Στο τέλος της περασμένης χρονιάς ένα καινούριο βιβλίο του Μάρκου Μέσκου ήρθε να προστεθεί στην εντυπωσιακή, σε αριθμό και ποιότητα, έως τώρα παραγωγή του: η ποιητική συλλογή Αλφα Βήτα.
Διατρέχοντας την εκδοτική προϊστορία του, όπως αποτυπώνεται σε τρεις ολόκληρες σελίδες του παρόντος βιβλίου, διαπιστώνεις έναν συγγραφικό και εκδοτικό πυρετό εξήντα χρόνων, ο οποίος, όμως, δεν υποβαθμίζει την υψηλή θερμοκρασία των πάσης φύσεως γραπτών του: ιδιωτικές εκδόσεις (κατά κανόνα για πρόσωπα, θέματα και ερεθίσματα που του προσφέρει η γενέτειρά του), συγκεντρωτικοί τόμοι, ανθολογίες άλλων ποιητών, πεζογραφήματα, δοκίμια.
Η συλλογή, με έγχρωμο σχέδιο του ποιητή στο εξώφυλλο και διακριτικά άλλα σχέδια του ίδιου μεταξύ των κειμένων, συγκροτείται από 62 ποιήματα, κατά κανόνα μέσης έκτασης, τα οποία στεγάζονται υπό τον οικείο σε όλους τίτλο Αλφα Βήτα.
Η συγγενής λέξη «αλφαβητάρι», είτε αυτούσια είτε ως προσδιορισμός, έχει χρησιμοποιηθεί παλαιότερα και από άλλους ποιητές και πεζογράφους σε τίτλους βιβλίων τους· ο τίτλος που διάλεξε, όμως, και όπως τον διάλεξε ο Μέσκος (όχι ως ενιαία λέξη αλλά με χωριστές τις ονομασίες των δύο πρώτων γραμμάτων της αλφαβήτας) νομίζω πως παραπέμπει στην αφετηρία της πολύχρονης σχολικής μας αγωγής.
Πρόθεση του ποιητή είναι να αρχίσει εκ νέου και εξαρχής τη διερεύνηση και τη γνώση του γύρω του κόσμου· για μιαν ακόμη φορά θητεύει στην αυτογνωσία, στον εντοπισμό και τον σχολιασμό των στοιχειωδών συστατικών της ζωής μας, υπό το πρίσμα των ολοένα μεταβαλλόμενων συνθηκών.
Ο Μέσκος βρίσκεται σε διαρκή επαφή και συνεχή διάλογο με το φυσικό περιβάλλον, με την πανίδα και τη χλωρίδα αλλά, κυρίως, με τις δημόσιες ή ιδιωτικές περιπέτειες που έχουν διαδραματιστεί στον τόπο του – στον τόπο όλων μας. Πριν από πολλά χρόνια είχα επισημάνει αυτή την επαφή κι αυτόν τον διάλογο.
Εγραφα τότε: «Το τοπίο παίζει σημαντικό ρόλο στην ποίηση του Μέσκου, επειδή ο ποιητής είναι βαθιά ριζωμένος στην πατρώα γη και ο ίδιος αισθάνεται ως αναπόσπαστο μέρος της. Η ποίησή του βρίσκεται μακριά από την εσωστρέφεια· απεχθάνεται τον κλειστό χώρο. Θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει κανείς φυσιολατρική, αν δεν απουσίαζε παντελώς από τους στίχους της η αφελής προς τη φύση εκστατική ματιά που διακρίνει όσους καταφεύγουν στο φυσικό περιβάλλον από λόγους ρομαντικής ή συναισθηματικής υπερχείλισης».
Σ’ αυτό το υπαρκτό αλλά όχι επακριβώς οριζόμενο φυσικό πλαίσιο μνημονεύονται κάποτε παλιές ιστορίες χωνεμένες στο βάθος του καιρού, όπως στο ποίημα «Πρωτομαγιά»:Κόκκινος ήλιος ανατέλλει ματωμένος / (στο Ασβεστοχώρι ο Τάσος αναληπτόμενος / έχει φτερά μια πόρτα σπασμένη στα δύο / κάλπης ο Επιτάφιος μαύρες οι παπαρούνες σήμερα καθώς / μόνον η μάνα τρίχα τρίχα ξεριζώνει / τ’ άσπρα της μαλλιά γονατισμένη.
Ανάλογες αναφορές προσώπων συναντούμε και στο ποίημα «Προσκύνημα ΙΙ»: Ακόμα υπάρχει εκεί / η διπλή Ευθυμία ο ανώνυμος Σπύρος και η μνήμη / του ξενιτεμένου Μάρκου που χάθηκε στη βροχή / και δεν πρόλαβε να πατήσει το νοσταλγημένο χιόνι / στο κατώφλι της αυλής του. Η ποίηση του Μέσκου συνδιαλέγεται ακούραστα με τις κατά κανόνα τραγικές ιστορίες του παρελθόντος, ιστορίες που μπορεί να μην έχουν καταγραφεί στη συλλογική μνήμη αλλά διεκδικούν τη δικαίωση μέσα από την ποιητική μετάπλασή τους.
Ο ποιητής είναι κατά βάση τραγικός, επειδή κουβαλά ένα βαρύ φορτίο από μνήμες και γεγονότα. Εχει, όμως, την ευφυΐα να απαλύνει τις καταστάσεις που περιγράφει προσφεύγοντας στον ανοιχτό ορίζοντα, στα πουλιά, στα δέντρα, στο χώμα και τα άνθη. «Φυλλορροούσεν ο ανθός το δέντρο χιόνιζε πρώτη του Απρίλη / άφυλλη ακόμα η φλαμουριά τα δάκρυα της ασήμι· / κλειστός και γκρίζος ο ουρανός ρώτησε / τη διπλανή γκορτσιά πώς άνθιζε τέτοιον καιρό.
Με ελλειπτική στίξη στις λέξεις που απαρτίζουν κάθε στίχο, με ιδιόρρυθμες στροφές και διασκελισμούς, ο Μέσκος σχηματίζει ψηφίδα ψηφίδα μια τοιχογραφία με σκοτάδι και φως, με πόνο και ελπίδα. Οι στίχοι του κάποτε αποκτούν ανέλπιστη επικαιρότητα, όπως στο ποίημα «Επίλογος Ι» (Βουίζει το δάσος / αμέτρητα φύλλα εκατομμύρια ζωές / δίκαιος ο ήλιος ταραγμένος ο κόσμος πάλι, ή στο «Ο μονόδρομος της μνήμης» (Ολα τα περάσματα κλειστά μαύρα τ’ αδιέξοδα / λησμόνησε δρόμους πόρτες χαραμάδες), ή στο «Επίλογος ΙΙ» (Μαυρίζει πάλι ο καιρός).
Και όμως, αυτή η σκοτεινή πλευρά κρύβει ρωγμές φωτός και ελπίδας· ο ποιητής, είτε απευθύνεται εις εαυτόν είτε προς τον αναγνώστη, προσφέρει παραινέσεις παρηγοριάς και κατασταλαγμένης αντιμετώπισης των δύσκολων, δίσεκτων καιρών. Χωρίς υψηλούς τόνους και πρόθεση διδακτισμού, αναδεικνύεται φιλέταιρος και συμπονετικός.
Πρόκειται για ποίηση ώριμη και στιβαρή. Μου θυμίζει συχνά τον χαρακτηρισμό των λυρικών χορών της αρχαίας Σαντορίνης, από το απόσπασμα του Οδηγού της Ελλάδος που είχε χρησιμοποιήσει ο Σεφέρης ως μότο στη Γυμνοπαιδία του· ποίηση «αυστηρού και βαρέος ρυθμού».
