Περισσότερες εγγυήσεις διαφάνειας, ασφάλειας και αξιοπιστίας για την ηλεκτρονική ψήφο ζητά το Τμήμα Ψηφιακής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, σημειώνοντας ότι η κυβερνητική πρόταση, όπως είναι σήμερα διαμορφωμένη, δεν εγγυάται τίποτα και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, παρότι θεωρεί δεδομένο ότι η αξιοποίηση των ψηφιακών τεχνολογιών στη λειτουργία του κράτους αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης και της εκλογικής διαδικασίας.
Η συζήτηση για την ηλεκτρονική ψηφοφορία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αντιπαράθεση ανάμεσα στους «υπέρ» και τους «κατά» της τεχνολογίας, αλλά ως συζήτηση για το αν οι τεχνολογικές λύσεις μπορούν να υπηρετήσουν με ασφάλεια και διαφάνεια τις δημοκρατικές αρχές.
Παράλληλα, η ηλεκτρονική ψήφος μπορεί να συμβάλει στην αύξηση της συμμετοχής. Η νέα γενιά είναι περισσότερο εξοικειωμένη με τα ψηφιακά μέσα, ενώ χιλιάδες εργαζόμενοι βρίσκονται συχνά μακριά από τον τόπο όπου ασκούν το εκλογικό τους δικαίωμα. Κάθε πρωτοβουλία που διευκολύνει τη συμμετοχή αυτών των πολιτών αξίζει να εξετάζεται σοβαρά.
Tο βασικό πρόβλημα του σχεδίου νόμου
Στην παρέμβαση του Τμήματος Ψηφιακής Πολιτικής τονίζεται ότι το προτεινόμενο νομοθετικό πλαίσιο στον Νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης που συζητείται στη Βουλή με πρωτοβουλία της Κυβέρνησης, περιλαμβάνει μεν ορισμένα θετικά στοιχεία: Δεν εισάγει ανεξέλεγκτη ψηφοφορία από το σπίτι μέσω ιδιωτικών συσκευών, αλλά ένα υβριδικό μοντέλο με φυσική παρουσία του εκλογέα, κρατική και δικαστική εποπτεία. Διατηρεί την αρχή «ένας εκλογέας – μία ψήφος», αξιοποιεί υφιστάμενες υποδομές ταυτοποίησης και προβλέπει συμμετοχή της ακαδημαϊκής κοινότητας στην αξιολόγηση του λογισμικού.
Η ψήφος, όμως, βρίσκεται στον πυρήνα της δημοκρατίας, δεν είναι απλά μια διοικητική διαδικασία. Για το λόγο αυτό οι εγγυήσεις διαφάνειας, ασφάλειας και αξιοπιστίας πρέπει να είναι αδιαπραγμάτευτες – και εδώ εντοπίζεται το βασικό πρόβλημα του σχεδίου νόμου.
Οι ουσιώδεις εγγυήσεις της εκλογικής διαδικασίας δεν περιγράφονται στο ίδιο το νομοσχέδιο. Ζητήματα όπως η μυστικότητα της ψήφου, η ακεραιότητα των αποτελεσμάτων, η αποτροπή σύνδεσης ψηφοφόρου και ψήφου, η διαδικασία επανακαταμέτρησης και οι μηχανισμοί προστασίας του συστήματος παραπέμπονται σε μελλοντικό Προεδρικό Διάταγμα.
Με αυτόν τον τρόπο η Βουλή καλείται να εγκρίνει ένα γενικό πλαίσιο χωρίς να γνωρίζει τις πραγματικές τεχνικές και οργανωτικές εγγυήσεις που θα προστατεύουν το εκλογικό δικαίωμα.
Από τεχνολογική σκοπιά, απουσιάζουν κρίσιμες προβλέψεις. Δεν περιγράφονται μηχανισμοί κρυπτογράφησης, δεν προβλέπεται σαφής διαδικασία ανωνυμοποίησης μετά την ταυτοποίηση του ψηφοφόρου, ούτε μηχανισμός ανεξάρτητης επαλήθευσης του αποτελέσματος σε περίπτωση σφάλματος ή παραβίασης του λογισμικού.
Η απάντηση στα ζητήματα αυτά δεν είναι η μυστικότητα του συστήματος αλλά η διαφάνειά του. Ευρωπαϊκά παραδείγματα εισαγωγής της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας βασίστηκαν σε χρήση ανοιχτού λογισμικό και δημοσιοποίηση του πηγαίου κώδικα. Η διαφάνεια δεν υπονομεύει την ασφάλεια, την ενισχύει. Όταν ανεξάρτητοι επιστήμονες, πανεπιστήμια, πολιτικά κόμματα και κοινωνικοί φορείς μπορούν να ελέγχουν τον τρόπο λειτουργίας ενός συστήματος, ενισχύεται η εμπιστοσύνη των πολιτών και η δημοκρατική νομιμοποίηση του αποτελέσματος.
Η ηλεκτρονική ψήφος μπορεί να αποτελέσει εργαλείο εκσυγχρονισμού και συμμετοχής. Όμως η κυβερνητική πρόταση, όπως είναι σήμερα διαμορφωμένη, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Χρειάζεται ουσιαστική αναθεώρηση και ενσωμάτωση ισχυρών τεχνικών και θεσμικών εγγυήσεων.
Η δημοκρατία δεν απαιτεί μόνο σύγχρονες εκλογές. Απαιτεί εκλογικές διαδικασίες που οι πολίτες μπορούν να εμπιστεύονται – και τέτοια παραδείγματα δεν έχει δώσει μέχρι σήμερα η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.
