Είναι να γελάει και να κλαίει κανείς αναλογιζόμενος το επίπεδο των εντολέων του λαού για εκπροσώπησή του στο πολιτικό σύστημα. Ανώριμοι, ανερμάτιστοι, με χαμηλή κοινωνική κουλτούρα, αναξιοπρεπείς, απολίτιστοι εντέλει. Μπροστά στον κίνδυνο να χάσουν τη βόλεψή τους, την έδρα τους, τις γνωριμίες τους και λοιπά γίνονται αθύρματα στις σκοτεινές διαβουλεύσεις όσων εξουσιάζουν. Κάποιοι περίεργοι τύποι, που στις τριάντα λέξεις που προφέρουν (ένας Οικονόμου, λ.χ.) οι δεκαπέντε είναι «εγώ». Τόσον ολίγη σύνεση και μετριοφροσύνη. Πραγματικά νήπιοι πολιτικά, αλλά κυρίως πολιτισμικά (νήπιος είναι αυτός που δεν έχει την ικανότητα να ομιλεί, νη+έπος = χωρίς λόγια, άναυδος, ασχημάτιστος, άλογος και λοιπά).
Τι να πεις. Βγαίνουν στην τιβούλα και κερνάνε ανοησίες, προσπαθώντας να μεταθέσουν τις ευθύνες για την κατάντια της χώρας σε ανθρώπους που δεν έχουν καν κυβερνήσει. Το άκρον άωτον είναι ότι πιστεύουν τις σαχλαμάρες που εκστομίζουν, χωρίς να κοκκινίζουν έστω κατ’ ελάχιστον. Μιλάμε για αδιανόητα πράγματα. Κάποιοι περίεργοι τύποι, δεξιόφρονες και αριστερόφρονες, τάχα μου ορθολογιστές, δήθεν φιλελεύθεροι-σοσιαλιστές, προσπαθούν να μας πείσουν ότι έτσι και δεν εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα αντικρίσουμε την άβυσσο· ουδόλως τους ενδιαφέρει ότι οι ίδιοι οδήγησαν με τη σχιζοφρενή πολιτική τους στο χείλος της αβύσσου. Είναι αυτοί που με την πολιτική τους μάς εξανάγκασαν να σιχαθούμε το σώμα μας, αλλά και το πνεύμα μας.
Ενας εσμός τυχάρπαστων κι επιτήδειων που χυδαιολογούν απέναντι στην κοινωνία και σ’ ένα σοβαρό πολιτικό της κομμάτι (ΣΥΡΙΖΑ), έστω κι αν αυτό το τελευταίο υποστηρίζει χαμηλά πολιτικά ένστικτα (άλλα λέει η θεια μου, άλλα ακούν τ’ αυτιά μου κ.ο.κ.). Ναι, καλλιεργούμε ψευδαισθήσεις διότι μας είναι απαραίτητες για την ηρεμία της ψυχής μας. Ετσι βλέπουμε τους ηγέτες σαν έδεσμα ή σαν γλυκό οίνο, διαφορετικά θα τους παίρναμε στο κατόπι με λεμονόκουπες ή με φτερά και πούπουλα.
Τι κρίμα. Στην αρχαία Αθήνα θεσπίστηκε ο θεσμός του εξοστρακισμού, αντί, όμως, να εκδιώκουν τους πολιτικά υπεύθυνους για την άσχημη πορεία της πόλης, όρισαν τον θεσμό του φαρμακού, του αποπομπαίου τράγου, για να ξορκίσουν τις δικές τους ευθύνες. Ολο το βάρος, ιερό ή ανίερο, το σήκωναν οι φαρμακοί, οι αποπομπαίοι, οι οποίοι προέρχονταν από τον υπόκοσμο της αθηναϊκής κοινωνίας. Τίποτα δεν έχει αλλάξει εδώ και δυόμισι χιλιάδες χρόνια. Η γ…. εξουσία ξέρει να μετέρχεται κάθε τι που την υποβοηθά στη διαιώνισή της· ξέρει να διαχειρίζεται τον φόβο και την ανασφάλεια των υπηκόων (της).
Και όμως, οι πολιτικοί, παρ’ όλη την πολιτισμική τους ανεπάρκεια, εξακολουθούν να γοητεύουν τους πλείστους. Γιατί συμβαίνει αυτό, είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο· δεν θα άρεσε στους περισσότερους από εμάς ένα καταλυτικό διότι. Θα κόβαμε ίσως φλέβες, θα αρρωσταίναμε, θα ντρεπόμασταν να κοιταχτούμε στον καθρέφτη μας, θα νιώθαμε ίσως ντροπή που ξυπνάμε κάθε μέρα χωρίς να έχουμε βασανιστεί στον ύπνο μας. Πώς ανεχόμαστε όλους αυτούς; Είπαμε, είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο. Πώς επικρατούν όλοι τούτοι οι σαχλοί της πολιτικής (μας) ζωής; Ας μη ματαιοπονούμε. Μια ζωή θα τους έχουμε στον αυχένα μας εάν δεν ομονοήσουμε ότι η πολιτική ζωή αρχίζει από τα κάτω, ότι οφείλουμε να συμμετέχουμε καθημερινά στην προσπάθεια να αποφασίζουμε για την τύχη μας (και των παιδιών μας). Είναι δυνατή μια ζωή χωρίς πολιτισμική (ηθική και αισθητική) επάρκεια; Σαφώς όχι. Γιατί, τότε, την αποδεχόμαστε; Διότι αυτοί είμαστε: λειψοί, δειλοί, άβουλοι, άτολμοι, ασθενείς. Μέρες που ’ναι, καλύτερα να μην πούμε ποιος είναι ο φταίχτης, ποιος ο κριτής και ποιος ο εκμεταλλευτής (της έλλειψης συνείδησης).
