διπλανές αίθουσες διεξάγονταν διαλέξεις. […] Επικαλούμενος ότι “δεν μπορούσε να συγκρατηθεί”, κλείδωνε την πόρτα και προχωρούσε σε σεξουαλικές πράξεις, παρά τη ρητή μου αντίρρηση να λαμβάνουν χώρα τέτοιες ενέργειες εντός της Σχολής. […] Μετά από κάθε συνάντηση κατέφευγα σε αυτοπροκαλούμενους εμετούς, καθώς και σε υπερβολική χρήση διεγερτικών καθαρτικών και διουρητικών, σε μια επαναλαμβανόμενη προσπάθεια να αντιμετωπίσω την έντονη ψυχολογική πίεση. […] Παρά την καταπιεστική αυτή κατάσταση, δεν ζήτησα αλλαγή επιβλέποντα, καθώς είχα ήδη συντάξει σημαντικό μέρος της πτυχιακής εργασίας. Μια τέτοια αλλαγή θα συνεπαγόταν επιπλέον λογοδοσία για την απόφασή μου και ουσιαστική καθυστέρηση στην ολοκλήρωση των σπουδών και την ορκωμοσία μου».

Μιλώντας στην «Εφ.Συν.», η φοιτήτρια είπε ότι, όταν αργότερα εξετάστηκε από ψυχολόγο της ΕΛ.ΑΣ., η τελευταία της είπε: «Επρεπε να είχες διακόψει πολύ νωρίτερα την πτυχιακή σου με αυτόν τον καθηγητή», ρίχνοντας ευθύνες στο θύμα της κακοποίησης.

Δίωξη μετά το πόρισμα της ΕΔΕ και η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Πειθαρχικό

Διαδικασίες με ρυθμούς χελώνας

Αρχικά οι διαδικασίες κινήθηκαν γρήγορα από την πλευρά του Πανεπιστημίου. Στις 18 Σεπτεμβρίου 2025, ο κοσμήτορας διαβίβασε την καταγγελία στην Εισαγγελία Αθηνών. Στις 25 Σεπτεμβρίου 2025, ο πρύτανης διέταξε Ενορκη Διοικητική Εξέταση (ΕΔΕ). Τον Ιανουάριο του 2026, αφού ολοκληρώθηκε η ΕΔΕ, κατατέθηκε το πόρισμα με αιτιολογημένη έκθεση προς τον πρύτανη του ΕΚΠΑ. Ο πρύτανης, με βάση το 10σέλιδο πόρισμα της ΕΔΕ, άσκησε πειθαρχική δίωξη στον διδάσκοντα και η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όπου εδρεύει το Πειθαρχικό Συμβούλιο Μελών ΔΕΠ. Το τελευταίο δεν έχει συνεδριάσει για την υπόθεση.

Ως προς το ποινικό σκέλος, στις 27 Ιανουαρίου 2026, ο εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών διέταξε τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης σχετικά με τα αδικήματα της κατάχρησης σε γενετήσια πράξη κατ’ εξακολούθηση και της προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας κατ’ εξακολούθηση. Τον Φεβρουάριο του 2026, το υπουργείο Παιδείας ζήτησε την έκφραση γνώμης της Συγκλήτου και, έπειτα από μία αναβολή, στις 2 Απριλίου 2026 η Σύγκλητος του ΕΚΠΑ γνωμοδότησε προς την υπουργό Παιδείας υπέρ της αναστολής καθηκόντων του καθηγητή.

«Η απόφαση αυτή ήρθε μετά από κινητοποιήσεις προπτυχιακών, μεταπτυχιακών και διδακτορικών φοιτητ(ρι)ών της ΣΕΦΑΑ, που προχώρησαν σε ενημέρωση των συμφοιτητ(ρι)ών τους, στη δημοσιοποίηση της υπόθεσης αλλά και σε πιέσεις προς τα θεσμικά όργανα της ΣΕΦΑΑ και του ΕΚΠΑ» ανάφερει το ψήφισμα των φοιτητών. Οι ίδιοι καταγγέλλουν «τη στάση της ΔΑΠ και του προέδρου του φοιτητικού συλλόγου ΣΕΦΑΑ που, αν και γνώριζαν από την αρχή για την καταγγελία –και ενώ είχε ήδη ασκηθεί πειθαρχική δίωξη στον συγκεκριμένο καθηγητή– αγνόησαν και απέκρυψαν το γεγονός, φτάνοντας σε σημείο να αναφέρουν ότι οι κατηγορίες από την πλευρά της καταγγέλλουσας ενδέχεται να είναι ανυπόστατες. Μάλιστα, δεν υπήρξε καμία απάντηση στα αιτήματα φοιτητριών και φοιτητών ΣΕΦΑΑ για κάλεσμα σε Γενική Συνέλευση».

Ο κοσμήτορας της Σχολής, Γεράσιμος Τερζής, σημειώνει στην «Εφ.Συν.»: «Το Πανεπιστήμιο κινήθηκε με αστραπιαία ταχύτητα, επικοινωνήσαμε αμέσως με την Επιτροπή Ισότητας του Πανεπιστημίου, με τη νομική υπηρεσία, διαβιβάσαμε την καταγγελία στην Εισαγγελία. Η Σχολή καταδικάζει απερίφραστα τέτοιου είδους ενέργειες και δείχνει μηδενική ανοχή.

Διερεύνηση

Ωστόσο οι καθηγητές δεν έχουμε τη νομική δικαιοδοσία να αποφασίζουμε την αναστολή καθηκόντων του καθηγητή, βάσει του νόμου 4957 είναι απόφαση του υπουργείου Παιδείας να επικυρώσει τη Σύγκλητο. Η συγκεκριμένη καταγγελία είχε από την πρώτη στιγμή τη στήριξη της Σχολής προς τη φοιτήτρια ως προς τη σωστή διερεύνηση. Προτρέπω όλες τις φοιτήτριες και τους φοιτητές που τυχόν αντιμετωπίσουν ανάλογα περιστατικά να μας τα αναφέρουν αμέσως, να έρθουν στο γραφείο μου. Καμία συγκάλυψη δεν πρέπει να υπάρχει, η διαφάνεια σε τέτοια σοβαρά θέματα είναι προς όφελος του δημοσίου πανεπιστημίου».

Η «Εφ.Συν.» επικοινώνησε με το υπουργείο Παιδείας, το οποίο μας ενημέρωσε πως η υπουργός Σοφία Ζαχαράκη υπέγραψε τελικά στις αρχές Ιουνίου την αναστολή καθηκόντων του καθηγητή και πως πλέον είναι θέμα του Πανεπιστημίου να εφαρμόσει την απόφαση. Ωστόσο, μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος η Σχολή δεν είχε παραλάβει τη συγκεκριμένη απόφαση. Σημειώνεται, τέλος, ότι οι δικηγόροι της καταγγέλλουσας κατέθεσαν συμπληρωτικό υπόμνημα προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών, ζητώντας να συμπεριληφθεί στα αδικήματα το κακούργημα του βιασμού.

«Θα μου κάνουν πλάτες, γιατί με ξέρουν»

Μετά την παρουσίαση της πτυχιακής της το καλοκαίρι του 2024, έκοψε κάθε σχέση με τον καθηγητή. «Στις 27 Νοεμβρίου 2024 με επαναπροσέγγισε εντός της Σχολής, ζητώντας “συγγνώμη” και “δεύτερη ευκαιρία”. Ωστόσο, αντί για ουσιαστική μεταμέλεια, πρότεινε σεξουαλική συνάντηση σε ξενοδοχείο». Η καταγγέλλουσα αναφέρει πως ο καθηγητής διατηρούσε χωρίς συναίνεσή της προσωπικό και γυμνό υλικό της, ενώ ισχυριζόταν ψευδώς ότι το είχε διαγράψει. «Στις 18 Μαΐου 2025, έπειτα από δική μου επιμονή, συναντηθήκαμε σε εξωτερικό χώρο πλησίον της ΓΑΔΑ, όπου ο Κ. προέβη σε διαγραφή των φωτογραφιών που διατηρούσε χωρίς συναίνεσή μου. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης με απείλησε ότι θα καταθέσει μήνυση εναντίον μου αν δεν διαγράψω βίντεο που είχα καταγράψει ως αποδεικτικό. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι οι σεξουαλικές πράξεις που διέπραξε εντός της Σχολής “δεν είναι παράνομες” και αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι συνιστούν κατάχρηση εξουσίας. Σε άλλο σημείο της συζήτησης, όταν του επεσήμανα ότι σε περίπτωση δημοσιοποίησης δεν θα τύχει στήριξης, απάντησε με έπαρση: “Θα μου κάνουν πλάτες γιατί με ξέρουν”. Οταν ανέφερα ότι η κατάσταση αυτή με εμπόδιζε να συνεχίσω τις σπουδές μου, απάντησε ειρωνικά φράση που είχε επικαλεστεί και στο παρελθόν, ότι “μεταπτυχιακό δεν θα έκανα ποτέ”». […] Τα περισσότερα γραπτά μηνύματα έχουν χαθεί, καθώς με εξανάγκαζε να τα διαγράφω παρουσία του. Οσα διασώθηκαν τα είχα προωθήσει σε φίλη μου, ενώ σε δύο δικά μου μηνύματα προς εκείνον καταγράφεται ρητά η αντίστασή μου στις προσπάθειές του για χειραγώγηση και εκφοβισμό. Για τον λόγο αυτό, κατά τις τελευταίες μας συναντήσεις (2/2/25 και 18/5/25), προχώρησα σε ηχογραφήσεις, ώστε να διασφαλίσω την ύπαρξη αδιάσειστων αποδείξεων για τη συμπεριφορά του», αναφέρει στην καταγγελία της.