Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Διαβάζοντας το νέο βιβλίο του Ορχάν Παμούκ έχεις την αίσθηση ότι, περισσότερο από όλα τα άλλα του, ακόμα και από το «Ιστανμπούλ», είναι γραμμένο για μας τους Ελληνες. Οχι μόνο γιατί, όπως πάντα άλλωστε, ο Τούρκος νομπελίστας γεμίζει τις σελίδες τού «Κάτι παράξενο στο νου μου» με αναφορές στους Ελληνες της Πόλης. Τα σπίτια τους, τα μαγαζιά τους, τους διωγμούς και τις ταπεινώσεις τους.

Αλλά και γιατί η ιστορία του, ο κεντρικός ήρωας, το σόι και οι φίλοι του, οι παρανομίες τους και η καχυποψία τους προς το κράτος και αυτή η μαγική, πελώρια πόλη που ο Μεβλούτ, έτσι τον λένε, τριγυρνάει αδιάκοπα, σχεδόν ψυχαναγκαστικά, χρόνια και χρόνια, κυρίως τις νύχτες πουλώντας μποζά, ένα οθωμανικό αναψυκτικό, θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι κι αυτά δικά μας.

Τόσο δικά μας, που είμαι σίγουρη ότι η ελληνική μετάφραση θα είναι η πιστότερη (και ευκολότερη) από όλες. Υπάρχουν λέξεις, καταστάσεις, επαγγέλματα που η αγγλική, ας πούμε, γλώσσα θα νιώθει ότι ανήκουν γι’ αυτή σε άλλο κόσμο.

Το βιβλίο των 583 σελίδων κυκλοφορεί ήδη στα ελληνικά από την «Ωκεανίδα» σε μετάφραση της Στέλλας Βρεττού. Μπορούμε να το πάρουμε και να τρέξουμε να μας το υπογράψει ο ίδιος ο Παμούκ. Ο μεγάλος συγγραφέας ξανάρχεται στην Αθήνα, περίπου πέντε χρόνια μετά το προηγούμενο ταξίδι του.

Τότε είχε στις αποσκευές του το «Μουσείο της Αθωότητας», μια εξωφρενική και απαγορευμένη ερωτική ιστορία ανάμεσα σε έναν πάμπλουτο και αμερικανοσπουδαγμένο αστό και μια φτωχή καλλονή, μακρινή ξαδέλφη του.

Ερωτικά πάθη καθώς και μπόλικες «απαγωγές» υπάρχουν και στο «Κάτι παράξενο στο νου μου». Ο έρωτας α λα τουρκικά πάντα γοητεύει τον Παμούκ, όσο κι αν οι ηρωίδες του νέου του βιβλίου δεν είναι και τόσο εύκολες και υποταγμένες, όχι τουλάχιστον όλες.

Να μη χαλάσουμε, όμως, το σασπένς που υπάρχει σ’ αυτό το μεγαλειώδες, πολυφωνικό μυθιστόρημα. Ισως κάτι να πει και γι’ αυτό ο ίδιος την Πέμπτη στο Μέγαρο (7 μ.μ., αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη), όπου θα συνομιλήσει με τη δημοσιογράφο Εύη Κυριακοπούλου και στη συνέχεια θα απαντήσει σε ερωτήσεις του κοινού και θα υπογράψει βιβλία.

O Παμούκ είναι πολιτικοποιημένος και οπαδός του κοσμικού κράτους, χωρίς, όμως, να ικανοποιεί όλα τα κλισέ που έχουμε για τους δυτικοποιημένους Τούρκους. Ακριβώς το αντίθετο. Πώς αλλιώς θα έγραφε αυτά τα βαθιά τρυφερά βιβλία για τους Οθωμανούς μικρογράφους («Με λένε Κόκκινο») ή για τα κορίτσια που φοράνε μαντίλες («Χιόνι»); Σαν να υποκλίνεται στη γοητεία της παράδοσης, γιατί, απλούστατα, μπορεί να δώσει λίγη ευτυχία και ηρεμία στους ανθρώπους.

Τώρα μας έρχεται σε μια ιδιαίτερα ταραγμένη περίοδο για τη χώρα του με τις τόσες αντιφάσεις και διαμάχες (τρομοκρατία, προσφυγικό, κουρδικό, ISIS) και, φαντάζομαι, πολλές ερωτήσεις εκεί θα στραφούν.

Ομως η πρόσφατη ιστορία της Τουρκίας (από το 1957, χρονιά γέννησης του Μεβλούτ, μέχρι το 2012, που τελειώνει το βιβλίο) και κυρίως ο ρόλος που έπαιξε στο να εξελιχθεί η Κωνσταντινούπολη σ’ αυτόν τον τερατώδη, ασφυκτικό, εκτεταμένο, πήχτρα στο τσιμέντο οργανισμό των 14 εκατομμυρίων ψυχών είναι κι εδώ πανταχού παρούσα:

τα στρατιωτικά πραξικοπήματα, που τόσο αρέσκεται να περιγράφει, η καταπίεση Κούρδων και αριστερών, οι Γκρίζοι Λύκοι, η εμφάνιση των ισλαμιστών, αλλά κυρίως η μαζική εσωτερική μετανάστευση, που έφερε εκατομμύρια φτωχούς από μακρινά χωριά, για να γεννηθούν σταδιακά στους λόφους της πελώριοι οικισμοί αυθαιρέτων.

Και στο κέντρο όλων αυτών των αλλαγών ο καλός, εύπιστος, ρομαντικός, τίμιος Μεβλούτ. Φτάνει στην Κωνσταντινούπολη δώδεκα χρόνων και γίνεται πλανόδιος πωλητής γιαουρτιού, ρυζιού, παγωτού. Αποκτά, όμως, μια εξάρτηση. Οποια σταθερή δουλειά ημέρας και να καταφέρει να αποκτήσει, να θρέψει την οικογένειά του, δεν θα πάψει ποτέ τη νύχτα, ζαλωμένος, να φωνάζει «μποζάααας» στους έρημους δρόμους.

Γιατί έχει «κάτι παράξενο στο νου του». Γιατί «οι μεγάλες νυχτερινές του πεζοπορίες δεν ήταν πια μέρος της δουλειάς του μόνο, ήταν κάτι που ένιωθε την ανάγκη να κάνει. Οταν δεν έβγαινε να περιπλανηθεί στους δρόμους τη νύχτα, οι σκέψεις του και η φαντασία του έχαναν τη δύναμή τους».

Λέγαμε ότι το «Iστανμπούλ» του Παμούκ μάς έμαθε να σεβόμαστε και να αγαπάμε μιαν άλλη Πόλη, τουρκική και ανατολίτικη. Δεν την είχαμε ακόμα όμως περπατήσει νύχτα παρέα με τον Μεβλούτ.

Info:

Είσοδος ελεύθερη με δελτία προτεραιότητας, η διανομή των οποίων θα αρχίσει στις 5.30 μ.μ. Θα υπάρχει ταυτόχρονη μετάφραση από τα αγγλικά.