ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr · Γιάννης Σβώλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το Σάββατο 1/4/2023, στο κατάμεστο κρατικό Μέγαρο Μουσικής, το πολωνικό συμφωνικό σύνολο «Sinfonia Varsovia» έδωσε υπό τον Αλεξάνταρ Μάρκοβιτς μια εξαιρετική συναυλία με βαρύνουσα παρουσία έργων Σοπέν και Πεντερέτσκι.

Ηταν η εναρκτήρια συναυλία του φετινού «Φεστιβάλ της άνοιξης». Η συναυλία συνδιοργανώθηκε από το Ινστιτούτο «Ανταμ Μιτσκέβιτς», κρατικό πολιτιστικό ίδρυμα, με στόχο να καταστήσει διεθνώς γνωστό τον πολωνικό πολιτισμό και τον χρηματοδότη του, το υπουργείου Πολιτισμού και Εθνικής Κληρονομιάς της Πολωνίας.

Παρότι πιθανότατα τα παραπάνω πέρασαν απαρατήρητα στο φιλόμουσο αθηναϊκό κοινό, φωτογραφίζουν με αξιοσημείωτη σαφήνεια το πόσο με ύψιστο επαγγελματισμό, σωστά, επιτυχημένα και -καθόλου άνευ σημασίας αυτό!- με περισσή αυτοπεποίθηση υπερασπίζονται την εθνική μουσική κληρονομιά τους οι Πολωνοί καμία σχέση με το τι πράττουν και πώς οι αντίστοιχοι μουσικοί θεσμοί παρ’ ημίν…

Το πρόγραμμα ξεκίνησε με την εισαγωγή στον «Ελεύθερο σκοπευτή» του Βέμπερ. Το εμβληματικό «επισκεπτήριο» του Γερμανικού Ρομαντισμού παίχτηκε με αξιοθαύμαστη ακρίβεια και πειθαρχία στη διάπλαση της ιδιαιτέρων απαιτήσεων γωνιώδους φραστικής της μουσικής, αποδίδοντας με καλλιεργημένη ευαισθησία ατμόσφαιρες και διαθέσεις. Ακολούθησε το «Κοντσέρτο για πιάνο αρ.2» του Σοπέν με σολίστα τον Ράφαλ Μπλέχατζ, γνωστό στους ενημερωμένους φιλόμουσους από την αύξουσα βραβευμένη δισκογραφία του στην DG. Την ερμηνεία του 37χρονου Πολωνού πιανίστα χαρακτήρισαν η άριστη αντίληψη του σοπενικού πιανιστικού μελωδισμού και το ευανάγνωστο, «θηλυκό» ιδιοσυγκρασιακό στίγμα, δίχως αυτό να συνεπάγεται υστέρηση στις προβλεπόμενα στιβαρές κορυφώσεις δυναμικής.

Η εκτέλεση υπήρξε αψεγάδιαστα ακριβής, έρευσε με αβίαστο, αισθησιακά εύπλαστο (πλην ουδέποτε πλαδαρό) ωστικό παλμό και εκτυλίχτηκε με σχολαστικά φροντισμένη εκφορά της ατέρμονης μελωδικής φραστικής και του συντακτικού της μουσικής του Σοπέν. Το παίξιμό του Μπλέχατζ διακρίθηκε για τη γλυκύτητα, τη μελωδική ευφράδεια και το ευγενές, πανταχού παρόν συναίσθημα, που ειδικά στις πιο ιδιωτικές/στοχαστικές στιγμές μετέπιπτε σε άκρα τρυφερότητα. Ασυνήθιστα υψηλού επιπέδου για τον απατηλά απλό ρόλο που της αναθέτει ο Σοπέν, η λιτή συνοδεία της ορχήστρας υπό τον Σέρβο αρχιμουσικό περιέβαλε τον πιανιστικό ήχο σαν άλως/ηχείο, επεκτείνοντας ή μεγεθύνοντας εκφραστικά τη φωνή του πιάνου!

Το υπόλοιπο τη συναυλίας αφιερώθηκε στη «Συμφωνία αρ.2, των Χριστουγέννων» (1979-80) του Κρζίστοφ Πεντερέτσκι (1933-2020). Η ώς τότε αιχμηρά μοντερνιστική γραφή του πρωτοπαλίκαρου του μεταπολεμικού μουσικού μοντερνισμού στην Πολωνία ξαναστρέφεται εδώ στον ύστερο ρομαντισμό, συνδυάζοντας επίσης αφομοιωμένα ακούσματα από τον Σοστακόβιτς. Το αποτέλεσμα είναι ένα άκουσμα συνεχούς ροής, ανήμερα συγκρουσιακών, τραυματικών διαθέσεων, φορτισμένο με συνεχή εσωτερική διαπάλη. Την περίπου ημίωρης διάρκειας Συμφωνία ερμήνευσαν οι Πολωνοί με άκρα προσήλωση, ακρίβεια και έμφαση στη διαφάνεια του συμφωνικού ήχου, αναδεικνύοντας με τον καλύτερο τρόπο το «υπαρξιακό δράμα του σύγχρονου ανθρώπου» έτσι όπως το συλλάμβανε ο συνθέτης τον μακρινό χειμώνα του 1979-80.

«Κατά Ιωάννην Πάθη» από τον Εσθονό Ααρβο Περτ

Δύο ημέρες αργότερα, στις 3/4/2023, ήρθε η ώρα της Βαλτικής. Το εσθονικό δωδεκαμελές φωνητικό σύνολο «Vox Clamantis» υπό τον Εσθονό αρχιμουσικό Γιάαν-Εϊκ Τούλβε παρουσίασε τα «Κατά Ιωάννην Πάθη» (1982) του επίσης Εσθονού Ααρβο Περτ. Το έργο αυτό είναι από τα ιδρυτικά, και ίσως γι’ αυτό πιο ερμητικά, αριστουργήματα του λεγόμενου Ιερού Μινιμαλισμού. Η μεγάλη αίθουσα του κρατικού Μεγάρου Μουσικής ήταν κατάμεστη από ένα αισθητά διαφορετικό ακροατήριο, που γνώριζε τι θα άκουγε, ήρθε στη συναυλία και παρακολούθησε με υποδειγματική προσήλωση τη μυσταγωγική παρουσίαση.

Γνωστό στους Ελληνες φίλους της σύγχρονης μουσικής από την ευρέως διαδεδομένη, κλασική ηχογράφηση της ECM (1988), το κάτι παραπάνω από ωριαίας διάρκειας ορατόριο ακολουθεί λεπτομερώς τα τεκταινόμενα στα κεφάλαια των Παθών του Κατά Ιωάννην Ευαγγελίου. Κατά τα πρότυπα των παλαιοτέρων, ο συνθέτης κατανέμει σε έξι σολίστες τους «ρόλους» του Ιησού (βαθύφωνος), του Πιλάτου (τενόρος) και του Ευαγγελιστή (υψίφωνος, άλτο, τενόρος, βαθύφωνος), ενώ ζητά μικτή χορωδία, εκκλησιαστικό όργανο και μικρό οργανικό σύνολο. Οι Εσθονοί μουσικοί πρόσφεραν μια ύψιστης ακρίβειας και καθαρότητας εκτέλεση, που χαρακτηρίστηκε από τέλεια εκφορά λόγου, κατανυκτικό, ήρεμο ειρμό και άψογα σχήματα αυξομειώσεων δυναμικής. Υποδειγματικής ποιότητας και επικοινωνιακής σαφήνειας τα κείμενα του Τίτου Γουβέλη στο κοινό έντυπο πρόγραμμα των δύο συναυλιών!