Ο τίτλος είναι και το θέμα της αποψινής εκδήλωσης που γίνεται στον χώρο του Πολεμικού Μουσείου, Ριζάρη 6, και ώρα έξι. Τη διοργανώνει το Εθνικό Συμβούλιο Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα και τελεί υπό την αιγίδα της Βουλής των Ελλήνων. Οσοι συμμετάσχουν θα επιχειρήσουν να απαντήσουν στα ακόλουθα φλέγοντα ερωτήματα:
α) Γιατί η διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων αποτελεί κομβικό σημείο για την ελληνική εθνική πολιτική;
β) Γιατί η «απάντηση» της Ο.Δ. της Γερμανίας στη ρηματική διακοίνωση της Ελληνικής Δημοκρατίας είναι ανυπόστατη, αντιφατική και προβληματική;
γ) Πώς το εν εξελίξει εγχείρημα παραχάραξης της Ιστορίας συνδέεται με την προσπάθεια αποδυνάμωσης των γερμανικών οφειλών;
δ) Ποιες είναι οι αναγκαίες κινήσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας για τη σθεναρή και αποτελεσματική αντιμετώπιση των γερμανικών οφειλών;
ε) και το σπουδαιότερο: Πώς μπορούν τα πολιτικά κόμματα, οι κοινωνικοί φορείς και τα ΜΜΕ να στηρίξουν την εθνική αυτή προσπάθεια;
Κύριοι ομιλητές είναι οι: Πέπη Ρηγοπούλου, ομότιμη καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιώργος Μαργαρίτης, καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας στο ΑΠΘ, και Βασίλης Μπρακατσούλας, αντιστασιακός, τ. βουλευτής, συμπρόεδρος ΕΣΔΟΓΕ.
Παρεμβαίνουν οι: Λουκάς Δημάκας, δημοσιογράφος, μέλος Συντονιστικής Επιτροπής ΕΣΔΟΓΕ· Αλέξανδρος Κουτσομητσόπουλος, πολιτικός επιστήμων, μέλος Σ.Ε. ΕΣΔΟΓΕ· Δημήτρης Μανιάτης, δημοσιογράφος («Τα Νέα»), συγγραφέας· Νότης Μαριάς, καθηγητής Θεσμών της Ε.Ε. στο Πανεπιστήμιο Κρήτης· ελόγου μου [αλλά αδυνατώ να παρευρεθώ λόγω οιδήματος στους αστραγάλους -θα κάνω ένα μικρό σχόλιο στη συνέχεια]· Γιάννης Χατζηαντωνίου, δικηγόρος, μέλος Γραμματείας ΕΣΔΟΓΕ. Συντονίζουν οι συγγραμματείς του ΕΣΔΟΓΕ Δημήτρης Αλευρομάγειρος, αντιστράτηγος ε.α., και Αριστομένης Συγγελάκης, διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών. Χαιρετισμούς θα απευθύνουν οι πρόεδροι του ΣΦΕΑ Σπ. Χαλβατζής, του ΔΣΑ Δημ. Βερβεσός και του Δικτύου Μαρτυρικών Δήμων Αθ. Παπαδόπουλος.
Ως γνωστόν, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου έχει εκδώσει αμετάκλητη [επαναλαμβάνω: αμετάκλητη] απόφαση από τον Απρίλιο του 2000, μετά την απόρριψη αναίρεσης, που άσκησε το Γερμανικό Δημόσιο. Η σημαντική αυτή απόφαση υποχρεώνει τη Γερμανία να αποζημιώσει τα θύματα και τους συγγενείς τους. Η εκτέλεσή της χρειάζεται μία μόνο υπογραφή υπουργού Δικαιοσύνης, εννοείται Ελληνα υπουργού, την οποία εδώ και κοντά είκοσι χρόνια [κατ’ εντολήν των Γερμανών;] κανένας υπουργός δεν έχει βάλει -κι έχουν υπουργέψει πάνω από δεκαπέντε…
Γιατί αλήθεια; Μήπως δεν νιώθουν και τόσο εθνικά υπερήφανοι; Μήπως τους λείπει το σθένος ή μήπως πάσχουν [είναι κατώτεροι] από αίσθημα εθνικής ανεξαρτησίας, δικαιοσύνης και ελευθερίας; Μα, αυτά είναι η κληρονομιά μας από τους αρχαίους για τους οποίους αισθάνονται -λένε- υπερήφανοι. Καλά με τους αρχαίους. Με τους…νέους τι γίνεται, αυτό είναι το θέμα.
Να σημειωθεί και τούτο: Μιλώντας πριν από δυόμισι χρόνια στην Αθήνα ο Γερμανός βουλευτής του Die Linke Αντρέι Χούνκο [είχε δηλώσει ότι ντρέπεται που είναι Γερμανός] αποκάλυψε ότι το 2006, μέσα στη γερμανική Βουλή ειπώθηκε από επίσημα κυβερνητικά χείλη το εξής: «Και να ληφθεί τελεσίδικη απόφαση καταβολής αποζημιώσεων για τα θύματα του Διστόμου αυτή δεν θα εκτελεστεί, καθώς δεν πρόκειται να βρεθεί Ελληνας υπουργός Δικαιοσύνης να την εφαρμόσει». Από πού αντλείται αυτή η εθνική γερμανική βεβαιότητα; Πώς γνωρίζουν ότι δεν θα βρεθεί Ελληνας υπουργός να εφαρμόσει την απόφαση για καταβολή των γερμανικών αποζημιώσεων;
Πιο σωστό θα ήταν να λέγαμε όχι ότι διεκδικούμε τις γερμανικές οφειλές αλλά ότι τις απαιτούμε -πιο σώφρον και επιτέλους πιο δίκαιο.
