Το θυμάμαι ακόμα ζωντανά εκείνο το πρωινό της 17ης Ιουλίου 1995, που μέσα από το παραθυράκι του αεροπλάνου, γεμάτη περιέργεια, προσπαθούσα να δω την άγνωστή μου τότε πόλη της Καλαμάτας και να καταλάβω γιατί αυτή η επιλογή για ένα Διεθνές Φεστιβάλ Χορού, αφού όλα γίνονται στην Αθήνα.
Η απάντηση δεν άργησε. Οταν το βραδάκι η οπτική μαγεία ψηλά από το θέατρο του Κάστρου, με τα σπίτια και τη θάλασσα απλωμένα κάτω και τα βουνά στη μια πλευρά και τη δύση του ηλίου στην άλλη, άρχισε να με τυλίγει, τότε κατάλαβα.
Η γοητεία αυτού του δεσμού με την πόλη με κατέχει ακόμα. Κι ας ήταν περιορισμένες και φτωχές, θα λέγαμε, οι φετινές επιλογές της Κατερίνας Κασιούμη, η οποία ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση του φεστιβάλ μετά την παραίτηση της Βίκυς Μαραγκοπούλου. Ηταν αρκετά δικαιολογημένες, μέσα στις δύσκολες χρονικά και οικονομικά καταστάσεις του φεστιβάλ.
Ομως τίποτα δεν δικαιολογεί το εμβόλιμο «Γκαλά Οπερας», με το οποίο κλείνει σήμερα το 22ο φεστιβάλ. Ο θεσμός, κατά την ταπεινή μου γνώμη, θα πρέπει να διατηρήσει ανόθευτη τη μέχρι σήμερα ταυτότητά του.
Το φεστιβάλ άνοιξε το Μπαλέτο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής με το έργο του Αντώνη Φωνιαδάκη «Links», που είχε κάνει πρεμιέρα στο θέατρο «Ολύμπια» («Εφημερίδα των Συντακτών» 14/4/2016).
Από τις άλλες τρεις παραστάσεις που είδαμε, βρήκαμε ενδιαφέρουσα την έρευνα της Ευαγγελίας Κολύρα για την αναπνοή με το «10.000 λίτρα» αέρα που καταναλώνουμε ημερησίως. Το «Me On Top» της Αρτεμης Λαμπίρη, που πραγματεύεται το θέμα της ανθρώπινης καταπίεσης, μας κούρασε με τα πολλά πηγαινέλα των πέντε χορευτών.
Πρωτότυπο, αξιοπρόσεχτο, με άριστη εκτέλεση ήταν το πόνημα του Χρίστου Παπαδόπουλου «OPUS» με την ομάδα χορού «Λέων και Λύκος», το τρίτο έργο που αποτυπώθηκε στη μνήμη μας. Τέσσερις χορευτές ανταποκρινόμενοι στα τέσσερα μουσικά καλέσματα (βιολί, τσέλο, φλάουτο, κλαρινέτο) του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, ερμήνευσαν αντίστοιχα με άψογες κινήσεις τις περίπλοκες φούγκες και διαθέσεις του συνθέτη, όπως τις δίδαξε ο χορογράφος Χρίστος Παπαδόπουλος.
