ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ναταλί Χατζηαντωνίου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Aν από κάπου μας έβλεπε θα χαίρεται γι’ αυτό το reunion των πιο αγαπημένων κι ευλογημένων στο επάγγελμα απ’ τον ίδιο, θα εκνευριζόταν όμως και που αναγκαστικά χθες βρέθηκε στο επίκεντρο τόσης προσοχής

Ο Δημήτρης Γκιώνης, δωρικός και εσωστρεφής, ξόρκιζε τη θλίψη με σιωπή ή με χιούμορ. Κι απεχθανόταν τις τυπικότητες. Τι θα έλεγε αν μας έβλεπε όλους, πρώτα πρώτα τη σύντροφο της ζωής του, τη Μαρία, τον γιο του, τον Ιάσονα, την ανιψιά του, την Ουρανία, όλο το παλιό τμήμα που διοικούσε στην «Ελευθεροτυπία» κι άλλους αγαπημένους του συνεργάτες από τότε, όλους τους στενούς του φίλους από τον χώρο της τέχνης, και όχι μόνον, τους πιο αγαπημένους συναδέλφους του απ’ το σινάφι, μαυροντυμένους, κατηφείς, πολλούς δακρυσμένους και τον εαυτό του στη μέση, μια φωτογραφία στην κορυφή μιας λιτής ανθοδιακόσμησης;

Χθες το μεσημέρι στον Προφήτη Ηλία της Αγίας Παρασκευής δεν μπορούσαμε να αποφύγουμε τη σκέψη του δικού του τρόπου να σχολιάζει τα πράγματα. Κι έτσι όπως βρεθήκαμε όλοι μαζί σαν να μην πέρασε μια μέρα από την εποχή της «Ελευθεροτυπίας», τα κλάματα ανακατεύτηκαν και με γελάκια από τις αναμνήσεις. Κι απ’ αυτές πολλές υποκινήθηκαν απ’ τις αξεπέραστες ατάκες του και τις αντιδράσεις του σε διαφορετικές συνθήκες της ζωής μας. Θυμηθήκαμε περιστατικά, έτσι όπως πέρασε απ’ τη ζωή μας όχι ανεπαισθήτως αλλά απολύτως παρών, μια εμβληματική προσωπικότητα που θα ανακαλούμε για χρόνια κι εμείς και κυρίως το πολιτιστικό ρεπορτάζ. Ετσι ήταν κι η κηδεία του. Πάλι ο ίδιος έγινε αιτία να βρεθούμε τόσοι άνθρωποι, που κάποιοι χαθήκαμε με τα χρόνια, να θυμηθούμε στιγμές και να τον αποχαιρετήσουμε όπως του έπρεπε. Με ανθρώπινους όρους. Με αγκαλιές για όσα θα μας ενώνουν για πάντα. Με το γέλιο που γίνεται και κλάμα – κι αντιστρόφως.

Με τη βεβαιότητα ότι αν από κάπου μας έβλεπε θα χαίρεται γι’ αυτό το reunion των πιο αγαπημένων κι ευλογημένων στο επάγγελμα απ’ τον ίδιο, θα εκνευριζόταν όμως και που αναγκαστικά χθες βρέθηκε στο επίκεντρο τόσης προσοχής. Αλλά, αν μη τι άλλο, αυτό σήμαινε κι ότι ο δικός του κόσμος (κι όχι μόνον ο δημοσιογραφικός) αναγνώρισε το ανεξίτηλο αποτύπωμά του στη ζωή μας. Αυτά επισήμαναν και όσοι έκαναν τους επικήδειους.

Ομιλίες

Η πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ Μαρία Αντωνιάδου μίλησε αναλυτικά για τους σταθμούς της καριέρας του, με τελευταίο αυτόν στο Μορφωτικό Ιδρυμα της ΕΣΗΕΑ, και επισήμανε τη μεγάλη του προσφορά όχι μόνο στο θεσμικό επίπεδο αλλά και στο απλό ανθρώπινο. Ο Νίκος Κιάος (που μαζί με τον επίσης παρόντα Πέτρο Μανταίο είναι από τους τελευταίους της, μπαρουτοκαπνισμένης στους αριστερούς αγώνες, ένδοξης πρώτης γενιάς δημοσιογράφων της «Ελευθεροτυπίας», αφού έτυχε ο Γκιώνης να αναχωρήσει σχεδόν ταυτόχρονα με τον Αριστείδη Μανωλάκο και τον Γιώργο Βότση) ταξίδεψε στις δύσκολες εποχές, στα πρώτα βήματα που ο Γκιώνης πέρασε κι από το κοινοβουλευτικό ρεπορτάζ. Ο ομότιμος καθηγητής και πρωτοπόρος της Εργοφυσιολογίας στα Πανεπιστήμια Αθηνών και McGill Βασίλης Κλεισούρας μίλησε φορτισμένος για τον εσαεί στενό του φίλο.

Απ’ τα «παιδιά του» στην «Ελευθεροτυπία», ο Φώτης Απέργης αναφέρθηκε διεξοδικά στον «δάσκαλό» μας και την τύχη να μαθαίνεις από εκείνον. Και θα μίλαγαν κι άλλοι αγαπημένοι του γι’ αυτόν εάν ο ιερέας δεν ειδοποιούσε να συντομεύουμε λόγω της επόμενης κηδείας. Νομίζω πως αυτό θα έκανε τον Γκιώνη να γελάσει πολύ. Θα του άρεσε το αιφνίδιο φινάλε αυτής της τελετής και η συνέχειά της στο νεκροταφείο όπου με τον καφέ παρέες παρέες μπορούσαν να πουν για εκείνον τα λιγότερο επίσημα, τα πιο νόστιμα, τα πιο απελευθερωμένα, σαν κι εκείνα που θα έλεγε κι ο ίδιος αν μπορούσαμε να ξαναζήσουμε μαζί του έστω μια μέρα από εκείνες…

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI

Ενας αποχαιρετισμός…

Σωτήρης Μανιάτης

Τι να πρωτοπείς, αλήθεια, για τον Δημήτρη Γκιώνη; Με το φευγιό του κλείνει μια ολόκληρη εποχή φτιαγμένη από συναντήσεις με σπουδαίες προσωπικότητες, κείμενα και συνεντεύξεις, ιστορίες και βέβαια τις πιο απίθανες ατάκες του.

Δεν πρόκειται απλά για έναν σπουδαίο δημοσιογράφο. Εναν ξεχωριστό γραφιά, έναν συναρπαστικό συγγραφέα. Ετσι τον έβλεπα, αλλά για μένα πάνω απ’ όλα ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος. Δεν έχω γνωρίσει πιο γλυκό συνομιλητή, ακόμα κι όταν ήθελε να σε βάλει στη θέση σου. Κι αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αγρίευε. Ομως είχε τον δικό του τρόπο να σε κάνει να καταλάβεις το λάθος σου ή να σε επαναφέρει στην… τάξη.

Είχε κερδίσει τον απόλυτο σεβασμό μας. Ακόμα και στις πιθανές διαφωνίες μας υπήρχε ένα πλαίσιο ευγένειας και ορίων που δεν το ξεπερνούσαμε ποτέ. Και βέβαια ήταν αδύνατο να σου ζητήσει κάτι και να του αρνηθείς.

Μαζί με τη σύντροφό του, την αγαπημένη του Μαρία, μας μάζευαν συχνά στο σπίτι τους για τσιμπούσι και συζήτηση. Από τις πιο όμορφες και αξέχαστες στιγμές.

Κρασάκι, μπιρίτσα και κουβέντα για όλους και για όλα. Από την πολιτική και τον πολιτισμό μέχρι τα πιο προσωπικά ζητήματα. Και πράγματι περνούσαμε υπέροχα. Γνώριζε τα παιδιά μας και ήθελε να τα βλέπει συχνά. Χαιρόταν με τις ζαβολιές τους σαν μικρό παιδί κι εκείνος. Και μας ξεκαθάριζε πάντα: Μην έρθετε χωρίς τα κορίτσια, τη Μαργαρίτα και τη Ζωή…

Ζήλευα και ζηλεύω το αστείρευτο, πληθωρικό, κεραυνοβόλο χιούμορ του αλλά και τον τρόπο του, την έκφρασή του. Κάποτε του εξομολογήθηκα ότι σε φεστιβάλ κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, τις παλιές καλές εποχές, το έσκασα νωρίτερα από τη σκοτεινή αίθουσα γιατί δεν ήξερα τι να πω στον -αείμνηστο πλέον- αγαπημένο σκηνοθέτη. Μου απάντησε: «Είναι απλό: Θα λες… “δεν έχω λόγια, έμεινα άφωνος, με… λύγισες” κι άσε να καταλαβαίνει καθένας ό,τι θέλει…».

Ο κύριος Γκιώνης, έτσι συνηθίζαμε να τον προσφωνούμε, ήταν διακριτικός, σεμνός, ακέραιος, με λόγο λιτό, περιεκτικό, σχεδόν πάντα λακωνικός και με τη γνώση όλης της νεότερης ιστορίας του πολιτισμού.

Είχε την εκτίμηση του σιναφιού, κάτι όχι ιδιαίτερα εύκολο στον χώρο μας. Δεν το έπαιζε δάσκαλος, αν και ήταν με όλη τη σημασία της λέξης.

Πολλοί από εμάς διαμορφωθήκαμε δίπλα του.

Του χρωστάμε πολλά…

Προσωπικά ήμουν ακόμα πιο τυχερός από άλλους καθώς όταν δημιουργήσαμε την «Εφημερίδα των Συντακτών», σε δύσκολες εποχές, μας χάρισε απλόχερα την υπογραφή του, και μάλιστα αμισθί, για πάνω από μία δεκαετία.

Κι επειδή αν ήταν εδώ θα μου έριχνε τη γνωστή ματιά του για να μου δείξει ότι… πλατειάζω, θα κλείσω λέγοντας ότι μένει για πάντα στις καρδιές μας.

Καλό ταξίδι, κύριε Γκιώνη μας…