Φαντάζομαι τον Ζιλ Βαλές, δημοσιογράφο και εκδότη της «Le cri du peuple» («Η κραυγή του λαού»), να διασχίζει τους νεόκτιστους δρόμους του Παρισιού, τα μεγάλα βουλεβάρτα, τα γιγάντια κτίρια που περικυκλώνουν όσα χαμόσπιτα επιβίωσαν της ριζικής μεταμόρφωσης της πόλης.
Οσο περπατάει, παρατηρεί τα οδοφράγματα που με περίσσιο θράσος υψώνονται μπροστά στα θαύματα του βαρόνου Οσμάν. Φτάνει στην οδό Μονμάρτρης 142, στα γραφεία της «Κραυγής του λαού», και ξεκινάει να γράφει. Το ημερολόγιο γράφει 22 Μαρτίου 1871, το άρθρο δημοσιεύεται το ίδιο απόγευμα, με τίτλο «Παρίσι, Ελεύθερη Πόλη».
«Το Παρίσι, μια ελεύθερη πόλη, επιστρέφει στους εργάτες του», σημειώνει ο Βαλές.

Τέσσερις μέρες πριν, όταν το ημερολόγιο έγραφε 18 Μαρτίου 1871, η κυβέρνηση της Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας του Αδόλφου Θιέρσου (Louis Adolphe Thiers) αποφασίζει να απομακρύνει τα κανόνια που στέκονταν στον λόφο της Μονμάρτρης. Αυτή η απόφαση πυροδοτεί την εξέγερση της εθνοφρουράς που αρνείται να εκπληρώσει τις διαταγές της κυβέρνησης και του στρατεύματος που στέκεται ανυπάκουο μπροστά στους αμήχανους και ηττημένους στρατηγούς.
Γρήγορα ο λαός του Παρισιού εξεγείρεται και παίρνει τα όπλα. Το Παρίσι γεμίζει οδοφράγματα, ο Θιέρσος εγκαταλείπει την πρωτεύουσα και ο πηγαίος αυθορμητισμός των εργατών για λίγο φως πνίγει μια πόλη γεμάτη σκοτάδι.
Η Παρισινή Κομμούνα θέτει σε εφαρμογή μια συμμετοχική δημοκρατία, καταργεί τη στρατολόγηση και το στράτευμα, διαχωρίζει το κράτος από την εκκλησία και εθνικοποιεί την περιουσία της, κατοχυρώνει δωρεάν εκπαίδευση και ισότητα στον μισθό ανεξαρτήτως φύλου, καταργεί τη νυχτερινή βάρδια για τους φουρνάρηδες και «παγώνει» τα ενοίκια για έξι μήνες. Για 72 ημέρες το Παρίσι ζει ιστορικές στιγμές, με την πόλη να μεταμορφώνεται από τα κάτω, έπειτα από 17 χρόνια «καλλιτεχνικής καταστροφής» και εκτοπισμού των φτωχότερων στρωμάτων.
Ενας βαρόνος στα παραπήγματα
Ηταν καλοκαίρι του 1853 όταν ο βαρόνος Ζορζ Εζέν Οσμάν αναλαμβάνει από τον Ναπολέοντα τον Τρίτο το εγχείρημα της ανάπλασης του Παρισιού, κόστους 2,5 δισεκατομμυρίων φράγκων (σημερινών €99 δισ.), το οποίο περιλάμβανε το γκρέμισμα 12.000 κτιρίων, τη δημιουργία τεράστιων βουλεβάρτων, σταθμών τρένου, 27 πάρκων, όπερας, καθώς και τον εκτοπισμό εκατοντάδων χιλιάδων φτωχών Παριζιάνων, οι οποίοι από το κέντρο μεταφέρθηκαν διά της βίας στα προάστια του Παρισιού.
Βεβαίως αυτό το πλάνο για να επιτευχθεί χρειαζόταν μια ευρεία συμμαχία κράτους, τραπεζών, κτηματομεσιτών και ιδιοκτητών γης, που χρηματοδότησαν και επικρότησαν το έργο του Οσμάν διότι τους ικανοποιούσε τρία πάγια αιτήματα: απομάκρυνε τον φτωχό πληθυσμό από το κέντρο, μετέτρεπε το Παρίσι σε «πρωτεύουσα του 19ου αιώνα» και έβαζε ένα τέλος σε οποιοδήποτε σενάριο για εξέγερση ή μια νέα εμφύλια σύρραξη που θα διατάρασσε την καθεστηκυία τάξη.
Και τα τρία αυτά αιτήματα ήταν αλληλένδετα: για να γίνει το Παρίσι η Πόλη του Φωτός, έπρεπε πρώτα αυτοί που λοιδορήθηκαν ως «απειλή για τη δημόσια ασφάλεια» να εκτοπιστούν. Βασικός στόχος στον σχεδιασμό των νέων βουλεβάρτων, τα οποία αποκαλύπτονταν με τελετές μπροστά σε έκπληκτα πλήθη, ήταν η εύκολη μετακίνηση του στρατού και της εθνοφρουράς στους δρόμους για την καταστολή εξεγέρσεων και βεβαίως η αποτροπή των εξεγερθέντων να χτίζουν οδοφράγματα στα μικρά μεσαιωνικά σοκάκια που έπαψαν πια να υπάρχουν.
Με τον «στρατηγικό εξωραϊσμό», όπως περιγράφηκε το εγχείρημα του Οσμάν, το Κεφάλαιο διένυε την μπελ-επόκ του: το χρηματιστήριο του Παρισιού ανθούσε, τα ενοίκια και οι τιμές των ακινήτων αυξάνονταν και μια εποχή ειρήνης απλωνόταν πάνω από την πόλη, με τους νέους, πλούσιους κατοίκους να συρρέουν στις γκαλερί, στα καφέ και στις διεθνείς εκθέσεις και τον φτωχό πληθυσμό, τους εργάτες, να στήνουν παραπήγματα στα προάστια.
Οπως θα σημείωνε και ο Εμίλ Ζολά για το Παρίσι του Οσμάν, «οι νεόκτιστοι δρόμοι έγιναν αντικείμενο κερδοσκοπίας όπως συμβαίνει με τις μετοχές και τα ομόλογα». Το Παρίσι γνωρίζει τον καπιταλισμό και εκείνος το κατατρώει.
Η εκδίκηση των κομμουνάρων
Ο Οσμάν έδιωξε τη «χολέρα» από το Παρίσι και το παρέδωσε βορά στα αρπακτικά. Βέβαια, η επιβίωση του καπιταλισμού έρχεται μέσα από τη δημιουργία νέων κρίσεων και νέων πολέμων. Ο Γαλλο-Πρωσικός Πόλεμος σταματάει την καταστροφική ορμή του Οσμάν και η Γαλλία ηττάται από τον Μπίσμαρκ.
Μέσα σε αυτή την πολιτική αναταραχή, οι εκτοπισμένοι επιστρέφουν στο κέντρο του Παρισιού και υψώνουν οδοφράγματα στα πεντακάθαρα ανακαινισμένα πεζοδρόμια. Ο Μπένγιαμιν σημειώνει ότι «το κάψιμο του Παρισιού ήταν μια έξοχη κατάληξη για το έργο του Οσμάν».
Για 72 ημέρες το Παρίσι, από πειραματόζωο του βιομηχανικού καπιταλισμού, μεταμορφώνεται σε πόλη των εργατών. Ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ σημειώνει πως «η Κομμούνα αναδύθηκε ως μέρος μιας νοσταλγίας για τον κόσμο που ο Οσμάν κατέστρεψε και την επιθυμία των εργατών να ανακαταλάβουν την πόλη τους».

155 χρόνια μετά, πρέπει να μνημονεύουμε την Κομμούνα όχι μονάχα ως θεμελιώδες γεγονός στην παγκόσμια ιστορία, μια πρώτη απόπειρα της εργατικής τάξης να καταλάβει τα μέσα παραγωγής, αλλά και ως ένα παράδειγμα ανακατάληψης της πόλης από τα κάτω, κόντρα στις αναπλάσεις και τους εξευγενισμούς.
Στην Αθήνα των mega-projects, τα Προσφυγικά της Αλεξάνδρας κινδυνεύουν με κατεδάφιση και οι κάτοικοί τους με έξωση και εκτοπισμό. Το φάντασμα του Οσμάν και των αρπακτικών πλανάται πάνω από την πρωτεύουσα και οι κάτοικοι των Κατειλημμένων δίνουν τον δικό τους δίκαιο αγώνα, με τον Αριστοτέλη Χαντζή να διανύει την 42η μέρα απεργίας πείνας.
Η Αθήνα δεν χρειάζεται περισσότερους Οσμάν για να κατεδαφίζουν και να εκτοπίζουν, αλλά κομμουνάρους που μάχονται για το δικαίωμα στην πόλη.
