Μετά και την εκδημία της ποιήτριας (και ακαδημαϊκού) Κικής Δημουλά, ίσως να ωρίμασε η στιγμή για μία επισκόπηση του εν λόγω χώρου, μια προσεκτική κάτοψη του οποίου θα φανερώσει τις μεγάλες και τις μικρότερες στάσεις που οφείλει να κάνει ο ερευνητής/η ερευνήτρια, όπως και τις διακλαδώσεις, υπέργειες ή υπόγειες, των ποιητικών υδάτων που αρδεύουν τις νεότερες φωνές. Στην ποίηση των γυναικών δημιουργών πιθανόν να μην εντοπίζονται συχνά σχολές ή κύκλοι μαθητείας που τις αφορούν αποκλειστικά, αλλά αυτό, βέβαια, καθόλου δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν επικοινωνιακοί κόμβοι, μεγάλες ποιήτριες, με άλλα λόγια, της μεταπολεμικής περιόδου (για να προσδιορίσουμε σαφέστερα το χρονικό πλαίσιο), οι οποίες διά της ευθείας ή διά της τεθλασμένης οδού αφήνουν τα ίχνη τους στην ποίηση δημιουργών που εμφανίστηκαν την πρώτη ή ακόμη και τη δεύτερη δεκαετία του 2000.
Η μείζων ποιήτρια Ζέφη Δαράκη, με τις σχεδόν τριάντα ήδη εκδεδομένες ποιητικές συλλογές της από το 1967 έως το 2018, έχει κατακτήσει δικαιωματικά ένα σοβαρότατο εκτόπισμα στο πεδίο των δραστήριων πνευματικών ανθρώπων του τόπου μας, ενώ έργα της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, στα γαλλικά και στα βουλγαρικά και έχουν συμμετάσχει πολλάκις σε ελληνικές και ξένες ανθολογίες. Η τελευταία, προσώρας, συλλογή, Το χαμένο ποίημα, υποτιτλισμένη ειδολογικά ως «ποίηση», συνιστά ένα μικρό το δέμας υλοποιημένο πνευματικό γεγονός που φέρει υπερήφανα το βάρος και την ποιότητα αλλοτινών αλλά και πιο κοντινών χρονικά ποιητικών φωνών, τις οποίες, ωστόσο, η ποιήτρια έχει εμποτίσει τόσο εμφατικά με το δικό της ψυχικό ηχόχρωμα, ώστε να φαίνονται σαν, διακεκριμένοι μεν, προσκεκλημένοι στο ολόδικό της, όμως, δημιούργημα.
Στην ανά χείρας ποιητική δημιουργία της Ζέφης Δαράκη ο αναγνώστης/η αναγνώστρια ακούει όσες φωνές μπορεί ο ίδιος/η ίδια να ξεχωρίσει· φωνές όπως εκείνες της Μελισσάνθης, της Μάτσης Χατζηλαζάρου, της Ελένης Βακαλό, της Σοφίας Φίλντιση, του Γιάννη Ρίτσου, του Οδυσσέα Ελύτη, του Γιώργου Σεφέρη, του Μανόλη Αναγνωστάκη, της Κατερίνας Γώγου, του Εκτορα Κακναβάτου, του Μίλτου Σαχτούρη. Συνυφασμένες δε καθώς είναι πια με τη δική της, οι εν λόγω φωνές μπορεί να μη γίνονται καν αντιληπτές από την ποιήτρια Δαράκη ή, ιδωμένες αντίστροφα, μπορεί και να μην περιλαμβάνονται καν στα αναγνώσματά της. Στην τελευταία περίπτωση, είναι οι προσλαμβάνουσες του αναγνώστη/της αναγνώστριας εκείνες οι οποίες από μόνες τους συνείρουν τα δύο ακούσματα – ψυχοπνευματικές εμπειρίες. Ομως, το μόλις αναφερθέν διττό ερέθισμα, στην ακοή (η ποίηση πάντοτε ακούγεται, ακόμη και όταν αναγιγνώσκεται σιωπηρά) και στην ψυχή/στο πνεύμα, δεν πραγματοποιείται και στα δύο μέρη του ταυτόχρονα, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τη συγκεκριμένη ποίηση· ετούτη πρέπει να αναγνωσθεί επανειλημμένως ώσπου να συντελεστεί ως εμπειρία. Παρόμοια όπως γίνεται με τη γνωριμία μεταξύ της αλεπούς και του Μικρού Πρίγκιπα: λίγα βήματα προσέγγισης κάθε φορά. Μόνο που στην προκειμένη περίπτωση ο νους χρειάζεται να δουλέψει το ίδιο εντατικά με το συναίσθημα· η ποίηση της Ζέφης Δαράκη δεν κατακτάται εύκολα, διότι αποτελεί εξίσου απόσταγμα νοητικό και εκχύλισμα συναισθήματος. Βλέπετε, ο D. H. Lawrence είχε κατά το ήμισυ δίκιο: το θήλυ πάλλει, βέβαια, από «σωματική» ζωή αλλά, επίσης, μέσω αυτών των παλμών σκέπτεται (και δη εντατικά, συχνά ανελέητα), ενώ χάρη σε αυτούς δεν έχει, επιπλέον, καμία ανάγκη να «υποταχθεί» στο άρρεν.
Η Ζέφη Δαράκη μοιάζει να χειρίζεται ποιητικά τη φιλοσοφία της ύπαρξης με μια, επώδυνα αποκτημένη, μεγάλη πείρα, που της επιτρέπει να μπαινοβγαίνει στις σελίδες και στις λέξεις με άνεση χαρακτηριστική αλλά όχι απαραίτητα ευχάριστη, καθώς η πόρτα του ποιήματος της «δαγκώνει τα δάχτυλα» σε κάθε έξοδο. Αντίθετα, όμως, από κάποια καθηγήτρια–επιστήμονα που γράφει στον πίνακα, μπροστά στα απορημένα μάτια μαθητών και μαθητριών, την εκφώνηση του προβλήματος και ύστερα, κατευθείαν, το τελικό στάδιο της λύσης του, η ποιήτρια διανύει μαζί με τις «φιλαναγνώστριες» και τους «φιλαναγνώστες» τη δύσκολη πορεία της σφύζουσας από ζωή και θάνατο σκέψης (καθώς, όπως γράφει και ο Τάσος Αθανασιάδης στο μυθιστόρημά του Η Αίθουσα του θρόνου: «Η ποινή μας […] δεν είναι η θνητότητα μα η σκέψη») μέχρι την προσδοκώμενη κάθαρση, ξανά και ξανά. Σε αυτό το σημείο ακριβώς, άλλωστε, συναντάται με πληθώρα ομοτέχνων της, παλαιότερων αλλά και νέων και νεότερων.
Είχα ήδη, σε μια φαεινή στιγμή, συσχετίσει την ποίηση της Ζέφης Δαράκη με εκείνην της (πολύ) νεότερης Φωτεινής Βασιλοπούλου, προτού διαβάσω την κριτική της ομότεχνης Κυριακής Αν. Λυμπέρη για την ποιητική συλλογή Αμείλικτο νερό (Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2019) της Φ. Βασιλοπούλου. Στην κατακλείδα της ως άνω κριτικής διαβάζουμε: «Η ανθρώπινη κατάσταση όμως εμπεριέχει πολλή λύπη. Ο ποιητής οφείλει να την περιγράψει. Ιδίως αυτήν. Γιατί, όπως θα έλεγε και ο Βύρων Λεοντάρης, “μόνο διά της λύπης είμαστε εισέτι ποιητές”». Η ταύτιση, σχεδόν, του παραθέματος από τον εκλιπόντα σπουδαίο ποιητή με το, ενσωματωμένο αυτήν τη φορά, αντίστοιχο παράθεμα στην ανά χείρας έκδοση της συζύγου του, Ζέφης Δαράκη, «καμιά λύπη δε δίνει/ τη θέση της σε άλλη», μας οδηγεί ευθύγραμμα στο τεθλιμμένο προσκλητήριο της δεύτερης συλλογής της Φωτεινής Βασιλοπούλου, όπως, άλλωστε, και στο προηγηθέν, της Λιάνας Σακελλίου, της συλλογής Οπου φυσά γλυκά η αύρα (Gutenberg, 2017) και, βέβαια, μας γυρίζει πίσω για να συναντήσουμε και τη ζοφερή στιβαρότητα της ποίησης της Δήμ. Χ. Χριστοδούλου, ειδικότερα, δε, στις συλλογές Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι και Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης.
Μια χορεία ποιητριών συγκεντρώνονται γύρω από τον ίδιο, εναλλάξ ζεματιστό και παγωμένο, πυρήνα, για να ακολουθήσει έπειτα η καθεμιά τον δικό της δρόμο, τη δική της τυραννική αλλά αναπόφευκτη αναζήτηση εαυτής και αλλήλων, κάτω από την (ενδεικτική) στέγη των στίχων της Ζέφης Δαράκη «- Ποιος εαυτός σου είσαι εσύ, ανάμεσα στη νεροποντή/ τόσων πράξεων;», στίχων τόσο κοντινών στη φιλοσοφική ρήση του Ηράκλειτου: «Σ’ όποιον δρόμο κι αν πορευθείς, τα πέρατα της ψυχής δεν θα τα βρεις· τόσο μεγάλο είναι το βάθος της».
* Καθηγήτρια, σύμβουλος στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο
