Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στον «Θησαυρό του Χρόνου», που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο, ο συγγραφέας Μένης Κουμανταρέας (1931-2014) συνομιλεί με τα φαντάσματά του, ακόμα και με τον Θάνατο. Κλείνει τους λογαριασμούς με την αγαπημένη του σύζυγο Λιλή, που πέθανε πριν από τέσσερα χρόνια. Και μιλάει για τα αγόρια που τάραζαν ερωτικά τις νύχτες του.

Ενας γηραλέος νεαρός με φθαρμένη ρεντινγκότα και βαμμένα ξανθά μαλλιά τον περιμένει κάτω από το σπίτι του, μπροστά από ένα παλιομοδίτικο αυτοκίνητο. «Εχω εντολή να σας φανερώσω την ημερομηνία του θανάτου σας», του λέει. Αλλά αυτόν δεν τον απασχολούν οι θάνατοι και οι αρρώστιες, ένα μόνο θέλει από τον απεσταλμένο του Αρχοντα του Σκότους. Να τον αφήσει να ξαναδεί την πεθαμένη γυναίκα του. Τη Λιλή.

Γι’ αυτήν, άλλωστε, ο Μένης Κουμανταρέας γράφει και ένα βιβλίο. Που έμελλε να είναι το τελευταίο του. Το πιο εξομολογητικό, τολμηρό και ελεύθερο. Και διαφορετικό. Στον «Θησαυρό του Χρόνου» (εκδόσεις Πατάκη) δεν θα βρεις προσωπεία. Η δικιά του Μαντάμ Μποβαρί, η σαραντάρα κυρία Κούλα, ανήκει αμετάκλητα στο συντηρητικό παρελθόν, στο 1978, τότε που είχε ερωτευτεί τον νεαρό φοιτητή της. Ο Μένης Κουμανταρέας, στα 80 τόσα χρόνια του, δεν έχει πια ούτε χρόνο ούτε διάθεση για σφιχτοδεμένες, ρεαλιστικές ιστορίες από τη μικροαστική Αθήνα του.

Στις σελίδες του «Θησαυρού του χρόνου», όπως μπορεί να γίνει γκόθικ (τόσο πολλά φαντάσματα, χάνεις τον λογαριασμό), δικαιούται να μιλήσει όχι απλώς για τη σύντροφο της ζωής του, αλλά και «για όλα εκείνα τα κωλόπαιδα, που τάραξαν σποραδικά τις νύχτες του». Ακόμα και για τον Νουάρ, που όσο ζούσε η Λιλή το όνομά του ήταν απαγορευμένο, την τάραζε. Κι ας μην της είχε κρύψει την ομοφυλοφιλία του. «Ποτέ δεν πίστεψα ότι πλαγιάζοντας με το ίδιο μου το φύλο την απατώ», γράφει και ξαναγράφει.

Τι είναι αλήθεια και τι ψέματα από τις ατέλειωτες ιστορίες που αφηγείται, για βράδια σε γκροτέσκα, ύποπτα, επικίνδυνα μαγαζιά («τι θα ‘λεγε η Λιλή αν ήξερε πού γυρίζω;»), όπου νεαροί, κυρίως μετανάστες, του πουλάνε το κορμί τους; «Ο καλός γραφιάς δεν ξεχωρίζει αυτά που συνέβησαν από εκείνα που επινόησε να του συμβούν», μας προειδοποιεί ο Κουμανταρέας. Οχι γιατί η μυθοπλασία τον προστατεύει. Δεν την φοβάται την έκθεση. «Πεντάρα δεν δίνω για όσους με διαβάσουν. Δεν γράφω γι’ αυτους. Γράφω για τον εαυτό μου».

Κι όμως, υπήρχε μια αθώα εποχή, που η ερωτική ζωή ενός μεγάλου, σαν αυτόν, συγγραφέα, ούτε καν σαν ψίθυρος δεν επιτρεπόταν να απασχολήσει το κοινό του. Ας ερωτεύονταν ελεύθερα, λοιπόν, οι γυναίκες αναγνώστριές του τον «Ωραίο Λοχαγό». Το ίδιο έκανε, αλλά με διακριτικότητα, κι ένας Σύμβουλος Επικρατείας -άλλο άλτερ έγκο του Κουμανταρέα. «Χωρίς τη διπλή ζωή δεν θα υπήρχε λογοτεχνία. Το θέμα της διπλής ζωής είναι προαιώνιο. Ο Τόμας Μαν είναι γεμάτος από διπλούς εαυτούς», είχε πει σε συνέντευξή του στον Μισέλ Φάις (2004). Επρεπε να περάσουν χρόνια για να αρχίσει να μιλάει από μόνος του για την ομοφυλοφιλία του, να γράφει γι’ αυτήν. Ελάχιστα δημόσια, καταξιωμένα πρόσωπα στην πατρίδα μας, έχουν τέτοια αξιοπρέπεια και τόλμη. Σε εποχές που η επίσημη πολιτεία τρέμει από τον φόβο της μπας και πληγώσει νομοθετικά τη φύση (!) και τις παραδόσεις.

Ο τραγικός θάνατος του Μένη Κουμανταρέα έγινε, δυστυχώς, ένας λόγος παραπάνω για να ανατρέχουμε στις σελίδες του «Θησαυρού του Χρόνου» -όσο κι αν τρέμουμε μήπως φανούμε κίτρινοι και ασεβείς. O αφηγητής-συγγραφέας, ένας λεπτεπίλεπτος, καλοζωισμένος αστός και διανοούμενος, δενόταν με επαγγελματίες του σεξ. Ηξερε ότι κυρίως τις πιστωτικές του κάρτες είχαν ανάγκη. «Το χρήμα στάθηκε καταλύτης», γράφει για μια από αυτές τις σχέσεις, σοβαρή και μακροχρόνια. Καμιά φορά οι νεαροί γίνονταν βίαιοι, απειλητικοί.

«Ασε τα προσόντα, είναι έμπιστος;», ρωτάει ο αφηγητής τον ιδιοκτήτη ενός μπαρ, που του πασάρει τον Ρουμανοτσιγγάνο Λούνα. «Οσο έμπιστοι είναι όλοι τους. Τουλάχιστον, δεν ακούστηκε ποτέ κάτι γι’ αυτόν», η απάντηση. Και το σχόλιο του αφηγητή-συγγραφέα: «Αλλά και για τα παιδιά που έπαιρνε ο Παζολίνι δεν είχε ακουστεί τίποτα γι’ αυτά».

Βασίλης Βασιλικός

«Ο Θεός τον άρπαξε από κοντά μου»

«Με συντριβή γράφω αυτές τις γραμμές. Δεν έχω συνέλθει ακόμη από το σοκ. Κι από τον τρόπο που το έμαθα: είχα μόλις τελειώσει τον “Θησαυρό του χρόνου” και με πήρε ο ύπνος φαίνεται, όταν με ξύπνησε το κινητό: “Σκότωσαν τον Μένη”.

Και μόλις είχαμε αποχαιρετιστεί, απομεσήμερο της Τετάρτης, 3 Δεκεμβρίου, μετά την παρουσίαση της νεανικής μας αλληλογραφίας “1954-1960” στο Ιδρυμα Θεοχαράκη, ενώπιον πολλών άδειων καθισμάτων, λόγω της διαδήλωσης στο Σύνταγμα για τον Νίκο Ρωμανό.

Εκεί όμως φαίνεται ότι προκάλεσα τον Θεό. Γιατί είπα: “Είναι νομίζω παγκόσμια πρωτιά η παρουσία δύο ζώντων συγγραφέων στην…” και ο Θεός με εκδικήθηκε. Δυο μέρες μετά τον πήρε, με τον πιο άγριο τρόπο, έναν τρόπο που δεν δικαιολογούνταν ούτε από τα γραφτά ούτε από τη ζωή του. Τον πήρε, τον άρπαξε κυριολεκτικά, από κοντά μου».