Δέκα ερωτήσεις, περισσότερο αφορμές και σπινθήρες για μια συνομιλία, ανάμεσα σ’ έναν επίμονο αναγνώστη κι ένα πρόσωπο της γραφής. Σήμερα ο Γιώργος Μητάς απέναντι σ’ ένα ερωτηματολόγιο που επιχειρεί να ψηλαφίσει, εντός κι εκτός αφηγηματικής επιφάνειας, διαθέσεις, εμμονές, αναγωγές.
● Γράφετε συνεχώς το ίδιο βιβλίο ή στο έργο σας εντοπίζετε τομές και ασυνέχειες;
Κοιτώντας τα τρία βιβλία που έχω γράψει, έχω την αίσθηση ότι αποτελούν φωτογραφίες που έχουν παρθεί από το ίδιο τοπίο (τοπίο ποικιλόμορφο, με πολλές εναλλαγές), σε διαφορετικά σημεία της περιήγησής μου.
Καθώς η περιήγηση συνεχίζεται, το τοπίο ενδέχεται να αλλάξει ακόμα περισσότερο, να με ξαφνιάσει με μια διαμόρφωση τελείως διαφορετική – θα είναι όμως πάντα συνέχεια του τοπίου όπου έχω βρεθεί να περιπλανιέμαι, τοπίο απλωμένο κάτω απ’ τον ίδιο ουρανό.
● Εκτός από τη λογοτεχνία, τι άλλο καθορίζει και φωτίζει το έργο σας;
Η μνήμη, η ομορφιά, οι απρόβλεπτες συναντήσεις της καθημερινότητας (μ’ ένα πρόσωπο, μια ιδέα, μια εικόνα, μια αίσθηση), οι ιστορίες που με επισκέπτονται και ζητούν, επίμονα και υπομονετικά, να έρθουν στο φως.
● Υπάρχει κάποιο βιβλίο που βιαστήκατε να το παραδώσετε στον εκδότη σας και κάποιο άλλο που το απωθείτε, το «φοβάστε» μέχρι σήμερα;
Δεν βιάστηκα να παραδώσω κάποιο βιβλίο στον εκδότη μου. Την καινούργια μου νουβέλα, που γράφτηκε μεταξύ 2017-2020, την κλωθογύριζα στο μυαλό μου ψάχνοντας πώς θα την προσεγγίσω συγγραφικά, αναβάλλοντας τη συγγραφή της, για περισσότερα από δώδεκα χρόνια.
● Τρεις τίτλοι βιβλίων που σας σφράγισαν, στο πέρασμα του χρόνου, εντός κι εκτός κειμένου.
Ας που επιτραπεί να αναφέρω τέσσερις: Ο «Ντέιβιντ Κόπερφιλντ», γύρω στα δώδεκα. Ο «Υπερίων ή Ο Ερημίτης στην Ελλάδα», γύρω στα 18. Ο «Θάνατος στη Βενετία», γύρω στα 25. Οι «Δακτύλιοι του Κρόνου», γύρω στα 45.
● Υπάρχουν αρνητικές κριτικές που σας βοήθησαν και θετικές που υπομειδιάσατε;
Κριτικές που «διάβαζαν» το βιβλίο μου πολύ διαφορετικά απ’ ό,τι περίμενα, που αρχικά με είχαν ξαφνιάσει δυσάρεστα, και κριτικές που στέκονταν (και) σε αδύναμα σημεία του βιβλίου μου, και με είχαν στενοχωρήσει, σε δεύτερο χρόνο με βοήθησαν ουσιαστικά.
Κοινό τους στοιχείο: η προσεκτική ανάγνωση του κειμένου, ο σεβασμός στον δημιουργό και στον κόσμο του, η έγνοια του κριτικού να συζητήσει το βιβλίο και όχι τη δική του αντίληψη για τη λογοτεχνία ή την τρέχουσα κοινωνικοπολιτική συνθήκη. Δεν θυμάμαι να έχω υπομειδιάσει με κάποια θετική κριτική.
● Υπάρχει κάποιος παλαιότερος και κάποιος νεότερος Ελληνας συγγραφέας που σας έλκει η γραφή του;
Πολλοί. Από τους παλιότερους, θα μνημονεύσω ενδεικτικά τον Παπαδιαμάντη, τον Βιζυηνό, τον Πολίτη και τον Εμπειρίκο. Από τους συγκαιρινούς, χωρίς αξιολογική πρόθεση (και μην έχοντας προλάβει να διαβάσω πολλούς), για τη γοητεία που μου ασκεί η γραφή τους θα ξεχωρίσω τον Χατζηγιαννίδη, την Μπουραζοπούλου, τον Μακρόπουλο, τη Μαρούτσου, τον Παλαβό, τον Μαγκλίνη και τον Κάππα.
● Σήμερα, υπάρχουν λογοτεχνικές συντροφιές που διαμορφώνουν το πνευματικό κλίμα της εποχής;
Η εποχή μας δεν ευνοεί την ύπαρξη λογοτεχνικών συντροφιών. Και, αν υπάρχουν, δεν διαμορφώνουν το πνευματικό κλίμα.
● Για ποιον λόγο η παρουσία της ελληνικής λογοτεχνίας, εκτός συνόρων, είναι τόσο νωθρή και αποσπασματική;
Δεν γνωρίζω την απάντηση. Πιθανολογώ: Η μη οργανωμένη και συνεπής προβολή της ελληνικής λογοτεχνίας στις αγορές του εξωτερικού. Το πολύ μικρό ποσοστό μεταφρασμένης λογοτεχνίας που καταφέρνει να ξεχωρίσει, κυρίως στις αγγλόφωνες χώρες. Η έλλειψη ισχυρής παράδοσης στο μυθιστόρημα, είδος που κατεξοχήν διακρίνεται στη διεθνή πεζογραφική σκηνή. Και, όχι σπάνια, μια θεματική που μοιάζει να εστιάζει στο τοπικό, χωρίς να επιτρέπει την αναγωγή στο παγκόσμιο (πανανθρώπινο).
● Η πολιτική συγκυρία, εντός και εκτός της χώρας, αλλά και η γλώσσα και ο τρόπος τής ενημέρωσης αγγίζουν το συγγραφικό εργαστήρι σας;
Τα τρία βιβλία που έχω εκδώσει γεννήθηκαν πολλά χρόνια πριν γραφτούν, άρα η απάντηση στο πρώτο σκέλος της ερώτησής σας είναι αρνητική. Πιστεύω ότι το χωνεμένο βίωμα και ο χρόνος είναι οι ασφαλέστεροι σύμβουλοι του πεζογράφου. Η γλώσσα και ο τρόπος της ενημέρωσης, σαν ασύνειδη καθημερινή επίδραση, δεν μπορεί παρά να παρεισφρέουν, λιγότερο ή περισσότερο, στο συγγραφικό εργαστήρι.
● Σας απασχολεί αν, μετά θάνατον, θα σας θυμούνται μέσα από το έργο σας;
Συγκινούμαι πολύ στη νοερή εικόνα ενός δωδεκάχρονου παιδιού, σκυμμένου πάνω από τις σελίδες μιας ιστορίας μου το 2086 ή όποτε στο μέλλον. Το να γίνει έστω και ένα βιβλίο σου μέρος αυτού του μαγικού σιωπηλού κύκλου που διασχίζει τον χρόνο είναι υπέροχο.
Ο Γιώργος Μητάς γεννήθηκε το 1966 στη Λιβαδειά. Μεγάλωσε στο Παγκράτι. Σπούδασε Βιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και απέκτησε μεταπτυχιακό τίτλο (M.Sc.) στην Αλιευτική Βιολογία από το Πανεπιστήμιο του Χαλ (Hull) της Μεγάλης Βρετανίας. Εχει εκδώσει τη συλλογή διηγημάτων «Ιστορίες του Χαλ» (Κίχλη, 2011 – βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα Λογοτεχνικά Βραβεία «Διαβάζω» 2012), και τις νουβέλες «Το σπίτι» (Κίχλη, 2014) και «Τα δύο δώρα» (Στερέωμα, 2021). Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.
