Την Τετάρτη 3/6/2026, παρακολουθήσαμε στο Ηρώδειο συναυλία του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών. Ας επισημάνουμε εδώ ότι, αντίθετα απ’ ό,τι είχε επανειλημμένα ανακοινωθεί και πέρυσι και στις αρχές του 2026, ο χώρος διατέθηκε από το ΥΠΠΟ για ακόμα μία, αποχαιρετιστήρια περίοδο παραστάσεων. Η συγκεκριμένη συναυλία στο σχεδόν κατάμεστο κοίλο του ερειπωμένου ωδείου ήταν ένα ρεσιτάλ του διάσημου Ισλανδού πιανίστα Βίκινγκουρ Όλαφσον, ο οποίος τα τελευταία χρόνια διαθέτει αύξουσα, πολυβραβευμένη δισκογραφία στην Deutsche Grammophon. Πρόκειται για κορυφαίο μουσικό ερμηνευτή του παρόντος, που -ας επιτραπεί εδώ η σοβινιστική επισήμανση- επιπλέον είναι και Ευρωπαίος· έστω από τις πιο βορεινές και αραιοκατοικημένες εσχατιές της Γηραιάς Ηπείρου. Η επισήμανση προσλαμβάνει ιδιαίτερη σημασία με δεδομένες αφ’ ενός την ποιότητα των ερμηνειών του και, αφ’ ετέρου, την ιδιαίτερα προχωρημένη λογική πειστικής κατάδειξης της διαχρονικής ροής που συνείχε το «concept» του ρεσιτάλ του, το οποίο αρθρωνόταν με άξονα τις καταβολές των κλασικών Μπετόβεν και Σούμπερτ στον Μπαχ.
Για να φτάσουμε στον τόπο της συναυλίας διασχίσαμε το καλντερίμι της Διονυσίου Αρεοπαγίτου υπό τους ήχους δύο επίδοξων κιθαριστών, μιας τραγουδίστριας που συνόδευε τον εαυτό της με κιθάρα σε τραγούδια Χατζιδάκι και ενός νεαρού Ρομά που με αυθάδη οίστρο παρενέβαινε βάναυσα κατά το δοκούν παίζοντας τουμπελέκι.
Στο Ηρώδειο, παρακολουθήσαμε τον Ισλανδό πιανίστα με συνοδεία από τον ανησυχητικό βόμβο υπεριπτάμενου drone, ενώ κάποιες στιγμές ερχόταν από έξω -πόθεν άραγε;- κατά ριπές ενοχλητικής έντασης ήχος από λαϊκά τραγούδια. Ο Όλαφσον έπαιξε δίχως διάλειμμα, περνώντας απροειδοποίητα από το ένα κομμάτι στο άλλο. Δίχως κάποιο έντυπο πρόγραμμα, το μεγαλύτερο μέρος του ακροατηρίου παρακολούθησε αυτήν την conceptual, μαραθώνια συναυλία κυριολεκτικά στα… τυφλά. Ένθεν, κατά τη διάρκειά της, πολλοί κατέφευγαν για παρηγοριά στις ενοχλητικά φωτεινές οθόνες των κινητών τους τηλεφώνων ανταλλάσσοντας αλλεπάλληλα emails ή καταγράφοντας κομμάτια του θεάματος και στέλνοντάς τα σε φίλους. Παρακολουθήσαμε το ρεσιτάλ έχοντας αντλήσει την πληροφορία για το πρόγραμμα από το διαδίκτυο. Σε μια διαδοχή συνεχούς εναλλαγής προς έργα του Μπαχ ακούστηκαν κατά σειρά: το «Πρελούδιο, BVW 854» του Μπαχ, η «Σονάτα για πιάνο αρ.27, op.90» του Μπετόβεν, η ημίωρης διάρκειας «Παρτίτα για πληκτροφόρο, αρ.6, BVW 830» του Μπαχ, η ημιτελής «Σονάτα, D 566» του Σούμπερτ και η περίφημη «Σονάτα αρ.30, op.109» του Μπετόβεν.
Οι ερμηνείες του Όλαφσον ανταποκρίθηκαν απόλυτα και επακριβώς στις υπερθετικά εξυμνητικές κριτικές που έχουν διατυπωθεί για τα ρεσιτάλ και τις ηχογραφήσεις του. Ερμηνευτής που γνωρίζει και κατανοεί σε μέγιστο βάθος το στίγμα και τις παντοδαπές νοηματικές και υφολογικές καταβολές των έργων που παρουσιάζει, διέπλασε αναγνώσεις απευθυνόμενες σε ενημερωμένους φιλόμουσους αλλά με σύγχρονες ευαισθησίες. Με άλλα λόγια, μπορεί ο ίδιος ο Μπαχ ή ο Μπετόβεν και ο Σούμπερτ ακούγοντας τα έργα τους έτσι παιγμένα στο άστεγο ερείπιο του ρωμαϊκού ωδείου και σε σύγχρονο πιάνο «Steinway» να απορούσαν, ακόμα και είχαν αντιρρήσεις, ωστόσο οι διεξοδικά ψαγμένες αναγνώσεις του 42χρονου Ισλανδού πιανίστα ανέδειξαν στο ακέραιο κάθε στοιχείο που καθιστά αυτές τις μουσικές σημαντικές για τη δική μας κατανόηση.
Ταυτόχρονα, δοσμένες δίχως τις συμβατικές, διαχωριστικές στάσεις, οι υφολογικές αντιπαραθέσεις λειτούργησαν ως ενιαίο αφηγηματικό συνεχές, φωτίζοντας αποκαλυπτικά συγγένειες και καταβολές. Εύπλαστη φραστική, διατυπωμένη με καλοζυγιασμένες αυξομειώσεις της δυναμικής, σταθερά, υποδόρια ρυθμικά συνεχή, μετατοπίσεις εμφάσεων, θαυμαστά ευκρινείς διάλογοι ανάμεσα σε όσα έπαιζε το δεξί και το αριστερό χέρι, όλ’ αυτά υπερέβησαν παραδεδομένες οπτικές και οικειότητες. Στους αντίποδες αποστειρωμένα μηχανιστικών αναγνώσεων όπως αυτές του Γκουλντ, εδώ ο Μπαχ αποδόθηκε με την ευγενή, ρευστή μελωδικότητα ενός Σοπέν.
Ομοίως Μπετόβεν και Σούμπερτ διαποτίστηκαν με ρομαντική αισθαντικότητα αλλά δίχως βεβιασμένο συναίσθημα ή εκτός θέματος εντυπωσιοθηρικές ακρότητες, φωτίζοντας πρωθύστερα τη συσσωρευμένη, νοηματοδοτούσα υπεραξία των μουσικών αυτών.
Εκτός προγράμματος ο Όλαφσον πρόσφερε τρία ή τέσσερα κομμάτια, κυρίως Μπαχ αλλά και -για να κλείσει ο κύκλος των αναφορών στον κάντορα της Λιψίας!- μία από τις στυγνά μινιμαλιστικές, μελαγχολικές «Etudes» του Γκλας.
