Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αναβίωση του βερντιανού «Τροβαδούρου» σε σκηνοθεσία Στέφανο Πόντα, που είχε πρωτοπαρουσιαστεί το 2012, ήταν η δεύτερη συμμετοχή της ΕΛΣ στο Φεστιβάλ Αθηνών (20 έως 26/7/2017). Η πρεμιέρα στο κατάμεστο Ηρώδειο άφησε καλές αλλά άνισες εντυπώσεις. Συνολικά κυριάρχησε η εικαστικά ευφάνταστη, «μυθική» προσέγγιση του Ιταλού σκηνοθέτη.

Απαλλάσσοντας ευπρόσδεκτα τον χιλιοπαρουσιασμένο «Τροβαδούρο» από το φορτίο παλιακών, ψευδοϊστορικών σκηνοθεσιών, ο Πόντα εστίασε βαθύτερα, στο ψυχολογικό πεδίο, αναπαριστώντας επί σκηνής το πυρετώδες ψυχόδραμα του φλογερού του έρωτα, της εκδίκησης και των τεταμένων συγγενικών δεσμών.

Φλογερά πάθη στο Ηρώδειο

Στην εύστοχη προσέγγιση συνέβαλαν τα «αρχαιολογικά», ερειπιώδη σκηνικά, οι υποβλητικοί πλάγιοι, νυχτερινοί φωτισμοί, τα ανιστορικά, χαρακτηριστικά κοστούμια -μεταξύ Μεσαίωνα, κινηματογραφικού θρίλερ και φανταστικού κόμικς-, η αριστουργηματική χορογραφία της κίνησης και η ευρηματική χρήση των κομπάρσων που αναπαριστούσαν τον σπαρασσόμενο από παλιές οδύνες ψυχικό κόσμο των πρωταγωνιστών.

Μουσικά η παράσταση ήταν άνιση: αφ’ ενός λόγω της γενικά αμέτοχης διεύθυνσης του Μίλτου Λογιάδη, αφ’ ετέρου λόγω των μονωδών. Παρ’ ότι με κάπως γερασμένη φωνή, ο Ιταλός τενόρος Βάλτερ Φακάρο αποδείχτηκε ένας καθ’ όλα αξιόμαχος Μανρίκο και τραγούδησε καλαίσθητα, με υψηλό επαγγελματισμό, γνήσιο βερντιανό πάθος και δίχως εκπτώσεις.

Η υψίφωνος Τσέλια Κοστέα (Λεονόρα), αποφασισμένη να τα δώσει όλα, έφερε έναν ρόλο του οποίου δεν μπόρεσε να καλύψει όλες τις υψηλές απαιτήσεις σε δυναμική, δεξιοτεχνία, θερμοκρασία έκφρασης και ο οποίος την οδήγησε κουρασμένη στην τελική σκηνή.

Ο βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς (Κόμης ντι Λούνα) αξιοποίησε τη θερμή, εντυπωσιακή φωνή του σε ένα συναρπαστικό αλλά περιοριστικά τραχύ βερντιανό τραγούδι. Τέλος, η διεθνούς φήμης Ρωσίδα μεσόφωνος Γιελένα Μανίστινα, παρότι ανακοινώθηκε ασθενής, γενικά ανταποκρίθηκε με επιτυχία στον ρόλο της Ατσουτσένας, με μερική εξαίρεση ορισμένα προβλήματα στην ψηλή περιοχή. Καλή ήταν η Χορωδία της ΕΛΣ.

«Αρτεμις και Ακταίων» από φοιτητές

Σε σύγχρονο σκηνικό θέαμα, που, όμως, απηχούσε ευρηματικά τόσο το στίγμα του ηδονοθηρικού μπαρόκ όσο και το μεταμοντέρνο ενδιαφέρον για το ανεπεξέργαστο υπόβαθρο του ερωτικού ενστίκτου, μετέτρεψε ο Θέμελης Γλυνάτσης την παράσταση που έδωσαν φοιτητές των Μουσικοθεατρικών Εργαστηρίων Ι και ΙΙ του Αμερικανικού Κολλεγίου Deree στο «Black box theater» (22/6/2017).

Ως άξονα επέλεξε ο σκηνοθέτης την οβιδιακή εκδοχή του αρχαιοελληνικού μύθου του κυνηγού Ακταίωνα, την οποία επένδυσε με γνωστές μουσικές του ελισαβετιανού συνθέτη Τζον Ντόουλαντ. Η διασκευή του ισορρόπησε έντεχνα στο πεδίο του θεάτρου συνδυάζοντας ευανάγνωστες μνήμες από τις παιγνιώδεις σκηνικές φαντασμαγορίες του μπαρόκ με στοιχεία σύγχρονης θεατρικής πρακτικής.

Τα αισθησιακά διάφανα πέπλα των νυμφών/ακολούθων της Αρτέμιδας, τα πέτσινα φίμωτρα στους ηθοποιούς που υποδύονταν τα κυνηγόσκυλα, η κινησιολογία νυμφών και κυνηγού ανακάλεσαν εικόνες από την αρχαιότητα, αισθητικά διαμεσολαβημένες από το μπαρόκ.

Ο σύγχρονος, λιτός, χορογραφημένος χειρισμός της θεατρικής ροής και η σκηνική αφαίρεση ενέγραψαν το όλον σαφώς στο σήμερα. Τέλος, η παράταξη των θεατών γύρω από το θέαμα ενέτεινε την «οικιακή» διάσταση της παραγωγής, θυμίζοντας τους μικρούς, αυλικούς θεατρικούς χώρους όπου δίνονταν οι παραστάσεις την εποχή του μπαρόκ.

Μουσικά το όλο στηρίχθηκε στην παρουσία της Εφης Μινακούλη που συνόδεψε τους μονωδούς με το αναγεννησιακό λαούτο της σε έξι τραγούδια του Ντόουλαντ («Flow my tears», «Come again» κ.ά.), αλλά και γενικότερα στη σκηνική δράση. Ενθετα σε ταιριαστά σημεία της αφήγησης και ζωντανεμένα σκηνικά με κατάλληλα στοιχεία δράσης -π.χ. συνοδεύοντας το ερωτικό τόξεμα/κάλεσμα της Αρτέμιδος από τον Ακταίωνα και το φαντασιακό σμίξιμό τους- τα τραγούδια λειτούργησαν ως αναπόσπαστο οργανικό συστατικό-ιστορικός τόπος.

Παράλληλα, ο σκηνοθέτης εμψύχωσε ευφάνταστα τη ροή της παράστασης με ήχους που παρήγαγαν οι ηθοποιοί-μονωδοί: ερωτικά συριστικά καλέσματα των νυμφών, ήχοι του δάσους, τιτιβίσματα πουλιών, επίμονες αισθησιακές ανάσες, λαχανιασμένα φρουμάσματα και υλακές σκύλων.

Παρότι δόθηκαν από φυσικές, καταφανώς απαίδευτες φωνές, τα τραγούδια λειτούργησαν αβίαστα και χάρισαν απόλαυση. Μονάχα η σκηνή με τα κυνηγόσκυλα που κατασπάραξαν τον μεταμορφωμένο σε ελάφι Ακταίωνα -δοσμένη αφαιρετικά ως μονόλογος-απαγγελία ονομάτων και ιδιοτήτων των λαγωνικών από τον Οβίδιο- υπήρξε προβληματική λόγω της δυσνόητης εκφοράς του λόγου μέσα από τα πέτσινα φίμωτρα. Μια ωραία, καλαίσθητη παραγωγή.