▪ «Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται». Ημουν ακόμα μαθητής της Δραματικής Σχολής του Μακεδονικού Ωδείου Θεσσαλονίκης με δασκάλα την Αγγελική Τριανταφυλλίδη και κατέβηκα να πάρω την άδειά μου. Στη Θεσσαλονίκη όμως υπηρετούσε ο Γιώργος Λαζαρίδης στην ΥΕΝΕΔ. (…) Ο πατέρας του είχε κινηματογραφικό γραφείο. Για να με βοηθήσει οικονομικά με έβαλε και έπαιξα σε μια ταινία. Η πρώτη μου επαφή με τον κινηματογράφο ήταν στην ταινία «Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται» με τους Πέτρο Κυριακό, Σάσα Ντάριο, Γιώργο Καμπανέλλη. (…) Ηταν η πρώτη μου επαφή με τον ελληνικό κινηματογράφο, εν έτει 1953. Μάλιστα, θυμάμαι έπαιζε ο κινηματογράφος «Διονύσια» στη Θεσσαλονίκη την ταινία αυτή και εγώ πήγαινα απ’ έξω και καθόμουν και έβλεπα τις φωτογραφίες, γιατί είχα μια φωτογραφία απ’ έξω στο ταμπλό όπου χορεύω δίπλα στον Κυριακό.

▪ «Κατήφορος». Με τον Γιάννη Δαλιανίδη πάντα κάναμε παρέα. Κάνει κάποιες ταινίες στον Φίνο και έχει το σενάριο για τον «Κατήφορο» και μας το διαβάζει κι εγώ ντρέπομαι να του πω ότι μου αρέσει αυτός ο ρόλος. Και πώς μπήκα στον «Κατήφορο»; Εψαχναν να βρουν έναν εραστή, να βάλουν να παίξει τον ρόλο που έπαιξε ο Κούρκουλος τελικά. Και δεν τον βρίσκανε, βρίσκανε νεαρότερα παιδιά. Και για τον ρόλο του Μπίσμπιρα που έπαιξα εγώ τελικά βρίσκανε άλλους ηθοποιούς. Τον Νίκο Φιλιππόπουλο, που μικροέδειχνε, άλλους… Κι όταν καταλήξανε στον Κούρκουλο, τότε ο Γιάννης μου το είπε μόνος του: «Θα σε βάλω να παίξεις τον Μπίσμπιρα». Αυτή ήταν η πρώτη μου ταινία με μεγάλο ρόλο και με επιτυχημένη παρουσία.

▪ Φίνος. Νιώθαμε ασφαλείς γιατί είχαμε τον Φίνο πίσω μας… Θυμάμαι μία φορά κάναμε ένα γύρισμα κάπου μακριά και δεν μπορούσε ο Φίνος να βλέπει και όταν γυρίσαμε και το είδε, είπε να το ξανακάνουμε. Γυρίσματα κάποιων ημερών τα πέταξε για να τα ξαναγυρίσουμε. Δεν λογάριαζε το χρήμα ο Φίνος, ούτε τον χρόνο και τον κόπο. Εκεί υπήρχε μια ασφάλεια. Λίγο ζούσαμε σαν σταρ με την έννοια ότι μας περιποιόντουσαν πάρα πολύ, μας πρόσεχαν πάρα πολύ, δεν είχαμε το άγχος της βιασύνης, γυρίζαμε με πάρα πολλή άνεση, υπήρχε αλληλοσεβασμός.

▪ Το σινάφι. Ξέρεις κάτι, για να γίνεις πρέπει να σε παραδεχτεί πρώτα το σινάφι σου. Κι όχι το κοινό. Μπορεί να σε παραδεχτεί το κοινό, αν δεν σε παραδεχτεί το σινάφι σου δεν προχωράς. Μπορεί το κοινό να λέει «ναι», αλλά αν δεν σε παραδεχτεί το σινάφι σου, θα φας τα μούτρα σου κάποια στιγμή, δεν θα προχωρήσεις. Ενώ αν πουν «ναι, αυτός αξίζει», παραμερίζουν να περάσεις. Το έζησα με Βλαχοπούλου, Χατζηχρήστο, Ηλιόπουλο, με πολύ κόσμο…

▪ Οι τεχνικοί. Εμένα ο πρώτος μου θεατής ήταν ο τεχνικός. Αν γέλαγε ο τεχνικός, πήγαινε καλά όντως. Ο τεχνικός, παρότι ήταν εκεί μέσα, κορεσμένος από κωμωδίες, διατηρούσε την αγνότητα του πρώτου θεατή. Θα μπορούσε να είναι στερεμένος θεατής, αλλά δεν ήταν. Και μου λέγανε αν γελάγανε ή αν δεν ήταν καλό. Ηταν ένα κριτήριο γιατί ήταν ένα κοινό, όπως ακριβώς το κοινό που θα έβλεπε τις ταινίες μας.

▪ Χρηματιστήριο. Εκανα και την εξής πονηριά. Πήγαινα στο γραφείο εκμετάλλευσης που ήταν στην πλατεία Κάνιγγος και καθόμουν σε μια άκρη και μπαίνανε μέσα οι αιθουσάρχες, δηλαδή αυτοί που είχαν σινεμά στην Αθήνα και σε όλη την Ελλάδα και άκουγα το χρηματιστήριο. Ηταν χρηματιστήριο εκεί πέρα. Ελεγαν τι ταινίες θέλουν, θέλω ταινία με τον Βουτσά, κι αυτό ανέβαζε το κασέ μου. Εγώ έκανα πολλά λεφτά από τις ταινίες.

Υπήρχε εποχή που έπαιρνα 250.000 που ήταν πολλά λεφτά για την ταινία. Και μετά πήρα 350.000 στον Καραγιάννη-Καρατζόπουλο (…). Μάλιστα, όταν πήγα στον Καραγιάννη κάποια στιγμή απογοητεύτηκα, στεναχωρήθηκα πάρα πολύ. Ηταν τεράστια η διαφορά του τρόπου γυρίσματος των ταινιών. Ειδα μια προχειρότητα που είχε ο Καραγιάννης σε σχέση με τον Φίνο όπου ήταν όλα τέλεια. Αλλά καταλαβαίνεις… ήταν η εποχή μου αυτή.

▪ Μάρθα Καραγιάννη. Με τη Μάρθα είμαστε φίλοι πάρα πολλά χρόνια. Από το θέατρο ακόμη, που ήταν κοριτσάκι μικρό. Μας την έφεραν στη Θεσσαλονίκη ως χορεύτρια κι ήταν μια κούκλα, μια θεά. Ηταν πολύ καλή χορεύτρια. Ενα πλάσμα θεϊκό. Ε, κοριτσάκι, ανήσυχο, καταλαβαίνεις, παίζαμε μαζί και μετά συναντηθήκαμε στον κινηματογράφο, με τον Γιάννη Δαλιανίδη. Δέσιμο πολύ. Ηταν από τις ηθοποιούς που βοηθούν τους σκηνοθέτες. Ολοι εμείς έτσι ήμασταν, ήμασταν καλά εργαλεία στα χέρια του σκηνοθέτη, κάναμε αυτό που θέλανε, φτιάχναμε καλά το έργο.

▪ Τόνι Κέρτις. Ενα αστείο περιστατικό είχε συμβεί όταν είχαμε πάει με τον «Ερωτα του Οδυσσέα» στο Φεστιβάλ των Κανών. Βρεθήκαμε μπροστά στο μεγάλο κόκκινο χαλί, αυτό που βλέπουμε στις ειδήσεις, που παρελαύνουν όλα τα αστέρια και οι σπουδαίοι του σινεμά, και να με κι εγώ εκεί και ξαφνικά κάνω έτσι και βλέπω τον Τόνι Κέρτις. Τον πλησιάζω κι αρχίζω να του μιλάω με αστεία λίγο αγγλικά και λίγο κωμικά και του έλεγα «μι γκρικ».

Κι εκείνος μου έλεγε «οου γκρικ, μπιούτιφουλ» και διάφορα τέτοια και να μου κάνει ο Βαφέας νοήματα απελπισμένα, «φύγε βρε από εκεί, άσ’ τον ήσυχο, φύγε από κει, σταμάτα» και γυρίζω και λέω στον Τόνι Κέρτις «α ρε μπαγάσα Τόνι, να ‘σουν στην Ελλάδα, ποιος θα σε ήξερε έτσι που παίζεις…» και όσοι ήμασταν εκεί και ξέραμε ελληνικά σκάσαμε στα γέλια κι εκείνος γελούσε μαζί μας, γιατί δεν είχε καταλάβει…
▪ Ρόλοι. Ολους τους ρόλους που έχω παίξει τους έχω αγαπήσει πάρα πολύ. Κάθε φορά που μου έδιναν ρόλο ερωτευόμουν. Δεν είχα «αυτός μου αρέσει, εκείνος όχι». Τους λάτρευα τους ρόλους μου, δινόμουν πολύ, για να τους φτιάξω, να βρω πράγματα, τους έπαιρνα μαζί μου στον δρόμο, στη ζωή μου. Δεν τον άφηνα τον ρόλο ψυχρό. Ηθελα να τον κάνω δικό μου, να γίνει εγώ, να γίνω εγώ δηλαδή. Ημουν αυτός που έπαιζα…
