Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το νέο «Toy Story» πραγματεύεται τη μετάβαση στην ψηφιακή εποχή, χρησιμοποιώντας μια νέα τεχνοτροπία που θυμίζει παιδική ζωγραφιά

Toy Story 5
(ΗΠΑ, 2026, 102′)

Σκηνοθεσία: Αντριου Στάντον & Μακένα Χάρις
Με τις φωνές των: Αλκη Κούρκουλου, Γιώργου Λιάντου, Αριελ Κωνσταντινίδη

Αφού ο Γούντι έφυγε για να ζήσει με την Μπο Πιπ, η Τζέσι αναλαμβάνει την ηγεσία των παιχνιδιών της Μπόνι. Οταν η οκτάχρονη πλέον Μπόνι αποκτά εμμονή με το νέο της tablet, τα παραδοσιακά παιχνίδια νιώθουν να απειλούνται και ο Μπαζ καλεί τον Γούντι να επιστρέψει.

Τριάντα ένα χρόνια μετά την κυκλοφορία του «Toy Story» (1995), της πρώτης εξ ολοκλήρου ψηφιακά animated ταινίας μεγάλου μήκους, και έπειτα από τρεις πετυχημένες συνέχειες, το πολυαναμενόμενο πέμπτο μέρος έρχεται στις ελληνικές αίθουσες και δικαιώνει την αναμονή.

Το σκηνοθετικό δίδυμο των Αντριου Στάντον και Μακένα Χάρις παραδίδει μια ευαίσθητη, γεμάτη χιούμορ ταινία η οποία δεν επενδύει στη νοσταλγία αλλά επιδιώκει να συμβαδίσει με την εποχή της, όπως ακριβώς προσπαθούν και τα παιχνίδια-ήρωες. Αναδεικνύει ένα από τα μείζονα προβλήματα της σύγχρονης εποχής: την ολοένα και αυξανόμενη απορρόφηση των παιδιών από τις οθόνες και τη διαμόρφωση των κοινωνικών σχέσεων μέσα από τον ψηφιακό κόσμο, χωρίς ποτέ να καταφεύγει σε φτηνό διδακτισμό.

Πολύ έξυπνη επίσης η ιδέα να χρησιμοποιηθεί μια διαφορετική αισθητική που θυμίζει παιδική ζωγραφιά, για να αναδειχθεί η φαντασία των παιδιών όταν παίζουν με τα παιχνίδια τους και δημιουργούν τα δικά τους σενάρια, δίνοντας ένα συναισθηματικό βάθος σε αυτές τις σκηνές.

Το «Toy Story 5», παρότι έχει κάποιες αφηγηματικές αδυναμίες, με τους χαρακτήρες να μην εξελίσσονται περαιτέρω σε σχέση με τις προηγούμενες ταινίες, ανακυκλώνοντας παράλληλα τη θεματική των παιχνιδιών που δεν είναι πλέον χρήσιμα, καταφέρνει να διατηρήσει ένα υψηλό αισθητικό επίπεδο και τον ψυχαγωγικό τόνο που χαρακτήρισε τη σειρά. Μια εξαιρετική ταινία για όλη την οικογένεια.


Εμμονή
(Obsession, ΗΠΑ, 2026, 109′)

Οι ταινίες της εβδομάδας: Το νέο «Toy Story» πραγματεύεται τη μετάβαση στην ψηφιακή εποχήΣκηνοθεσία: Κάρι Μπάρκερ
Ηθοποιοί: Μάικλ Τζόνστον, Ιντε Ναβαρέτε, Κούπερ Τόμλινσον

● Η συγκεκριμένη κριτική περιέχει σημαντικές αποκαλύψεις για την πλοκή. Προτείνεται να διαβαστεί αφού ο θεατής έχει δει την ταινία.

Η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του γνωστού από τα κωμικά σκετς του στο youtube Κάρι Μπάρκερ είναι ένα ψυχολογικό θρίλερ με έντονα στοιχεία splatter που αφηγείται την ιστορία του Μπέαρ, ενός μοναχικού άντρα που είναι ερωτευμένος με την καλύτερή του φίλη, Νίκι, η οποία δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται στα συναισθήματά του. Απελπισμένος, κάνει μια μαγική ευχή για να εκπληρώσει το όνειρό του: να αποκτήσει μια σχέση μαζί της. Πολύ σύντομα, όμως, θα ανακαλύψει ότι ορισμένες επιθυμίες συνοδεύονται από ένα νοσηρό και δυσοίωνο τίμημα.

Σε μια ταινία τίποτα δεν είναι τυχαίο. Από τη σύλληψη της ιδέας και τη συγγραφή του σεναρίου μέχρι το γύρισμα και το post-production, κάθε στάδιο φέρει τη σφραγίδα του δημιουργού και αντανακλά συνειδητές αποφάσεις που διαμορφώνουν το τελικό έργο. Ετσι και εδώ οι επιλογές που κάνει ο Μπάρκερ διαμορφώνουν ένα έργο με εντονότερο το στοιχείο του μισογυνισμού παρά την καταδίκη της πατριαρχίας και της τοξικής αρρενωπότητας.

Επιλέγει να αφηγηθεί την ιστορία του μέσα από το αντρικό βλέμμα και ταυτόχρονα υποβαθμίζει τη γυναικεία παρουσία αφαιρώντας από αυτήν κάθε ουσιαστικό βάθος. Το γυναικείο σώμα γίνεται κτήμα του άντρα και παραμένει σε όλη τη διάρκεια μόνο αυτό, μετατρέποντάς το σε αντικείμενο κακοποίησης και μέσο για να σοκάρει τον θεατή. Η Νίκι υφίσταται συστηματική κακοποίηση, ακόμα και σεξουαλική, με τον Μπάρκερ όλα αυτά να τα παρουσιάζει μέσα από έναν διαστρεβλωμένο φακό μαύρης κωμωδίας, συναισθηματικής κενότητας και αδιαφορίας. Η Νίκι δεν είναι μια τραγική φιγούρα που βιώνει μια φρικτή εμπειρία αλλά καταλήγει να μοιάζει περισσότερο με καρικατούρα.

Γεμίζει την ιστορία του με μακάβριες, χιλιοειπωμένες κλισέ στιγμές, προσπαθώντας να σοκάρει τον θεατή. Πότε επιτέλους θα σταματήσουν οι σκηνοθέτες να θεωρούν απαραίτητο το πλάνο ενός νεκρού ζώου και τη μετέπειτα εκμετάλλευσή του για χάρη του σοκ; Ακόμα και η έντονη βία της ταινίας προκύπτει ως αποτέλεσμα γυναικείων πράξεων και η πιο ακραία βίαιη σκηνή που βλέπουμε είναι εκείνη όπου η Νίκι διαλύει το πρόσωπο της φίλης της Σάρας πάνω στο τιμόνι του αυτοκινήτου της. Ο σκηνοθέτης επιλέγει να δείξει αυτή τη βία εναντίον μιας γυναίκας (ενώ έχουμε ήδη δει αρκετή) κρατώντας την κάμερα επίμονα πάνω στο βίαιο σκηνικό και ακολουθώντας το με ένα λεπτομερές κοντινό στο διαλυμένο πρόσωπο της Σάρας. Το σημαντικό όμως είναι ότι αυτή η λεπτομερής καταγραφή της βίας αφορά μια πράξη που προέρχεται από μια γυναίκα προς μια άλλη γυναίκα, ενώ μέσω του Μπέαρ η εμμονή και η κτητικότητα παρουσιάζονται με έναν σχεδόν ρομαντικοποιημένο τρόπο και η βία που ασκεί μοιάζει λιγότερο επώδυνη.


Leviticus
(Αυστραλία, 2026, 88′)

Σκηνοθεσία: Εϊντριαν Κιαρέλα
Ηθοποιοί: Τζο Μπερντ, Στέισι Κλάουζεν, Τζέρεμι Μπλούιτ

Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Εϊντριαν Κιαρέλα είναι μια αλληγορική ιστορία τρόμου που καταδικάζει τις κοινωνικές προκαταλήψεις και τη θρησκευτική μισαλλοδοξία, οι οποίες με όπλα το μίσος και τον φόβο προσπαθούν να οδηγήσουν τα queer άτομα στην ψυχική και σωματική συντριβή.

Εμπνευσμένο έντονα από το «It Follows» (2014), το «Leviticus» αφηγείται την ιστορία δύο ερωτευμένων αγοριών, του Ναΐμ και του Ράιαν, σε μια μικρή και απομονωμένη πόλη της Αυστραλίας. Οταν μέλη της εκκλησιαστικής κοινότητας καλούν δολοφονικές οντότητες που παίρνουν τη μορφή του προσώπου που επιθυμούν περισσότερο –ο ένας του άλλου– οι δύο νέοι θα βρεθούν αντιμέτωποι με έναν εφιάλτη που απειλεί τόσο τη ζωή όσο και τον έρωτά τους.

Κλιμακώνοντας με γρήγορο ρυθμό την ιστορία του, ο Κιαρέλα μέσα στα μόλις ογδόντα οκτώ λεπτά καταφέρνει να αναδείξει με ευαισθησία τον έρωτα των δύο αγοριών, ενσωματώνοντας παράλληλα τον τρόμο ως έναν αφηγηματικό μοχλό που αναδεικνύει τα κεντρικά του θέματα. Για τον Κιαρέλα η κοινωνία της ταινίας δεν είναι συμπονετική αλλά μια διπρόσωπη κοινωνία που χρησιμοποιεί την πίστη ως όπλο για να εμφυσήσει τον φόβο. Αυτή η αίσθηση του φόβου κατακλύζει τις ζωές των δύο αγοριών. Οι τρυφερές στιγμές, ο έρωτάς τους μετατρέπονται γρήγορα από χαρά σε φόβο και καχυποψία του ενός για τον άλλον. Με αυτή την ιδέα παίζει εξαιρετικά ο Κιαρέλα, χτίζοντας μια ανησυχητική ατμόσφαιρα μη εμπιστοσύνης που σιγά σιγά διαβρώνει τη σχέση των πρωταγωνιστών.

Παρ’ όλα αυτά, θα μπορούσε να διευρύνει λίγο περισσότερο την ταινία του, σκιαγραφώντας καλύτερα ορισμένους δευτερεύοντες χαρακτήρες ή επιβραδύνοντας αφηγηματικά σε κάποια σημεία, καθώς η ταινία κινείται υπερβολικά γρήγορα και συνοπτικά. Κάποιες φορές αδυνατεί να αποκοπεί, για το καλό της δικής του ταινίας, από την αισθητική και τις επιρροές του «It Follows».