ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Σταυρούλα Γ. Τσούπρου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πώς γίνεται μια τόσο πλούσια πνευματική ζωή και προσφορά να μην τιμάται και να μην αναφέρεται τακτικά, έστω από τους καθ’ ύλην αρμόδιους; Πώς επιτρέπεται να παραμελείται και να μην προτείνεται ως μείζον ερευνητικό θέμα από τους/τις επαΐοντες/επαΐουσες; Δεν επιτρέπεται· και αυτή η παραδοχή είναι το πρώτο βήμα στην κατεύθυνση μιας αποκατάστασης της υπόληψης, όχι του δημιουργού αλλά των υπεύθυνων μελετητών/μελετητριών.

Γεννημένος στη Σίφνο (1870) αλλά μεγαλωμένος στην Κωνσταντινούπολη, όπου και φοίτησε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή, ο Ιωάννης Γρυπάρης σπούδασε φιλολογία στην Αθήνα και υπηρέτησε ως εκπαιδευτικός, μετακινούμενος επί χρόνια, αρχικά σε κοινοτικά σχολεία της Πόλης και κατόπιν σε μια σειρά από ελληνικές πόλεις. Υπήρξε ένας από τους πρώτους συντελεστές της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, ανάμεσα στους Δημήτρη Γληνό, Αλέξανδρο Δελμούζο και Μανόλη Τριανταφυλλίδη, αλλά απολύθηκε, ως βενιζελικός, από τη θέση του Επιθεωρητή, τον Νοέμβριο του 1920. Επανέρχεται ως Τμηματάρχης Γραμμάτων και Τεχνών (1923-1930) και στη συνέχεια αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Εθνικού Θεάτρου (1930-1936), όπου συνεργάζεται με τον Φώτο Πολίτη και συμβάλλει σημαντικά στην, αρχινισμένη από τις Δελφικές Εορτές του Άγγελου Σικελιανού, σκηνική αναβίωση του αρχαίου δράματος, το οποίο, χάρη στις δικές του μεταφράσεις, γίνεται πλέον προσιτό και αγαπητό σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Οι κακουχίες της Κατοχής οδήγησαν τον Ιωάννη Γρυπάρη στον θάνατο τον Μάρτιο του 1942, αλλά το πνευματικό έργο του έχει μείνει και θα εξακολουθήσει να υφίσταται ως αναντικατάστατη παρακαταθήκη, σε πείσμα της εκάστοτε, οσοδήποτε βαριάς, ακηδίας.

Διότι ο Ιωάννης Γρυπάρης, τελειομανής (εξαιτίας αυτής της τελειομανίας, έτεινε να απορρίπτει το 95% του πρωτότυπου ποιητικού του έργου) και ακούραστος, κατόρθωσε να υλοποιήσει σε υψηλό ποσοστό τον στόχο που είχε θέσει στον εαυτό του: τη «μεταφραστική αναδημιουργία των αρχαίων συγγραφέων», καθώς παρέδωσε στο διψασμένο κοινό, μεταφερμένα στη δημοτική, όλα τα έργα του Αισχύλου και του Σοφοκλή και, επιπλέον, ολοκληρωμένα έργα ή αποσπάσματα των: Ευριπίδη, Πίνδαρου, Ηρόδοτου, Πλάτωνα, Όμηρου – απραγματοποίητη, δυστυχώς, παρέμεινε, μεταξύ άλλων, η μετάφραση εκ της γερμανικής του δεύτερου μέρους του «Φάουστ» του Γκαίτε.

Αλλά ο Ιωάννης Γρυπάρης δεν ήταν μόνο μεταφραστής, ούτε μόνο φιλόλογος και ικανός χειριστής της αρχαίας ελληνικής, έτσι ώστε να γράφει ποίηση ή να μεταφράζει από ξένες γλώσσες κατευθείαν σε αυτήν. Ήταν και ποιητής· και μαχητικός υπερασπιστής, στη θεωρία και στην πράξη, της δημοτικής· και γνώστης των αισθητικών ρευμάτων· και λάτρης των δημοτικών τραγουδιών και της λαϊκής παράδοσης· και γλωσσοπλάστης· και ιδιότυπος λεξικογράφος – συν τοις άλλοις, δε, ταλαντούχος ζωγράφος και ερασιτέχνης φωτογράφος!

Στο ποιητικό έργο του Ιωάννη Γρυπάρη συναντώνται, συγκρούονται και αλληλεπιδρούν τα ρεύματα του παρνασσισμού και του συμβολισμού, με όλα τα χαρακτηριστικά της εικονικής και της μουσικής τεχνικής, αντίστοιχα, και τις θεματολογικές – υφολογικές επιλογές, από τη μια, μιας αντιρομαντικής, μορφικά τέλειας και αποστασιοποιημένης ομιλούσας φωνής (παρνασσισμός) και, από την άλλη, μιας έντονης συναισθηματικότητας, ταυτόχρονα υπαινικτικής και υποβλητικής (συμβολισμός).

Στον ανά χείρας τόμο, για τον οποίο θερμές ευχαριστίες απευθύνονται σε αμφότερους, εκδότη και επιμελητή –πρώτον και κύριον, για την πρωτοβουλία αυτής καθεαυτήν της έκδοσης–, περιλαμβάνονται: α) η μοναδική «επίσημη» ποιητική συλλογή τού Ι.Γ., με τον περίφημο τίτλο «Σκαραβαίοι και Τερρακότες» (ο οποίος παραπέμπει στην ποιητική συλλογή του Θεόφιλου Γκωτιέ «Émaux et camées», αλλά και προειδοποιεί για την εξελικτική διαφοροποίηση μεταξύ των πρώτων 22 σονέτων και των επόμενων 11), στεγάζουσα επίσης τις Ενότητες «Ιντερμέδια», «Δικαιοσύνη», «Από το ερωτικό βιβλίο του Τρύφωνος και της Χρυσόφρυδης», «Ελεγεία», β) όλα τα μετέπειτα δημοσιευμένα στον Τύπο ποιήματα, γ) τα σημαντικότερα ανέκδοτα ή ημιτελή ποιήματα, δ) τα κυριότερα από τα μικρά ποιητικά μεταφράσματα αρχαίων Ελλήνων, Λατίνων και Ευρωπαίων, ε) τα κυριότερα δοκίμια και χρονογραφήματα· ο όγκος και η ποικιλία τού πνευματικού έργου τού Ι.Γ. είναι αναμφισβήτητα. Η Εισαγωγή και το Υπόμνημα πιστώνονται στον επιμελητή Σταύρο Γκιργκένη, ενώ ο πρωτότυπος «Πρόλογος» του πανεπιστημιακού και έγκριτου επιστήμονα Ι. Ν. Καζάζη (1947-2021) απομονώνει παραδειγματικά, βασιζόμενος σε δύο επιλεγμένα σονέτα, «τα πέντε χαρακτηριστικά του γρυπαρικού λυρισμού», προκειμένου να αναδείξει τη λειτουργία τους εντός των ευρύτερων πολιτιστικών συμφραζομένων της μελετώμενης εποχής, χωρίς να παραλείψει να επισημάνει την αξεπέραστη αξία της μετάφρασης των αρχαίων τραγωδιών, έργο ενός πρωτομάστορα της οργιαστικής πνευματικής αναβλάστησης στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου.

Όσο για το ποίημα «Εστιάδες» (από εκεί και ο τίτλος του παρόντος άρθρου), το ένα (αρχικά δημοσιευθέν το 1910 στο περιοδικό «Νέα Ζωή» της Αλεξάνδρειας) εκ των τριών συνολικά «Ελεγείων», είναι το μόνο ίσως που τραβάει από την αφάνεια, μέσω των σχολικών εγχειριδίων, τον ποιητή Ιωάννη Γρυπάρη – δυστυχώς, το ίδιο αφανής ή, αλλιώς, αόρατος καταλήγει να είναι και ως μεταφραστής των αρχαίων, μοιραία αδικία εις βάρος εκείνων των οποίων το έργο, δεδομένο και εν χρήσει επί δεκαετίες, δίνει την ψευδή εντύπωση ότι βρισκόταν ανέκαθεν εκεί, ταυτόχρονα δημιούργημα και κτήμα κοινό. Προς γνώσιν (και ανασύνταξιν) της (ψηφίζουσας) νεολαίας, νυν και αεί και απανταχού, το συμβολιστικό ποίημα του Ι.Γ. «εστιάζει» στις καταστροφικές συνέπειες της νεανικής απρονοησίας των ιερειών της ρωμαϊκής θεάς Εστίας, οι οποίες άφησαν να σβήσει «η άσβηστη φωτιά»: του σεβασμού στις παραδόσεις ή του σεβασμού στα δημοκρατικά αγαθά ή του σεβασμού στην ελευθερία του πνεύματος – χάρη στην ποιότητα της λογοτεχνικής γραφής, το μήνυμα προσαρμόζεται αρμοδίως σε διαφορετικά συμφραζόμενα. Μια νεολαία «που ζει και ζένεται», αλλά δεν φροντίζει νουνεχώς να εξασφαλίσει ένα αξιοβίωτο μέλλον, μια αληθινή προοπτική για τον εαυτό της.