Πριν από 51 χρόνια έλαβε χώρα μια απρόσμενη συνάντηση κορυφής ανάμεσα σε δύο ιερά τέρατα του αστυνομικού μυθιστορήματος, τον Ιαν Φλέμινγκ και τον Ζορζ Σιμενόν. Ο διάσημος Αγγλος συγγραφέας επισκέφτηκε τον εξίσου διάσημο Βέλγο συνάδελφό του στον πύργο του Εσαντάν, στην Ελβετία, όπου είχαν την ευκαιρία να συζητήσουν, με αφορμή τους δύο θρυλικούς ήρωές τους, Τζέιμς Μποντ και Ζιλ Μεγκρέ, για όσα τους ένωναν και όσα τους χώριζαν.
Το σκηνικό είναι μυθιστορηματικό. Ο 55χρονος τότε Φλέμινγκ καταφτάνει με ένα πολυτελές, γρήγορο Avanti στον επιβλητικό πύργο. Με γκρίζο αθλητικό πουκάμισο και μαύρη ζακέτα μοιάζει με τον Μποντ σε διακοπές. Ο 60άρης Σιμενόν φοράει λευκό πουκάμισο και κάθεται αναπαυτικά στο γραφείο του, με τις οικογενειακές φωτογραφίες και έναν πίνακα του Λεζέ στους τοίχους. Κοντά του βρίσκεται η Ντενίζ, η Γαλλοκαναδή σύζυγός του, και ο Αγγλος δημοσιογράφος Γκόρντον Γιανγκ, που κανόνισε τη συνάντηση και μαγνητοφώνησε τη συζήτηση (πρωτοδημοσιεύτηκε στη Le Figaro το 1964).
Τι ακριβώς ειπώθηκε ανάμεσα στους δύο θρυλικούς συγγραφείς του 20ού αιώνα; Μας το αποκαλύπτει το ολιγοσέλιδο βιβλιαράκι «Μποντ εναντίον Μαιγκρέ», που μόλις κυκλοφόρησε από την «Αγρα», σε μετάφραση Μαρίας Αγγελίδου. Αριστοκρατικός, γενναιόδωρος, ο Φλέμινγκ σπεύδει να δηλώσει ότι έχει διαβάσει κάπου 50 έργα του Σιμενόν και εκφράζει τον θαυμασμό του: «Πιστεύω ότι σε εκατό χρόνια θα είστε ένας από τους μεγάλους Γάλλους κλασικούς». Η απάντηση που παίρνει από τον κάπως κουρασμένο, κυνικό Σιμενόν είναι χαρακτηριστική: «Ειλικρινά σας λέω, αυτό ποσώς με ενδιαφέρει, μιας και δεν θα υπάρχω πια».
«Τα βιβλία σας είναι όλα μυθιστορήματα αγωνίας», συνεχίζει ο Φλέμινγκ «ενώ εγώ γράφω κάτι εντελώς διαφορετικό: θρίλερ, που είναι όλο δράση και καθόλου ψυχολογία». Ο Σιμενόν του απαντά: «Ξέρω τι γράφετε, μα για να είμαι ειλικρινής δεν σας έχω διαβάσει ποτέ, απλώς και μόνο επειδή στα 25 μου χρόνια αποφάσισα ότι δεν θα ξαναδιαβάσω μυθιστόρημα (…) Τα βιβλία σας τα γνωρίζω από τις κριτικές, γι’ αυτό και σας ξέρω».
Ο Φλέμινγκ εμπλέκεται περισσότερο στις εκδόσεις βιβλίων του, καθώς δίνει σημασία στα εξώφυλλα, επιτρέπει στους επιμελητές να κάνουν διορθώσεις. Αντιθέτως ο Σιμενόν τονίζει: «Οταν τελειώνω το γράψιμο ενός βιβλίου, δεν ασχολούμαι πια μαζί του. Εμένα μου φαίνονται άθλια τα βιβλία μου, όταν τα ξαναδιαβάζω. Τα βρίσκω αδιάφορα, σκέφτομαι ότι κανείς δεν θέλει να διαβάσει αυτά τα βαρετά, ανούσια κι ανόητα πράγματα που γράφω». Ούτε τις ταινίες τους βλέπει.
Και οι δύο επισημαίνουν τη διακριτική στάση των συζύγων τους, οι οποίες διαβάζουν τα κείμενά τους χωρίς να τα σχολιάζουν. Δίνουν επίσης έμφαση στο στιλ και στον ρυθμό των έργων τους, τα οποία δεν είναι αυτοβιογραφικά, «αλλά για έναν συγγραφέα όλα είναι εμπειρία. Κάθε δευτερόλεπτο που ζει», τονίζει ο Σιμενόν. Αγαπούν αυτό που κάνουν, όμως δεν έχουν φιλοδοξία να γράψουν «ένα σπουδαίο μυθιστόρημα σαν το “Πόλεμος και ειρήνη”».
Στη συζήτηση φαίνεται πως προσπαθούν να κρατήσουν τους δημοφιλείς ήρωές τους αγέραστους, τον Μποντ 35άρη, τον Μεγκρέ 45άρη. Ο Φλέμινγκ εμφανίζεται εξαρτημένος από τον 007. «Οταν τελειώσω με τον Τζέιμς Μποντ, νομίζω πως θα σταματήσω το γράψιμο. Εχω κουραστεί άλλωστε». Ο συνομιλητής του όμως θέλει να ξεφύγει από τον επιθεωρητή του. «Εγώ δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς να γράφω», λέει ο Σιμενόν. «Δεν είμαι φιλόδοξος, αλλά πιστεύω ότι με κάθε βιβλίο μαθαίνω κάτι καινούργιο, ότι φτάνω λίγο πιο μακριά. Το θέμα είναι να έχω σε κάθε βιβλίο μια ιστορία λιγότερο φανταστική, λιγότερο περιπετειώδη, με λιγότερες συμβατικές ιδέες -κι αντίθετα να προχωρώ λίγο πιο βαθιά κάτω από το δέρμα των ανθρώπων».
Επίσης, ο Φλέμινγκ καταρρίπτει δύο τζεϊμσμποντικούς μύθους. Για τους «κακούς Ρώσους» δηλώνει: «Εχω ήδη τέσσερις-πέντε υπέροχους Ρώσους κακούς στα βιβλία μου. Νομίζω, όμως, ότι πρέπει να υπογράψουμε ειρήνη με τη Ρωσία». Και για τις ωραίες γυναίκες: «Αντί να φτιάχνω υπερβολικά όμορφες τις ηρωίδες μου, προσπαθώ πάντα να τις προικίζω με μια ιδιαιτερότητα -μια ανεπαίσθητη αναπηρία στο βάδισμα ας πούμε, για να δείχνουν πιο πραγματικές. Διότι στην πραγματικότητα καμία γυναίκα δεν είναι τέλεια».
