ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ναταλί Χατζηαντωνίου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Από το πρώτο του δημοσιευμένο κείμενο, το ποίημα «Χιονισμένο γιασεμί», το 1949, στη «Μακεδονία», έως το τελευταίο, το άρθρο «Το “Ζ” ως σύμβολο της ειρήνης», το 2022, στην «Καθημερινή». Από το «Ζ» έως το «Κ». Από την Κάλλας έως τον Καζαντζίδη. Από τον Αντρέ Ζιντ έως τον Θεοτοκά και τον Μυριβήλη. Από τον Ζακ Λανγκ έως τον Παπανδρέου και τον Τσίπρα. Από την ΕΡΤ ώς την UNESCO και την Ευρωβουλή. Παραμένοντας μέχρι τέλους γραφιάς, με διττό ρόλο, του λογοτέχνη και του δημοσιογράφου, αλλά και με τα «σύνορα» ανάμεσα στις δύο ιδιότητες συχνά δυσδιάκριτα, ο Βασίλης Βασιλικός ήταν μια εξαιρετικά πολυδιάστατη και «περιεκτική» προσωπικότητα. Δύσκολο έργο να την περικλείσεις ακόμα και στις δυόμισι ώρες ενός μεγάλου αφιερώματος όπως αυτό που διοργάνωσε το Μορφωτικό Ιδρυμα της ΕΣΗΕΑ με αφορμή τον έναν χρόνο από τον θάνατό του (30/11/2023) και τίτλο «Βασίλης Βασιλικός, η ζωή και το αποτύπωμά του».

Κι αν έγινε χθες το βράδυ εφικτός ο στόχος, ήταν γιατί οι διοργανωτές και ως συντονίστρια η δημοσιογράφος Αλεξία Κουλούρη, μέλος του Δ.Σ. του Μορφωτικού, σκέφτηκαν να απευθυνθούν σε διαφορετικούς ανθρώπους και καθένας να αναλάβει να φωτίσει μια άλλη πλευρά του Βασιλικού – όπως τον γνώρισε. Ετσι, από τους «συναγωνιστές» του στο πεδίο της πολιτικής, Αλέξη Τσίπρα και Νίκο Βούτση, από τους ομοτέχνους του, Μάρω Δούκα και Αρη Μαραγκόπουλο, έως τον καθηγητή Φιλολογίας Θανάση Αγάθο και από τη σύντροφο της ζωής του, Βάσω Παπαντωνίου, έως τον εσαεί φίλο του και δημιουργό της κινηματογραφικής εκδοχής του «Ζ», Κώστα Γαβρά (μαγνητοσκοπημένο), οι τόσες περιγραφές, απολογισμοί, στιγμιότυπα, επισημάνσεις συνέκλιναν στο όλον. Σε ένα πρόσωπο που κατόρθωσε ό,τι έβαλε στοίχημα με τον εαυτό του εξαρχής: να προσπορίζεται χωρίς υποχωρήσεις αποκλειστικά από την πένα του και να υπάρχει στον δημόσιο βίο υποστηρίζοντας μέχρι τέλους τη «δημόσια εικόνα του λογοτέχνη-διαμορφωτή συνειδήσεων», όπως επισήμανε ο Θ. Αγάθος.

Δεν είναι τυχαίο βέβαια ότι στη συνέντευξη που παραχώρησε στην Κουλούρη ο Κώστας Γαβράς, αφού ανέτρεξε στα γεγονότα που οδήγησαν στη δημιουργία του «Ζ», εξομολογήθηκε πως, έναν χρόνο μετά, ό,τι του λείπει περισσότερο είναι, στα τακτικότατα τηλεφωνήματά τους, «τα νέα της Ελλάδας, με λεπτομέρειες και ακριβείς αναλύσεις για τις πολιτικές και καλλιτεχνικές εξελίξεις. Πίστευα περισσότερο απ’ όλους στην τιμιότητα, χωρίς παρεμβάσεις, του Βασίλη», εξομολογήθηκε ο Γαβράς γ’ αυτή του τη διπλή απώλεια του φίλου και των ειδήσεων-γέφυρα με την πατρίδα του. Τα άλλα που πέρασαν από τον λόγο του ξανάφτιαξαν την εικόνα τους μαζί στην Πιάτσα ντι Σπάνια, να συζητούν για τη χούντα στην Ελλάδα αλλά και για την παραχώρηση των δικαιωμάτων του «Ζ», τα κινηματογραφικά γυρίσματα, την έλλειψη πόρων και σε αντιδιαστολή, την άμεση ανταπόκριση με ελάχιστα χρήματα των Τρεντινιάν και Ιβ Μοντάν υπέρ μιας ταινίας που ξεκίνησε με ταπεινές προσδοκίες και έγινε διαχρονικό σημείο αναφοράς, διεθνοποιώντας τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη και χρίζοντάς τον διεθνές σύμβολο στον αγώνα για δημοκρατία.

Το έργο του Βασιλικού λειτούργησε συχνά τρισυπόστατα (στο ιστορικό παρόν, στο μέλλον και στον συμβολισμό του) κι αυτό υπαινίχθηκε και ο πρώην πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξης Τσίπρας, στο βιντεοσκοπημένο του μήνυμα. Τα λόγια του Τσίπρα -όπως αργότερα και του Βούτση- δεν είχαν ίχνος από τις άλλοτε διεκπεραιωτικές «ξύλινες» διαπιστώσεις στις οποίες καταφεύγουν οι πολιτικοί – και όχι μόνον. «Είχα την τύχη να τον γνωρίσω από κοντά στο τέλος της κυβερνητικής θητείας του ΣΥΡΙΖΑ, όταν του πρότεινα να γίνει βουλευτής Επικρατείας. Ανταποκρίθηκε, προς μεγάλη μου έκπληξη, με μια αγωνία όμως για το αν θα καταφέρει να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του. Ωστόσο, υπήρξε εξαιρετικά επιμελής βουλευτής. (…) Πάντοτε είχε ένα ιδιαίτερα εύστοχο σχόλιο. Μετά από κάθε συνεδρίαση συζητούσαμε για να μου πει τη γνώμη του, πώς είδε τη συνεδρίαση, πώς αντιλαμβανόταν τις πολιτικές εξελίξεις, και είχε πάντοτε ένα πολύ εύστοχο σχόλιο να κάνει.

»Θέλω να κρατήσω μια φράση του, που μου έρχεται πολύ συχνά στο μυαλό, ιδίως τα τελευταία δίσεκτα χρόνια, που πολλές φορές δείχνουμε να βαδίζουμε δίχως πυξίδα: “Κανένας βηματισμός δεν χάνεται όσο συνεχίζουμε να βαδίζουμε”.

Πιστεύω ότι ο καλύτερος φόρος τιμής στον Βασιλικό είναι αυτό ακριβώς: Παρά τις δυσκολίες, να συνεχίσουμε να βαδίζουμε», τόνισε ο Αλ. Τσίπρας.

«Συνδιαμορφωτή των ορίων της όχθης της 50ετούς μας Ιστορίας» τον χαρακτήρισε ο πρώην πρόεδρος της Βουλής, Νίκος Βούτσης, που έκανε βαθιές πολιτικές επισημάνσεις για την επιδραστικότητα της σκέψης του Βασιλικού. «Η σιωπή δεν θα του ταίριαζε» στις προσπάθειες αναθεωρητισμού της Ιστορίας μας, στον διογκούμενο κίνδυνο της Ακροδεξιάς, στην παλαιστινιακή γενοκτονία, στην ενθάρρυνση των νέων διανοητών, επισήμανε ο Ν. Βούτσης, συνεχίζοντας όχι με όσα θα μπορούσε να κάνει ο Βασιλικός, αλλά με όσα έκανε: την πίστη του σε ένα «πολυκομματικό αριστερό μέτωπο στην κυβέρνηση Μητσοτάκη», τη σύνταξή του υπέρ των αδειών του Κουφοντίνα, τις ειλικρινείς αποτιμήσεις (χωρίς να κρύβει τις προσωπικές του διαψεύσεις) προσωπικοτήτων όπως ο Ανδρέας Παπανδρέου και ο Μίκης, τις τελευταίες του δημόσιες εξομολογήσεις («νιώθω αδυναμία απέναντι στις αργυρώνητες οικογένειες») και προβλέψεις: «Μπαίνουμε σε μια περίοδο με πολύ λιγότερο φως – για να μην πω με σκοτάδι».

Η Μάρω Δούκα θυμήθηκε τον εαυτό της, φοιτήτρια, φθινόπωρο του ’66, να τη βρίσκει η φήμη «του νεαρού με το δερμάτινο σακάκι», και αφηγήθηκε πώς παρακολούθησε έκτοτε τα βήματά του. Την ικανότητα να μετακινηθεί από την εμβληματική (όσο και συντριπτική) Γενιά του ’30 προς τη λογοτεχνία των Κουμανταρέα, Βαλτινού, Αμπατζόγλου, την «τόλμη του να βιοπορίζεται με τον μόχθο της συγγραφής», το γεγονός ότι «ποτέ δεν τσιγκουνεύτηκε την καλή κουβέντα στους νέους συγγραφείς», την αξία της τηλεοπτικής του εκπομπής («Αξιον Εστί»). Κι ακόμα δύο επισημάνσεις της κορυφαίας πεζογράφου: «Παραμένει υπό εκκρεμότητα η κριτική τοποθέτηση του έργου του στην ιστορία της Λογοτεχνίας» και «ό,τι του οφείλουμε είναι να διαβάζουμε τα βιβλία του».

Ομότεχνός του, εκδότης («Τόπος») και φίλος, ο Αρης Μαραγκόπουλος κατάφερε δύσκολα να τιθασεύσει τη συναισθηματική του φόρτιση για να κωδικοποιήσει μερικά από τα βασικά λογοτεχνικά του χαρακτηριστικά: α) «Τα βιβλία του γράφτηκαν “τότε” αλλά πραγματεύτηκαν προβλήματα τού σήμερα», β) «έγραφε πάντα κόντρα στην εποχή του – που δεν τη χάιδευε», γ) «ήταν παιγνιώδης με επίγευση “μία μελαγχολία για τη ματαιότητα των πραγμάτων”», δ) «η διδακτική του πλευρά σε έκανε να αναστοχαστείς τη θέση σου στη νεοελληνική πραγματικότητα», ε) «είναι λαϊκός συγγραφέας με την κινηματογραφική έννοια: “μοντάρει” συνέχεια το γραπτό του». Η τελευταία αναφορά του Μαραγκόπουλου ήταν στη –λιγότερο γνωστή– ποίηση του Βασιλικού κι από εκεί ένας στίχος έκανε και τον ίδιο και άλλους να «λυγίσουν»: «(..) πάντα οι αριστεροί έχουν τα όμορφα τραγούδια/οι άλλοι έχουν τα όμορφα τανκς».

Η σύντροφός του Βασιλικού, Βάσω Παπαντωνίου, ταξίδεψε στην κοινή τους ζωή αναφέροντας πόσους αγαπούσε κι αργότερα απογοητεύτηκε (Α. Παπανδρέου, Θ. Πάγκαλος), ή όχι (Αλ. Παναγούλης, Ν. Κούνδουρος), και θύμισε το έργο του στην ΕΡΤ ή και στην UNESCO, όταν οραματίστηκε μαζί με τον Λανγκ ένα Γαλλοελληνικό Σχολείο, αλλά η δημιουργία του προσέκρουσε στον κοντόφθαλμο τότε Ελληνα πρέσβη.