Είναι πολιτικό θέμα που επαναφέρει με καλλιτεχνική αφορμή την προαιώνια έχθρα των Βάσκων και της περιφερειακής κυβέρνησης της Μαδρίτης, παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση Σάντσεθ, στηριζόμενη ως γνωστόν και στις ψήφους των βασκικών κομμάτων, έχει φροντίσει τα δύο μέτωπα να διάγουν μία από τις φιλειρηνικότερες περιόδους τους; Ή είναι αμιγώς θέμα ασφάλειας και έχουν δίκιο όσοι, μαζί και το υπουργείο Πολιτισμού της Ισπανίας, επιμένουν ότι μια ενδεχόμενη μεταφορά της «Γκερνίκα» στο Μπιλμπάο θα έβαζε το αριστούργημα του Πικάσο σε κίνδυνο; Οπως και να ‘χει εδώ και δέκα μέρες τουλάχιστον το ζήτημα που προέκυψε μετά το αίτημα της Χώρας των Βάσκων για δανεισμό της «Γκερνίκα» το 2027, όχι μόνο παραμένει ανοιχτό, αλλά γίνεται αιτία να βαθαίνει το ρήγμα της διαφωνίας. Το οποίο προφανώς θα παραμείνει ανοιχτό μέχρι του χρόνου τον Απρίλιο όταν θα συμπληρωθούν ακριβώς 90 χρόνια από τον βομβαρδισμό της μικρής βασκικής κωμόπολης Γκερνίκα και τη θηριωδία που ενέπνευσε τον Πικάσο.
Προσωρινή φιλοξενία
Η Χώρα των Βάσκων αιτήθηκε λοιπόν ως γνωστόν την προσωρινή φιλοξενία του περίφημου πίνακα στο Μουσείο Γκουγκενχάιμ του Μπιλμπάο με αφορμή την 90ή επέτειο από τον βομβαρδισμό της μικρής βασκικής πόλης το απόγευμα της 26ης Απριλίου 1937 από Γερμανούς και Ιταλούς εθελοντές αεροπόρους, που συνεργάζονταν με τους εθνικιστές του στρατηγού Φράνκο κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου (1936-1939):
«Την άνοιξη του 1937», διαβάζουμε συνοπτικά την ιστορία στο «Σαν Σήμερα», «οι εθνικιστές του Φράνκο, έχοντας υπό τον έλεγχό τους το μεγαλύτερο μέρος της Ισπανίας, θέλησαν να διασφαλίσουν την κυριαρχία τους και στον Βορρά με την κατάληψη του Μπιλμπάο, της μεγαλύτερης πόλης των ανυπότακτων Βάσκων, που συνεργάζονταν με τη δημοκρατική κυβέρνηση της Μαδρίτης. Το μεγαλύτερο εμπόδιο ήταν η Γκερνίκα, που βρισκόταν σε στρατηγικό σημείο στον δρόμο για το Μπιλμπάο. Η Γκερνίκα, στην οποία ζούσαν 5.000 άνθρωποι αλλά και χιλιάδες Δημοκρατικοί πρόσφυγες, ήταν σημαντική πόλη για τους Βάσκους, γιατί κάτω από μια βελανιδιά (σ.σ. την περίφημη Gernikako Arbola) στο κέντρο της πόλης συνήθιζε να συνεδριάζει η Βουλή τους.
Η εντολή για τον βομβαρδισμό της Γκερνίκα δόθηκε από τους φρανκιστές στον αντισμήναρχο Βόλφραμ Φράιχερ φον Ριχτχόφεν, που ήταν επικεφαλής των Γερμανών εθελοντών οι οποίοι είχαν συγκροτήσει τη «Λεγεώνα Κόνδωρ». […] Στην επιχείρηση που σχεδίασε ο Ριχτχόφεν θα έπαιρναν μέρος 20 γερμανικά μαχητικά και 3 ιταλικά, τα οποία αποτελούσαν τμήμα του ιταλικού εθελοντικού σώματος που είχε στείλει ο Μουσολίνι για την υποστήριξη του ομοϊδεάτη του Φράνκο. Τα αεροπλάνα θα επιχειρούσαν πέντε κύματα επιθέσεων, πρώτα στα περίχωρα και στη συνέχεια μέσα στην πόλη με βόμβες των 250 και 50 κιλών και εμπρηστικές του ενός κιλού.
Η Επιχείρηση Επίπληξη (Operation Rugen), όπως ήταν η κωδική της ονομασία, πραγματοποιήθηκε από τις 4.30 το απόγευμα έως τις 7. Ηταν κυριολεκτικά ένας περίπατος για τους πιλότους, καθώς η πόλη ήταν ανοχύρωτη. Οι βομβαρδισμοί ήταν καταιγιστικοί και ανηλεείς, με αποτέλεσμα η πόλη σχεδόν να ισοπεδωθεί και από τις μεγάλες πυρκαγιές που ακολούθησαν. Τα θύματα από τους βομβαρδισμούς ανήλθαν σε 1.654 νεκρούς και 889 τραυματίες, σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσαν οι Αρχές – αν και πρόσφατες έρευνες μειώνουν τον αριθμό των νεκρών το πολύ στους 300».
Αυτό ήταν το γεγονός που συγκλόνισε τον Πικάσο, ο οποίος την ίδια εποχή ήταν ο αποδέκτης παραγγελίας της Δημοκρατικής Κυβέρνησης της Μαδρίτης να φιλοτεχνήσει το έργο που θα κοσμούσε το Ισπανικό Περίπτερο στη Διεθνή Εκθεση των Παρισίων. Η είδηση για την ισοπέδωση της Γκερνίκα τον έκανε να συλλάβει την ιδέα γι’ αυτή την τεράστια ελαιογραφία (3,49×7,77 μ.), που σε τόνους μόνο του άσπρου, του μαύρου και του γκρι αναπαριστά το απόλυτο σκηνικό θανάτου και τη φρίκη του πολέμου. Ο πίνακας εκτέθηκε τον Ιούλιο του 1937 στο Παρίσι και έκανε πάταγο. Στη συνέχεια περιόδευσε στις ΗΠΑ αλλά στη Βραζιλία (1953-1956). Το 1957 κατέληξε στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης (ΜΟΜΑ).
Εξουσιοδότηση
Το 1968 ο Φράνκο εξέφρασε την επιθυμία να εκτεθεί ο πίνακας στην Ισπανία. Ο Πικάσο αρνήθηκε και εξουσιοδότησε το ΜΟΜΑ να επιστρέψει τον πίνακα στην Ισπανία μόνο όταν αποκατασταθεί η δημοκρατία. Ετσι το 1975, όταν ο Φράνκο πέθανε, δύο χρόνια μετά τον Πικάσο, άρχισε η διαπραγμάτευση για την επιστροφή του αριστουργήματος στην πατρίδα που το ενέπνευσε. Το 1981 η «Γκερνίκα» επέστρεψε καταρχάς στο Πράδο, όπου παρέμεινε μέχρι το 1992 όταν μεταφέρθηκε στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης «Βασίλισσα Σοφία» στο οποίο και παραμένει έκτοτε. Στη Μαδρίτη πάντα…
Αιτήματα για τον δανεισμό και την έκθεση του έργου στη Χώρα των Βάσκων είχαν υπάρξει και στο παρελθόν. Ποτέ πριν όμως με τόση επιμονή όση τώρα – ίσως γιατί η πίεση των Βάσκων προς την κυβέρνηση Σάντσεθ έχει άλλου είδους βαρύτητα αυτό τον καιρό. Γι’ αυτό και οι βασκικές πιέσεις εντείνονται, παρότι ήδη από τις 7 Απριλίου ο υπουργός Πολιτισμού Ernest Urtasun είχε ξεκαθαρίσει στην ισπανική Βουλή ότι ο δανεισμός και η μετακίνηση του έργου αποκλείεται. «Σ’ αυτές τις περιπτώσεις οφείλουμε να λαμβάνουμε υπ’ όψιν την άποψη των ειδικών που προειδοποιούν εναντίον κάθε ενδεχόμενου μεταφοράς του έργου: θα ήταν εξαιρετικά παρακινδυνευμένο» δήλωσε, επικαλούμενος έκθεση των συντηρητών του «Reina Sofia» σύμφωνα με την οποία ήδη σε κάποια σημεία της ζωγραφικής επιφάνειας έχουν εντοπιστεί μικρορωγμές. Αυτές κατά τον Ισπανό υπουργό Πολιτισμού σε περίπτωση μεταφοράς θα μπορούσαν να προκαλέσουν ακόμα και «αποκόλληση του χρωματικού στρώματος, καθώς και σκισίματα».
Η βασκική πλευρά πάλι δεν πείθεται από αυτά τα επιχειρήματα. Τα αντιμετωπίζει με εξαιρετική επιφυλακτικότητα. Και επαναφέρει αυτούσιο το αίτημά της, επιμένοντας ότι για τα 90 χρόνια από τον βομβαρδισμό της Γκερνίκα θα ήταν μείζον ιστορικό γεγονός η επιστροφή, έστω και για λίγους μήνες, του πιο αναγνωρίσιμου ζωγραφικού αντιπολεμικού συμβόλου στον τόπο του.
O Iμανόλ Πραντάλες μάλιστα, πρόεδρος της Περιφερειακής Κυβέρνησης της Χώρας των Βάσκων, προχώρησε και ένα βήμα πιο πέρα, προειδοποιώντας ότι η απόρριψη του αιτήματός τους θα ήταν ένα «σοβαρό πολιτικό λάθος». Αν συνυπολογίσουμε ότι η κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ εξαρτά την πολιτική της επιβίωση και από το Βασκικό Εθνικιστικό Κόμμα στο οποίο προεδρεύει ο Πραντάλες (καθώς και από το έτερο βασκικό EH Bildu), η προειδοποίηση αυτή παίρνει ανησυχητικές διαστάσεις. Θα αποδειχτεί η «Γκερνίκα» ρυθμιστικός παράγοντας της επιβίωσης της κυβέρνησης Σάντσεθ; Ιδωμεν…
