Γοητευτική, μορφωμένη, πολυταξιδεμένη, άνοιξε νέους ορίζοντες στους αναγνώστες, εκδίδοντας σύγχρονους συγγραφείς που έγιναν κλασικοί: από Σεμπρούν και Λιόσα μέχρι Ντιράς και Αλεξάκη
Το 1974, αμέσως μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, η Μάγδα Κοτζιά ίδρυσε τον «Εξάντα», δίνοντας στον εκδοτικό της οίκο το όνομα του ναυτικού οργάνου που γωνιομετρά θάλασσες και αστέρια. Ετσι και η ίδια, με φαντασία, καινοτομίες, όνειρα και ρίσκα, χάραξε την πορεία της στον εκδοτικό χώρο με βιβλία και περιοδικά ποιοτικά και διαχρονικά, που ανοίγουν ορίζοντες στον ιστορικό, λογοτεχνικό και φιλοσοφικό προσανατολισμό. «Η επιλογή και η έκδοση κάθε βιβλίου είναι πράξη πολιτική», πίστευε, γι’ αυτό και τα τελευταία χρόνια ήταν στενοχωρημένη που, λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας, δεν μπορούσε να «δοθεί» σε αυτή τη διαδικασία. Χθες τα ξημερώματα, άφησε την τελευταία της πνοή σε ηλικία 75 ετών. Η κηδεία της θα γίνει αύριο, 2 μ.μ. στο Α΄ Νεκροταφείο της Αθήνας.
Ομορφη, καλλιεργημένη, πολυταξιδεμένη, η Μάγδα Κοτζιά ήταν ένα μείγμα γαλλικής φινέτσας, ευθύτητας και γενναιοδωρίας. Γνήσια μποέμ, εξωστρεφής, ασκούσε ιδιαίτερη γοητεία στους άλλους. Ακόμα και ο Μάνος Χατζιδάκις την εποχή που συνεργαζόταν για τα «Σχόλια του Τρίτου» είχε δηλώσει ότι είναι μια γυναίκα που θα μπορούσε να την παντρευτεί. Από το γραφείο της, όπου για δεκαετίες καθημερινά επέβλεπε από διορθώσεις μέχρι εξώφυλλα –μέσα σε μια οργανωμένη αταξία από σημειώσεις και τσιγάρα– περνούσε η αφρόκρεμα των διανοουμένων. Ανάμεσά τους ο πιστός φίλος της Βασίλης Αλεξάκης, ο Κώστας Ταχτσής, ο Ροβήρος Μανθούλης κ.ά.
Είχε την ευκαιρία να γνωρίσει και πολλούς κορυφαίους ξένους συγγραφείς, οι οποίοι παρελαύνουν στην αξεπέραση σειρά της «Σύγχρονης Κλασικής Βιβλιοθήκης» του «Εξάντα», με το χαρακτηριστικό μικρό σχήμα και τα λιτά εξώφυλλα: τον Ερνέστο Σάμπατο, με την «αξέχαστη ζωντάνια», τη «δύσκολη» Μαργκερίτ Ντιράς, τον Μάριο Βάργκας Λιόσα, τον Εδουάρδο Γκαλεάνο, τον Μισέλ Τουρνιέ, τη Σιλβί Ζερμέν. Tο πρώτο βιβλίο που αποφάσισε να εκδώσει ήταν το «Μεγάλο ταξίδι» του Χόρχε Σεμπρούν, τον οποίο είχε πρωτοσυναντήσει στο σπίτι του στο Παρίσι και τον θεωρούσε εκτός από ταλαντούχο συγγραφέα και «καλλονό».
Γεννημένη στη Θεσσαλονίκη το 1940 σπουδασε Οικονομικές και Πολιτικές Επιστήμες στο ΑΠΘ, ενώ το 1968 διέφυγε στο Παρίσι ως μέλος της Δημοκρατικής Αμυνας, όπου παρέμεινε μέχρι το 1973 και εκεί γνώρισε τον Κορνήλιο Καστοριάδη, τον Κώστα Αξελό, τον Νίκο Πουλαντζά. Με τον Νίκο Κεσσανλή, τη Χρύσα Ρωμανού και τον τεχνοκριτικό Πιερ Ρεστανί δημιούργησαν την ομάδα του Mec Art, που δούλευε με μηχανικά μέσα και όχι με τα χέρια. Αγόρασαν ένα τεράστιο επαγγελματικό μηχάνημα παραγωγής μεταξοτυπιών και στο ατελιέ, το περίφημο «100, rue de l’ Ouest», δημιούργησαν έργα, μέσα από τη συνεύρευση Ελλήνων και ξένων αντιστασιακών διανοούμενων. Πολλά από αυτά, που ανήκαν στη συλλογή της, η δραστήρια εκδότρια τα δώρισε στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και παρουσιάστηκαν σε έκθεση το 2012 (Μουσείο Αλεξ Μυλωνά), με την επιμέλεια του Ντένη Ζαχαρόπουλου.
Στην εξορία η «ψυχή» των εκδόσεων «Εξάντας» άρχισε να φτιάχνει τη ζωή της για να μη νιώθει ξεκρέμαστη, όπως είχε πει σε συνέντευξή της στην «Ελευθεροτυπία» το 2009. Τότε συνειδητοποίησε ότι ήταν πολύ Ελληνίδα που για την ίδια σήμαινε πολίτις του κόσμου. «Εκανα ό,τι μπορούσα για να βοηθήσω τη χώρα μου, αλλά προχωρούσα και ως άνθρωπος, μέσα από σπουδές, γνωριμίες με σημαντικές προσωπικότητες και ταξίδια. Ευρώπη, Λατινική Αμερική, Αφρική και αλλού […]. Με ενδιέφερε η μείξη των πολιτισμών, η περιέργεια για το τι γίνεται στον κόσμο. Θέλησα να μεταδώσω το πολυπολιτισμικό στοιχείο στους Ελληνες, το άνοιγμα των οριζόντων, το κέφι για τη ζωή, τη δοκιμασία, την περιπέτεια».
Τελευταίος χορός για τη Χρυσούλα Ζώκα
Στα νιάτα της έμοιαζε εξαιρετικά με τη Μαρία Κάλλας, αλλά το δικό της ταλέντο αναδύθηκε μέσα από τον χορό. Ηταν γνωστή για τις αέρινες κινήσεις της και το αριστοκρατικό της παράστημα. Η Χρυσούλα Ζώκα ήταν από τις λίγες χορεύτριες που έκανε καριέρα μεταπολεμικά στην Ελλάδα. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’40 ήταν χορευτικό ζευγάρι με τον σπουδαίο χορογράφο Μανώλη Καστρινό (1917 – 1979), με τον οποίο συνεργάστηκαν σε χοροδράματα αλλά και κινηματογραφικές ταινίες της εποχής («Καφετζού», «Η κυρία του κυρίου» κ.ά.). Θυμίζουμε ότι ο Μ. Καστρινός είχε αναλάβει τις τελετές έναρξης δύο Ολυμπιάδων (Μόναχο – 1972, Μόντρεαλ – 1976).
Ωστόσο, στη μνήμη των περισσοτέρων η Χρυσούλα Ζώκα έχει μείνει για τη συμμετοχή της στη θρυλική «Οδό Ονείρων», το 1962, σε κείμενα και μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, σκηνικά του Μίνου Αργυράκη και χορογραφίες Μανώλη Καστρινού. Λίγα χρόνια πριν, το 1954, είχε γνωριστεί με τον άνδρα που έμελλε να ζήσει μαζί του μέχρι το τέλος, τον ηθοποιό Γιώργο Φούντα. Τότε εκείνος ήταν ακόμη στην αρχή της καριέρας του ενώ η ίδια ήδη γνωστή. Μαζί απέκτησαν ένα γιο, τον Παναγιώτη (ο Γ. Φούντας είχε ακόμη δύο παιδιά από τον πρώτο του γάμο).
Πέντε χρόνια μετά τον θάνατο του ηθοποιού, η Χρυσούλα Ζώκα απεβίωσε και εκείνη, ανήμερα του Πάσχα. Τον τελευταίο καιρό μαχόταν ενάντια στον καρκίνο. Η κηδεία της έγινε το απόγευμα της Δευτέρας στη Γλυφάδα, όπου έμενε με την οικογένειά της.
Νόρα Ράλλη
