Αλέξης Κροκιδάς*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η τέχνη (πλέον) δεν γεννιέται στα ατελιέ ζωγράφων. Γεννιέται ως – και βαφτίζεται – τέχνη σε γκαλερί και μουσεία, όπου και πεθαίνει και θάβεται με τις δέουσες τιμές. Αυτό το ήξεραν καλά οι φουτουριστές, οι ντανταϊστές, και η πρώτη γενιά της ρώσικης πρωτοπορίας (Μάλεβιτς, Πόποβα, Τάτλιν και άλλοι). Το ήξερε επίσης καλά βέβαια και ο πανέξυπνος μπαγαπόντης Αντυ Γουόρχολ ο οποίος και το εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο, κάνοντας τους κριτικούς και ιστορικούς της τέχνης να ξύνουν αμήχανα τα ως επί το πλείστον, με ελάχιστες εξαιρέσεις, ηλίθια κεφάλια τους. Μια σχετικά άσχετη όσο και διασκεδαστική λεπτομέρεια. Σε μια συνέντευξη που είχε δώσει ο Γεώργιος Κωστάκης στο Τρίτο Πρόγραμμα όταν είχε επιστρέψει στην Ελλάδα τα τέλη της δεκαετίας του 70 από την Ρωσία, είχε χαρακτηρίσει τον Πικάσο ως μπαγαπόντη. Πολύ ευχαριστήθηκα τότε γιατί δεν μου άρεσε ποτέ ο Πικάσο.

Για μια πιο συγκροτημένη διατύπωση του παραπάνω αφορισμού περί γέννησης της τέχνης μπορεί όποιος-α ενδιαφέρεται να ανατρέξει στην θεσμική θεωρία της τέχνης του George Dickie.

Σπάνια, πολύ σπάνια πηγαίνω σε γκαλερί και μουσεία μιας και με πιάνει μια βίαιη ναυτία. Ισως να έχω πάει οχτώ, εννιά φορές στη ζωή μου, οι έξι από τις οποίες ήταν για να δω από κοντά δύο έργα του αγαπημένου μου ζωγράφου Jacopo da Pontormo, για τον οποίο δεν έκρυβε την αντιπάθεια του ο μετριότατος ζωγράφος/αρχιτέκτονας και φημισμένος ιστορικός τέχνης Giorgio Vasari, εξέχων λακές και κόλακας της οικογένειας / δυναστείας των Μεδίκων (Medici). Τρεις φορές λοιπόν στην Εθνική Πινακοθήκη στο Λονδίνο για να δω την Επίσκεψη του Ιωσήφ στην Αίγυπτο και τρεις φορές στην Φλωρεντία στο παρεκκλήσι Cappella Capponi στην εκκλησία Santa Felicita για να δω την Αποκαθήλωση. Βέβαια αυστηρά μιλώντας, αυτή η εκκλησία δεν είναι μουσείο ούτε γκαλερί. Λειτουργεί κανονικά ως εκκλησία για τους ντόπιους αν και σίγουρα έχει και χαρακτήρα μουσείου όπως πολλές εκκλησίες στην Ιταλία (και αλλού), οπότε το μετράω. Σύνολο έξι. Μένουν δύο ή τρεις φορές, η μνήμη μου δεν μπορεί να αποφασίσει. Πάντως την τελευταία δεν μπορώ να την ξεχάσω για δύο λόγους. Πρώτον γιατί πήγα μόλις πριν από λίγες μέρες και δεύτερον γιατί, προς έκπληξη μου, δεν έπαθα ναυτία όπως σίγουρα θα πάθαινα αν πήγαινα πριν από δυο τρεις μήνες, περίπου μέσα Φλεβάρη με μέσα Μάρτη (17/2-12/3) στην ίδια γκαλερί (εκφραση-γιαννα γραμματοπούλου, στην Βαλαωρίτου). Δεν πήγα τότε γιατί κατά πάσα πιθανότητα θα ξέρναγα αίμα πάνω σε κάποιον πίνακα , ίσως και πάνω στον ίδιο τον ζωγράφο.

Η έκθεση αυτοδύναμων σχεδίων του Κυριάκου Ρόκου ωστόσο, ΑΠΛΕΤΟ ΦΩΣ ΣΕ 45 ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥΣ ΒΙΟΤΟΠΟΥΣ (12 Μαϊου με 11 Ιουνίου) χάρισε στα μάτια μου στιγμές ήσυχης όσο και “τρομερής” ομορφιάς. (Για την τρομερή ομορφιά που απειλεί να μας συνθλίψει, παραπέμπω όποιον-α τυχαίνει να διαβάζει τούτες τις γραμμές στην πρώτη ελεγεία του Ντουίνο του Ράινερ Μαρία Ρίλκε).

Οταν τα μάτια ευφραίνονται, ο ζηλιάρης λόγος που δεν ανέχεται τίποτα να τον προσπερνάει χωρίς να την άδεια του, σκαρφίζεται την απάντηση του αν και την έχει ήδη έτοιμη από πριν. Δεν ξεμπερδεύει κανείς εύκολα με την αφόρητη κληρονομιά του δυτικού λογοκεντρισμού κι ας προσπάθησε ο Ντεριντά να τον υπονομεύσει, ή τέλος πάντων να τον αποδομήσει.

Κατ’ αρχήν να πω τούτο. Πηγαίνετε να δείτε με τα μάτια σας κι ας μην σας ανήκουν τα μάτια σας (σε κανένα μας εξάλλου δεν ανήκουν τα μάτια μας) τα σχέδια του Κυριάκου. Εχοντας πει αυτό, μερικές σκέψεις εδώ.

Κατ’ αρχήν ο Κυριάκος είναι ένας γλυκύτατος και ευγενέστατος άνθρωπος. Η στερεοτυπική όσο και απεχθής (για μένα) φιγούρα του ιδιότροπου καλλιτέχνη που θεωρεί ότι ο κοινωνικός ρόλος του καλλιτέχνη του επιτρέπει, μάλιστα του επιβάλλει να λέει και να κάνει ότι μαλακία θέλει, δεν ισχύει για τον Κυριάκο. Μιλάει ήσυχα, αργά, απλά και κάπως ονειροπαρμένα, πάντα σεβαστικά και σ’ ακούει προσεχτικά. Δεν πετάει πιασάρικες ατάκες περί τέχνης ή επί παντός επιστητού. Οπως δεν φτιάχνει πιασάρικα σχέδια. Σημειωτέον ότι ο άνθρωπος είναι κατ’ εξοχήν γλύπτης, αλλά αυτό προφανώς δεν τον εμποδίζει καθόλου να δουλεύει σε δυο διαστάσεις.

Αυτά τα λίγα για τον Κυριάκο. Τα σχέδια του σ’ αυτή την έκθεση είναι αυτοδύναμα με την έννοια ότι δεν πρόκειται για προσχέδια. Ισως η πρώτη φορά στην ιστορία της (δυτικής) τέχνης που τα σχέδια απέκτησαν μια αυτοδύναμη ύπαρξη ήταν στην Αναγέννηση. Βέβαια τα περισσότερα ήταν προσχέδια, παρόλα αυτά φαίνεται ότι οι ίδιοι οι ζωγράφοι καθώς και όσοι τα είδαν τότε και αργότερα είχαν αρχίσει να τα εκτιμούν ως αυτοδύναμα, όχι δηλαδή ως προπαρασκευαστικά σχέδια. Ας είναι.

Τα υπερμεγέθη και ενίοτε υπεράριθμα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών προφανώς θα θυμίσουν στους ειδικούς άλλους ζωγράφους. Εμένα δεν με ενδιαφέρει αυτό. Ποσώς. Οι έξι σονάτες για σόλο βιολί του Eugène Ysaÿe προφανώς παραπέμπουν στον Μπαχ, αλλά τι μ’ αυτό?

Ναι, αυτό που βλέπουμε είναι αναπόφευκτα στιγματισμένο από αυτά που ξέρουμε, αυτά που έχουμε δει στο παρελθόν, αυτά που έχουμε ζήσει, εν ολίγοις από το πώς έχουμε μάθει να βλέπουμε (να ακούμε, να αισθανόμαστε, να κρίνουμε).

Υπάρχουν στιγμές όμως, ας μην διστάσουμε να τις πούμε μαγικές, όταν βλέπουμε κάτι χωρίς να βλέπουμε τίποτα άλλο. Οταν ξεχνάμε έστω και για λίγο την ιστορία, συμπεριλαμβανομένης και της δικής μας ιστορίας. Ο έρωτας ναι, ακολουθεί κάποια μοτίβα, για κάποιους κιόλας πρόκειται για την αναμενόμενη και προβλέψιμη επανάληψη ενός τραύματος. Με γεια τους με χαρά τους. Εγώ θα έλεγα, όχι όντας ερωτευμένος, γιατί είναι αδύνατον να μιλήσω σ’ αυτήν την συνθήκη, ότι ο έρωτας είναι η στιγμή που δεν επαναλαμβάνεται η ιστορία, αλλά ή στιγμή του μοναδικού που αδιαφορεί για την ιστορία.

Κάπως έτσι αισθάνθηκα κοιτώντας τα σχέδια του Κυριάκου.

Χαμογέλασα, συγκινήθηκα. Ανακάλυψα με παιδικό ενθουσιασμό ότι σε κάθε έργο στο ισόγειο της γκαλερί (πλην ενός) υπάρχουν σκάλες σε διάφορα μεγέθη από μικροσκοπικές μέχρι τεράστιες και  σε διάφορες μορφές. Κάποιες πετούσαν σαν πουλιά και μαζί με πουλιά μακριά στον ορίζοντα, κάποιες στιβαρές, κάποιες λιωμένες, παραμορφωμένες. Την σκάλα ή την ανεβαίνεις ή την κατεβαίνεις, ή αν είσαι σε Ηρακλείτεια διάθεση μπορείς να πεις ότι  η σκάλα πάνω και η σκάλα κάτω, είναι μια και η ίδια. Σουρεαλισμός; Ποιος σουρεαλισμός; Σίγουρα όχι του Νταλί πάντως που σου έτριβε στην μούρη τον σουρεαλισμό ή τέλος πάντων σου κράδαινε μπροστά στη μούρη το μανιφέστο του σουρεαλσιμού (κι ο Μαγκριτ το έκανε, με κάπως πιο σαρκαστική διάθεση ίσως).

Τα πρόσωπα (χείλια, μάτια, μύτες) και τα σώματα (τόρσο, χέρια, πόδια, δάχτυλα, βυζιά, κλπ) τα αγάπησα επί τόπου. Σώματα σε παράξενες συμπτύξεις / συζεύξεις, ή μόνα τους, ή και τα δύο (μοναχικότητα των συζευγμένων σωμάτων).

Καμία συναισθηματική, ζαχαρένια ή ψευτο-μελαγχολική χειρονομία. Συναίσθημα ναι, Συναισθηματισμός όχι. Μια σχεδόν παιδική σκληρότητα και αθωότητα κι ας είναι η αθωότητα ένας μύθος.

Ως επί το πλείστον σχεδιασμένα με μαύρο μολύβι ή μελάνι, σε επιφάνειες (όχι καμβάδες) βαμμένες άσπρες, καρφωμένες σε τελάρα και χωρίς κάδρα (ευτυχώς).

Σε πολλούς πίνακες υπάρχουν και λογάκια, κείμενο, χωρίς αποστάσεις ανάμεσα στις λέξεις, στα όρια του πίνακα, οριζόντια κάθετα και κάποια ανάποδα. Εχω κάποιο αυχενικό πρόβλημα κι έτσι για να μη στραβολαιμιάσω , έτσι κι αλλιώς τα γυαλιά μου χρειάζονται αναβάθμιση και να στραβολαίμιαζα πάλι δεν θα κατάφερνα να διαβάσω το κείμενο, αποφάσισα να μην προσπαθήσω. Αυτό το κομμάτι το έχασα λοιπόν. Σίγουρα έχασα κι άλλα.

Παρηγορήθηκα κάπως σκεφτόμενος ότι όπως και με τον έρωτα, όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με το μοναδικό, πάντα κάτι χάνεις. Οποιος μπορεί να χάσει τα πάντα έστω και για λίγο, είναι ευλογημένος ή καταραμένος.