Τα καλά νέα είναι ότι έγινε η πρώτη ποσοτική έρευνα για τις «Συνθήκες εργασίας και διαβίωσης των εικαστικών καλλιτεχνών στην Ελλάδα» και μάλιστα από το Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, σε συνεργασία με τον Μητροπολιτικό Οργανισμό Μουσείων Εικαστικών Τεχνών Θεσσαλονίκης (MOMus).
Tα κακά νέα είναι πως η έρευνα δείχνει τους εικαστικούς μας καλλιτέχνες σε δυσμενή κατάσταση… υπό το μηδέν. Αν θέλαμε να σκιαγραφήσουμε το προφίλ τους, προκύπτει μια ευάλωτη κοινωνική κατηγορία: εργάζονται ανασφάλιστοι, έχουν χαμηλό εισόδημα ενώ είναι υψηλής ειδίκευσης, βιοπορίζονται ασκώντας δεύτερο ή και τρίτο επάγγελμα και είναι θεσμικά ανοχύρωτοι απέναντι στις δυνάμεις της ιδιωτικής οικονομίας.
Σε ποσοστό που κυμαίνεται από το 75% έως το 91%, δυσκολεύονται να πληρώσουν τους πάγιους λογαριασμούς τους, να καλύψουν βασικές ανάγκες θέρμανσης, ενώ πάνω από το ένα τρίτο ζει σε συνθήκες υλικής στέρησης.
Στην ενδιαφέρουσα έρευνα έλαβαν μέρος 591 εικαστικοί καλλιτέχνες (38% άνδρες, 62% γυναίκες), η ηλικία των οποίων κυμαίνεται κυρίως από 32 έως 57 ετών. Η συντριπτική πλειονότητα προέρχεται από μεσαία και ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Από άποψη γεωγραφικής κατανομής, οι εικαστικοί που απάντησαν στο ηλεκτρονικό ερωτηματολόγιο είναι συγκεντρωμένοι στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Με αρκετά μικρότερα ποσοστά ακολουθούν το Ηράκλειο και τα Χανιά.
Από την ανάλυση των δεδομένων για το μορφωτικό επίπεδο προκύπτει ότι πρόκειται για πληθυσμό με αρκετά υψηλή ειδίκευση, ο οποίος, εκτός από τις καλλιτεχνικές, συνήθως έχει και άλλες πανεπιστημιακές σπουδές και είναι ιδιαίτερα γλωσσομαθής.
Αναφορικά με την εμπειρία στους κλάδους των εικαστικών τεχνών, το δείγμα απαρτίζεται από νεοεισερχόμενους κατά 45% και κατά 55% από άτομα που έχουν πείρα πάνω από δέκα χρόνια. Οι συμμετέχοντες εργάζονται σε ευρύ φάσμα διαφορετικών ειδικοτήτων. Ωστόσο, η πλειονότητα ειδικεύεται στη ζωγραφική (66%), ενώ με μικρότερα ποσοστά ακολουθούν οι εγκαταστάσεις, οι εικαστικές κατασκευές, η γλυπτική, η φωτογραφία, η βίντεο αρτ κ.ά.
Ως προς τις τιμές πώλησης των καλλιτεχνικών έργων (όταν και όποτε πουληθούν), προκύπτουν δύο μεγάλες κατηγορίες: τα έργα που διατίθενται έως 500 ευρώ (40%) και εκείνα που διατίθενται σε τιμές από 501 ευρώ μέχρι 2.500 (44%). Το 84% των ερωτηθέντων απάντησε ότι οι γκαλερί τούς ζητούν προμήθειες της τάξης του 35%-55%.
Οσο για το ποιοι αγοράζουν έργα τους, οι περισσότεροι είναι ιδιώτες, περιστασιακοί αγοραστές (80,2%), συλλέκτες (38%), ιδιωτικές επιχειρήσεις (19,1%), πολύ περιορισμένα οι πολιτιστικοί φορείς/ιδρύματα (13,3%) και τα μουσεία (9%).
Από τις απαντήσεις των συμμετεχόντων καταλαβαίνουμε ότι δυσκολεύονται να βιοποριστούν αποκλειστικά και μόνο από το επάγγελμα του εικαστικού καλλιτέχνη. Πιο συγκεκριμένα, μόνο το ένα τέταρτο έχει κύρια πηγή βιοπορισμού την καλλιτεχνική του εργασία (24%). Πάνω από τους μισούς εργάζονται και ως εκπαιδευτικοί εικαστικών μαθημάτων ή σε άλλα επαγγέλματα, με διάφορους τύπους εργασιακών σχέσεων (56%), ενώ ένας στους πέντε εργάζεται ταυτόχρονα και στην καλλιτεχνική εκπαίδευση, αλλά και σε άλλο επάγγελμα. Πάντως, οι περισσότεροι (85%) θα προτιμούσαν να εργάζονται αποκλειστικά ως εικαστικοί καλλιτέχνες. Ενα ποσοστό 73% δηλώνει χαμηλά επίπεδα εργασιακής ικανοποίησης, ανεξάρτητα από τον κλάδο του άλλου επαγγέλματος που ασκεί.
Αυτό που φαίνεται έντονα από τις απαντήσεις, είναι ότι η θεσμικά κατοχυρωμένη προστασία της εργασίας και του έργου των εικαστικών καλλιτεχνών χρειάζεται ουσιαστική αναθεώρηση και αναβάθμιση, καθώς εργάζονται κάτω από ιδιαίτερα δυσμενείς συνθήκες.
Πιο συγκεκριμένα, δουλεύουν κατά κανόνα ανασφάλιστοι (61,5%), δεν έχουν επαρκή δημόσια υποστήριξη, ενώ οι περισσότερες από τις συμφωνίες τους συνάπτονται μόνο προφορικά (81,4%). Το κύριο βάρος της χρηματοδότησης για την παραγωγή και την προώθηση του καλλιτεχνικού έργου το επωμίζονται οι ίδιοι οι δημιουργοί, οι οποίοι θεωρούν ότι έχουν σημαντικό έλλειμμα στην ενημέρωσή τους για τις ευκαιρίες χρηματοδότησης.
Στο ερωτηματολόγιο συμπεριλαμβάνονται 17 πιθανά προβλήματα και δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι εικαστικοί στην καλλιτεχνική τους εργασία. Ως σημαντικότερα μεταξύ αυτών, αναδείχθηκαν το φορολογικό καθεστώς, η περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση, η αίσθηση ανασφάλειας στην καλλιτεχνική εργασία και η ελλιπής υποστήριξη από την πολιτεία.
Σε σύγκριση με την περίοδο πριν από το 2012, το 75% των εικαστικών θεωρεί ότι οι συνθήκες και οι προϋποθέσεις της καλλιτεχνικής εργασίας χειροτέρευσαν, ενώ μόνο το 6% θεωρεί ότι βελτιώθηκαν.
Για να διερευνηθούν οι συνθήκες διαβίωσης των εικαστικών, μετρήθηκαν η οικονομική στενότητα και η υλική στέρηση, σύμφωνα με τους δείκτες της Eurostat. Σε αυτούς, προστέθηκε η δυνατότητα των ερωτώμενων να διατηρούν εργαστήριο. Από 75% μέχρι 91% των εικαστικών αντιμετωπίζει οικονομική στενότητα (δυσκολίες με την πληρωμή των πάγιων λογαριασμών, ικανοποιητική θέρμανση κ.λπ.). Παράλληλα, πάνω από το ένα τρίτο ζει σε συνθήκες υλικής στέρησης.
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι αρκετά από τα ευρήματα, όπως η υψηλή ειδίκευση, το υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης, η συσπείρωση στα μεγάλα αστικά κέντρα και οι αντίξοες συνθήκες εργασίας, συνάδουν με τα αποτελέσματα από την πρόσφατη χαρτογράφηση όλων των κλάδων πολιτισμού και δημιουργικότητας στη χώρα.
