ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στο «Εξιλαστήριο θαύμα», όγδοο βιβλίο της Ελενας Μαρούτσου, η συγγραφέας διεισδύει στα ενδότερα μιας οικογένειας, μετά την απόφαση της τελευταίας να αναλάβει την αναδοχή του Μουσά, ενός Σομαλού προσφυγόπουλου από τη δομή της Λέρου. Η οικογένεια απαρτίζεται από τη μητέρα-Ραχήλ, τον πατέρα-Νίκο και τις δύο ανήλικες κόρες τους-Κάλλια και Σκεύη. Η ιδέα για την αναδοχή ανήκει στη Ραχήλ, ενώ ο Νίκος την αποδέχεται με σκεπτικισμό, η Κάλλια θετικά και η Σκεύη απρόθυμα. Με την εγκατάσταση του Μουσά στο σπίτι της οικογένειας, η ασύμβατη καθημερινότητα του ζεύγους και οι δυσκολίες προσαρμογής στη νέα κατάσταση πολλαπλασιάζουν το άγχος και ποικίλα ερωτικά και υπαρξιακά αδιέξοδα βγαίνουν στο φως. Ο Νίκος θυμάται τη Λέρο, τόπο υποδοχής για πρόσφυγες όπως ο Μουσά και πάλαι ποτέ τόπο εγκλεισμού για ψυχοπαθείς και πολιτικούς εξόριστους, αλλά και τόπο όπου ο ίδιος, πριν παντρευτεί τη Ραχήλ, είχε γνωρίσει την ψυχολόγο που έχει αναλάβει τον Μουσά, ενώ η Ραχήλ σκέφτεται το Μον-Σεν-Μισέλ στη Γαλλία, κομβικό σημείο για τον πρώτο έρωτά της με έναν Ρίχαρντ. Πολύ γρήγορα, την τάξη και τη ρουτίνα διαδέχεται η διάσπαση κι εκεί όπου πριν «υπήρχε σοφία ακόμα και στην τυχαιότητα» ανοίγεται ρήγμα. Οι αντιδράσεις γίνονται ανεξέλεγκτες, με αποκορύφωμα τη συμπεριφορά της Σκεύης η οποία, ενώ εμφανίζεται πολύ πιο ώριμη για την ηλικία της, με ένα ψέμα, θα φέρει τους οικείους της προ τετελεσμένων.

Η Μαρούτσου, στο «Εξιλαστήριο θαύμα», όπως και σε προηγούμενα έργα της [«Μεταξύ συρμού και αποβάθρας» (2009), «Οι χυδαίες Ορχιδέες (2015) κ.ά.], παρ’ όλο που συχνά παρεκκλίνει του κεντρικού αφηγηματικού ιστού για να μας μεταφέρει σε άλλες εποχές και συνθήκες, δεν δημιουργεί χάος και δεν χάνεται στο φαινομενικά ετερόκλητο υλικό της. Μέσ’ από τις συνιστώσες του, χτίζει τις κατάλληλες γέφυρες χάρη στην αστείρευτη επινοητικότητά της και μια γραφή χαρισματική, ζωντανή και πάλλουσα. Εδώ, τις γέφυρες (ιστορικές, κοινωνικές, γλωσσοκεντρικές ή βαθύτατα υπαρξιακές και στοχαστικές) αναλαμβάνουν να στηρίξουν οι πενήντα μία βαλίτσες (όσες και τα αντίστοιχα κεφάλαια του βιβλίου), με τις σηματοδοτήσεις τους να άπτονται τόσο της κυριολεκτικής όσο και της αλληγορικής τους διάστασης∙ κρίκοι γεροί και αληθοφανείς αν αναλογιστούμε ότι η αναχώρηση και η άφιξη σε μια άλλη χώρα, η αρχή και το τέλος μιας εθελούσιας μετοίκησης, μιας αναγκαστικής μετανάστευσης ή ενός βίαιου εκτοπισμού, δεν ανακαλούν απλώς αλλά και δημιουργούν γεγονότα καθοριστικά για την εξέλιξη ενός ανθρώπου, μιας οικογένειας, ενός έθνους∙ γεγονότα και μνήμες οι οποίες κατ’ εξοχήν σημαδεύονται από τη θέα ή την ανάμνηση μιας βαλίτσας.

Με αυτόν τον επιτυχή κρίκο-εύρημα, η συγγραφέας σκιαγραφεί με τον καλύτερο τρόπο τα επιμέρους ιστορικά ή βιωματικά περάσματα όπως και τις αντίστοιχες καθηλώσεις των προσώπων που επινοεί, τόσο στη στενή όσο και στην ευρύτερη εκδοχή τους, τόσο, δηλαδή, των ίδιων όσο και των γεννητόρων τους, ενώνοντας παράλληλα την εικόνα τους με το ίχνος του πρόσφυγα, του εξόριστου ή κάποιου εραστή ή φίλου. Φωτίζει έτσι πολυπρισματικά τις παραμέτρους τους προσδίδοντάς τους το βάρος μιας διαχρονίας αλλά και της συλλογικότητας στην οποία αυτά εντάσσονται και την οποία ποικιλότροπα νοηματοδοτούν. Χαρακτηριστικός του πνεύματος που διαπερνά το βιβλίο είναι και ο τίτλος «Εξιλαστήριο θαύμα», όπως μας αποκαλύπτεται μέσ’ από τα αεικίνητα λαμπερά σκουλήκια της βαλίτσας στο πρώτο κεφάλαιο και το διπλωμένο σώμα του πρόσφυγα στο τελευταίο (πρώτη και τελευταία βαλίτσα, αντίστοιχα)∙ εικόνες οι οποίες συγκροτούν το εσώτερο νήμα και επιπλέον στοιχειοθετούν πρόταση για έναν άλλο τρόπο αντιμετώπισης της πραγματικότητας, αυτόν του «καθαρού» πρώτου βλέμματος.

Ορατές κι εδώ οι διακειμενικότητες και το δημιουργικό φλερτ με τις εικαστικές τέχνες, αριστοτεχνικά δοσμένες οι ερωτικές σκηνές και απολαυστικά ανατρεπτικές οι γλωσσολογικές κρίσεις και παρατηρήσεις, όπως για παράδειγμα, ο ειρωνικός και πρωτότυπος συνδυασμός δύο λέξεων με εντελώς άλλη χρήση (χώρα των βουβών, βουβωνική χώρα) ή τα διάφορα παιχνιδίσματα για τα κυρίαρχα φύλα και την ονοματοθεσία τους (αν δεν ήταν γένους θηλυκού αλλά ουδέτερο –σκέφτεται η Σκεύη για τον εαυτό της– δεν θα λεγόταν Σκεύη αλλά «Σκεύος» και την κολλητή της φίλη δεν θα τη φώναζαν Αυγή αλλά «Αυγό») ή ακόμη και για το γένος της λέξης που θα επιλέξει να χρησιμοποιήσει ένας μεταφραστής («γέφυρα» ή «γεφύρι»;) στον τίτλο του ομώνυμου βιβλίου του Κάφκα. Ανατριχιαστικά εύγλωττη η αναφορά στη μαύρη βαλίτσα με τα άσπρα κόκαλα, το ίδιο και η ταύτιση της εμμηνόπαυσης την οποία υφίσταται η πενηντάχρονη Ραχήλ, με τον πιο αμετάκλητο σωματικό εκτοπισμό.