Φαίνεται, για άγνωστους λόγους, να ’χει χάσει την ψυχραιμία του ο κύριος Ιερώνυμος -αλλιώς γιατί να θολώσει την εικόνα του γλυκομίλητου και ολιγομίλητου, εικόνα που τον είχε κάνει συμπαθή σε μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας;
Ποιος (εξουσιαστικός;) δαίμονας τον κατέλαβε και έφτασε στο σημείο να ζητήσει δημοψήφισμα για τις σχέσεις Εκκλησίας-κράτους;
Οι δηλώσεις του δείχνουν έναν ανήσυχο, τρομοκρατημένο -θα έλεγε κανείς- άνθρωπο, που βλέπει το έδαφος να φεύγει κάτω από τα πόδια του. Τι, λοιπόν, είναι αυτό που συντάραξε τον ώς τώρα μειλίχιο και συνετό άντρα; Γιατί απαρνήθηκε σχεδόν εν ακαρεί την ποιμενική του σοφία, την πατερική γλυκύτητα, την επιείκεια και την ομόνοια;
Τόσο πολύ θορυβήθηκε από τα νέα θρησκευτικά ώστε πείστηκε ότι αυτά αποτελούν επιχείρηση αλλοίωσης της πίστης μας; Και, τι;
Θα χάσει η Εκκλησία τον θρίαμβό της εξ αιτίας μερικών που είναι άμοιροι νομικής παιδείας, κατά πώς απεφάνθη; Φοβάται η Εκκλησία τον κομμουνισμό, μέσα από μια πρωτόγονη μορφή του οποίου ιδρύθηκε και η ίδια; Χριστός και Παναγία…
Πού είναι η μεγαλοθυμία και το αυτεξούσιο της Εκκλησίας; Και, επιτέλους, πού είναι η κοινωνία της για την οποία τόσο κόπτεται ο κύριος Ιερώνυμος;
Λέει, π.χ.: «Προφανώς η Πολιτεία μπορεί να επιβάλει με ιδεολογικά κριτήρια τον χωρισμό της Εκκλησίας από τις θεσμικές λειτουργίες του κράτους αλλά δεν μπορεί να επιβάλει τον χωρισμό της Εκκλησίας από την κοινωνία». Από πού προκύπτει το τελευταίο;
Γιατί να χωριστεί -και πώς- η κοινωνία από την Εκκλησία, ποια κρατική βία θα την εξαναγκάσει σε κάτι τέτοιο (που είναι αδύνατον εφόσον η κοινωνία απαρτίζεται και από πιστούς); Τα βιβλιαράκια μήπως των θρησκευτικών; Μνήσθητί μου, Κύριε…
Ο λόγος του αρχιεπισκόπου εξέπληξε πιστούς και απίστους. Η Εκκλησία, πάνω και πριν απ’ όλα, προτάσσει την αγάπη. Τι κι αν είναι κάτοχος όλων των γλωσσών ο άνθρωπος, τι κι αν γνωρίζει τα πάντα, τι (προσοχή εδώ) κι αν έχει πίστη ώστε να μετακινεί όρη, τι, τι… τελικά τίποτα δεν είναι αν δεν έχει αγάπη, ένας απλός χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον.
Επίσης: Πίστις, ελπίς, αγάπη… μείζων δε τούτων η αγάπη (προς Κορινθίους Α’). Ωστε την αγάπη ψάχνουμε αφού η πίστη ακολουθεί. Μια κοινωνία αγάπης όφειλε η Εκκλησία να προπαγανδίζει.
Εάν επιδεικνύει αυτή την αγάπη προς την κοινωνία δεν έχει να φοβηθεί τίποτα -ούτε κομμουνιστές, ούτε φιλελεύθερους, ούτε καμιά ιδεολογία. Αλλά, τι γίνεται και με την ελπίδα αφού, κατά τον Παύλο, ελπίς βλεπομένη ουκ έστιν ελπίς;
Μόνη μας λοιπόν ελπίδα η μετά θάνατον ζωή; Και τι σχέση έχει μια τέτοια ελπίδα με τη δοκιμαζόμενη κοινωνία; Τέτοια κηρύγματα θέλει η κοινωνία ή προτάσεις για βελτίωση των συνθηκών της ζωής των μελών της;
Αλλά έτσι είναι. «Οταν κανείς τοποθετεί το κέντρο βάρους της ζωής όχι στη ζωή αλλά στο “επέκεινα”’ -στο μηδέν- τότε στερεί τη ζωή από το κέντρο βάρους της (Νίτσε, «Ο αντίχριστος»).
Ας ανοίξει λοιπόν τα παγκάρια της η Εκκλησία και ας θυμηθεί τις ρίζες της -την αλληλεγγύη και την απαρέσκεια στη χλιδή και την τρυφηλότητα· την ιερή κοινότητα!
Οσο για κάτι άλλα που λένε ότι τάχα μου επιτίθεται ο κ. Ιερώνυμος στην ίδια την Αριστερά, σιγά, μη σπάσουν τα ωά· σιγά την Αριστερά εννοείται (την κυβερνώσα). Κάτι άλλο κρύβεται -κάτι αλήθεια συμβαίνει εδώ και λοιπά.
