Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πενήντα χρόνια ακριβώς συμπληρώθηκαν από την πρώτη παρουσίαση της περίφημης σειράς τραγουδιών του Μίκη Θεοδωράκη «Γράμματα από τη Γερμανία», σε ποίηση Φώντα Λάδη.

Και κοιτάξτε πώς τα φέρνει η Ιστορία. Τα τραγούδια αυτά ακούγονται και στις μέρες μας πολύ επίκαιρα μια και αναφέρονται στη μετανάστευση που αποτελούσε πρόβλημα στη δεκαετία του ’60.

Οπως αποτελεί και τώρα άλλωστε. Tο μεταναστευτικό (αλλά και το προσφυγικό, μην το ξεχνάμε) γιγαντώνεται. 

Τα «Γράμματα από τη Γερμανία» καταγγέλλουν τις αληθινές αιτίες της μετανάστευσης, τους πολέμους, την κοινωνική αδικία και την αδράνεια, φυσικά και τον νεοναζισμό.

Με την ευκαιρία λοιπόν της συμπλήρωσης πενήντα χρόνων από την πρώτη τους παρουσίαση στο θέατρο του Λυκαβηττού, τα «Γράμματα από τη Γερμανία» θα ζωντανέψουν και πάλι μέσα από μια σειρά συναυλιών.

Η αρχή θα γίνει τη Δευτέρα 11 Ιουλίου, στις 9.00 μ.μ. στο θέατρο Αττικού Αλσους με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου και την Αφροδίτη Μάνου που θα τραγουδήσουν ολόκληρo το άλμπουμ.

Επίσης αμέσως μετά μαζί με τον Γιώργο Μεράντζα, τη Σοφία Παπάζογλου και τον Βασίλη Κορακάκη θα πουν και τραγούδια για τη μετανάστευση και την προσφυγιά.

Θα υπάρχουν προβολές ταινιών και μνήμες γνωστών τραγουδιών και άλλων ντοκουμέντων της εποχής, καθώς και μικρά κείμενα, ενώ θα αναπαραχθεί το κλίμα της δεκαετίας του ’60 μεταφερμένο στη σημερινή ιστορική συγκυρία του προσφυγικού.

Ωστόσο υπάρχουν και έξι «ανεπίδοτα γράμματα» του Φώντα Λάδη, πράγμα το οποίο δεν είναι και τόσο γνωστό.

Από όσα συνολικά του έδωσε ο ποιητής, ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε 13 και έτσι άλλα 6 έμειναν «ανεπίδοτα».

Είχε γράψει παλιότερα ο Φώντας Λάδης ένα μικρό κείμενο στο περιοδικό «Λέξη» γι’ αυτά. Την ιστορία τους.

«Αρχές του 1966», έγραφε. «Ο Μίκης Θεοδωράκης, τον οποίο ήδη απ’ το 1963, είκοσι μόλις χρονών, ακολουθώ κατά πόδας, απαγγέλλοντας, σε όλες τις καλλιτεχνικές του περιοδείες, μελοποιεί την πρώτη σειρά τραγουδιών που είχα μόλις γράψει ειδικά γι’ αυτόν. Πώς έγινε τώρα, ένας κολοσσός σαν τον Μίκη, τη στιγμή που μελοποιούσε υψηλή ποίηση και ονόματα που συμπεριελάμβαναν δύο Νόμπελ, να μελοποιήσει ποιήματα που περιείχαν λέξεις και φράσεις όπως “γκόμενα”, “Κόμμα”, “μαύρη”, “πες αλεύρι”, “ντούροι στο κρεβάτι”, “δεν τρώμε λάχανα” και άλλα συναφή, είναι θέμα άλλης ώρας. Ο Θεοδωράκης, μ’ αυτό τον τρόπο απέδειξε για μιαν ακόμη φορά, το εύρος της καλλιτεχνικής του προσωπικότητας και την τόλμη του, προκαλώντας, με τη μελοποίηση των “Γραμμάτων”, πρωτοσέλιδα επικριτικά δημοσιεύματα του δεξιού Τύπου αλλά και δευτεροσέλιδα σχόλια του “Παρατηρητή” στην “Αυγή”, που επιχειρούσε να τον επαναφέρει στην τάξη».

Ευκαιρία να φέρουμε σήμερα στη δημοσιότητα κι ένα ανέκδοτο γράμμα του Μίκη (2000) προς τον Αντώνη Καλογιάννη, που ήταν από τους βασικούς ερμηνευτές των «Γραμμάτων», τόσο πριν όσο και μετά τη δικτατορία:

«Αγαπητέ μου Αντώνη,

Χαίρομαι που ξαναθυμήθηκες τα “Γράμματα απ’ τη Γερμανία”. Πιο καλά από μένα θα μπορούσε να μιλήσει γι’ αυτά ο Φώντας Λάδης, που έγραψε τους στίχους των τραγουδιών. Που πρωτοτραγουδήθηκαν στον Πρώτο Μουσικό Αύγουστο στα 1966 στον Λυκαβηττό, από το Γιώργο Ζωγράφο.

Ηταν θα έλεγα, τραγούδια επίκαιρα, καθαρά πολιτικά, γιατί άγγιζαν το πιο καυτό πρόβλημα εκείνης της εποχής. Την Μετανάστευση. Η οποία για άλλους ήταν ευλογία εξ ουρανού και για άλλους εθνική αιμορραγία. Και οι δύο είχαν δίκιο, σύμφωνα με τα συμφέροντά τους.

Η ελληνική ύπαιθρος, απ’ την οποία έφυγαν οι πιο πολλοί, είχε αρχίσει να μεταβάλλεται σε αληθινή πυριτιδαποθήκη, έτοιμη να εκραγεί και να σαρώσει το τότε αντιδραστικό κατεστημένο. Ετσι, όσοι ανήκαν σ’ αυτό, έβλεπαν με ανακούφιση να απομακρύνεται ο κίνδυνος αυτός.

Ομως όλοι εμείς, που ανήκαμε στις προοδευτικές δυνάμεις, βλέπαμε την πατρίδα μας να αιμορραγεί. Εκατοντάδες χιλιάδες συμπατριώτες μας που μεγάλωσαν από το υστέρημα και με το αίμα του ελληνικού λαού, θα πήγαιναν τώρα να προσφέρουν το μυαλό και τα μπράτσα τους σε ξένους λαούς, τη στιγμή που το όραμα της κοινωνικής ανάπλασης και της εθνικής αναγέννησης άρχισε να γιγαντώνει μέσα στις τάξεις του λαού και προ παντός της νεολαίας μας.

Ετσι η Μετανάστευση υπήρξε η πρώτη μεγάλη πληγή επάνω στο σώμα της πατρίδας μας, για να ακολουθήσει η Δικτατορία και τόσα άλλα, ώστε να εξασθενήσει ώς να σβήσει το Μεγάλο Οραμα για μια διαφορετική Ελλάδα, για την οποία τα δάκρυα και το αίμα που χύθηκαν, είναι ολόκληρα ποτάμια. Φοβάμαι ότι σας χάλασα την όρεξη, όμως ας αρχίσει η μουσική και το τραγούδι σου, που άλλωστε γι’ αυτό υπάρχει, για να γλυκαίνει τον πόνο.

Αθήνα, 2.4.2000»